Η τουρκική χρηματοπιστωτική κρίση, το μετέωρο βήμα της Άγκυρας, από την Δύση, στο μπλοκ Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και οι επερχόμενοι κίνδυνοι, από τον παραγκωνισμό του αμερικανικού δολλαρίου.

 
 
Η τουρκική οικονομία και η τωρινή (κατευθυνόμενη από την Ουάσινγκτων) κρίση, που έχει πλήξει τις διεθνείς αγορές της μπατιροτραπεζοκρατίας, σε συνδυασμό, με την μετατροπή της Τουρκίας, σε μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη και η προσπάθεια της τουρκικής ηγεσίας των ισλαμιστών να την αναδείξουν, σε μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, με σημασία πλανητικής εμβέλειας, μου θύμισαν το, παραπάνω, κείμενό μου, το οποίο γράφτηκε και δημοσιεύθηκε, προ 35ετίας (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1983), στο περιοδικό "ΡΗΞΗ".

Στο κείμενο αυτό (το οποίο, καλόν είναι να διαβαστεί - όποιος θέλει μπορεί να κλικάρει την, παραπάνω, εικόνα, για να το διαβάσει), που αφορούσε μια άλλη εποχή και είχε να διαπραγματευθεί άλλα δεδομένα, γινόταν αναφορά, στην γειτονική μας χώρα, έτσι όπως ήταν τότε. Δηλαδή, σαν μια ασθμαίνουσα τριτοκοσμική χώρα, η οποία προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της και η οποία, με δεδομένο τον ανατολίτικο χαρακτήρα της κοινωνίας της, λοξοδρομούσε και πισωγύριζε, παρά το βερνικωμένο λούστρο του κυβερνώντος κεμαλισμού, παραμένοντας πολύ πίσω από την χώρα μας, αφού το ΑΕΠ της ήταν μικρότερο του ελληνικού, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της ήταν, κατά πολύ μεγαλύτερος (περίπου, πενταπλάσιος), από αυτόν της Ελλάδας, ενώ το, κατά κεφαλήν, εισόδημα του μέσου Τούρκου πολίτη, έτσι όπως απεικονιζόταν, στις στατιστικές, ισοδυναμούσε, περίπου, με το 1/5 του αντίστοιχου Έλληνα.

Από τότε, κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Η τουρκική κοινωνία, μέσα σε αυτήν την τριακονταπενταετία, χωρίς να αποβάλει τον ανατολίτικο χαρακτήρα της, κατάφερε να σπάσει τα τριτοκοσμικά της χαρακτηριστικά και να δώσει προτεραιότητα, στην καπιταλιστική της ανάπτυξη, η οποία στις δύο τελευταίες δεκαετίες, υπήρξε φρενήρης, μέσα από την ενσωμάτωση των αστικών αξιών, που διακατέχουν τον homo economicus των δυτικών κοινωνιών.

Αυτήν την σύζευξη των αντιθέτων είναι, που εξέφρασε ο Recep Tayyip Erdogan και το ισλαμικό κόμμα του AKP. Και πράγματι, αυτά που κατάφερε η σύγχρονη Τουρκία δεν είναι, καθόλου, λίγα. Είναι πολλά. Πάρα πολλά. Ας τα δούμε.

Ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο συνολικός όγκος, το μέγεθος του τουρκικού ΑΕΠ ξεπέρασε το ελληνικό, ενώ, τώρα, πλέον, μετά την ελληνική κατάρρευση, που ήλθε ως αποτέλεσμα των πολιτικών που διαχειρίζονται την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010 και το, κατά κεφαλήν, μέγεθος του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος των δύο χωρών είναι, πάρα πολύ κοντά και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι βρίσκεται, σχεδόν, στα ίδια επίπεδα.

Πράγματι, το τουρκικό ΑΕΠ, το 2017, σε ένα πληθυσμό, περίπου, 80.845.215 ανθρώπων, έφθασε, με όρους συναλλαγματικών ισοτιμιών, στα επίπεδα των 748,668 δισ. €, την ίδια στιγμή, που το ελληνικό ΑΕΠ, σε έναν πληθυσμό 10.768.477 ανθρώπων, εκτιμάται ότι θα φθάσει, στα 181,827 δισ. €  δισ. € (το εκτιμώμενο μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ, με τα ίδια τα κριτήρια, που το μετράει η ΕΛΣΤΑΤ, δεν είναι το πραγματικό. Διαφέρει. Και μάλιστα είναι μικρότερο. Γεγονός, που θα φανεί, μετά την όποια οριστική αποτίμησή του).

Σε επίπεδο αγοραστικών δυνάμεων, που είναι και το ουσιώδες, αφού συγκρίνει τα βιοτικά επίπεδα και τις παραγωγικές δυνατότητες των δύο χωρών, η διαφορά των δύο ΑΕΠ αποκτά τεράστια απόσταση, αφού το τουρκικό ΑΕΠ ισοδυναμεί, με 1,898 τρισ. € και το ελληνικό ΑΕΠ φθάνει, στα 266,555 δισ. €.

Όταν, μάλιστα, συγκρίνουμε το, κατά κεφαλήν, εισόδημα του μέσου τούρκου και του μέσου Έλληνα πολίτη, με όρους αγοραστικής δύναμης, βλέπουμε ότι η διαφορά τους είναι μικρή. Το, κατά κεφαλήν, εισόδημα, στην Τουρκία φθάνει, στα 23.585 € και στην Ελλάδα 24.742 €.

Δεν είναι ανεξήγητα όλα αυτά. Όταν, στις καλές εποχές (μέχρι το 2008) οι επενδύσεις, στην Ελλάδα, ανέρχονταν στο 20,7% του ΑΕΠ και στην Τουρκία υπερέβαιναν το 25% του ΑΕΠ της χώρας αυτής και ενώ, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010, οι εγχώριες αποταμιεύσεις μηδενίστηκαν, ή κατέστησαν αρνητικές, επί μακρόν, ενώ, τώρα, υπολογίζονται, στο 10% του ΑΕΠ, την στιγμή, που η τουρκική εθνική αποταμίευση φθάνει, στο 25,1%, η εξήγηση αυτής της αλματώδους υπερκάλυψης της διαφοράς των, θηριωδώς, άνισων επιπέδων της ελληνικής και της τουρκικής οικονομίας και της, δεν είναι ανεξήγητη.

Ακόμη περισσότερο, δεν είναι ανεξήγητη αυτή η φρενήρης ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας, που άφησε πίσω της, εδώ και πολλά χρόνια, την ελληνική, εάν δούμε τους, εξ ίσου, φρενήρεις αναπτυξιακούς ρυθμούς της τουρκικής οικονομίας, που, κατά μέσον όρο, ήσαν 4,11 φορές μεγαλύτεροι των ελληνικών αναπτυξιακών ρυθμών, καθ΄ όλη αυτή την διαρρεύσασα 35ετία.

Η τουρκική οικονομία, όλα αυτά τα χρόνια, στηρίχθηκε, στο εθνικό νόμισμά της και στην χαμηλή φορολογία, η οποία δεν ξεπέρασε το 20,7% του ΑΕΠ της, ενώ η ελληνική οικονομία, έχασε, από το 2002, το εθνικό νόμισμά της και στηρίχθηκε, σε μια υψηλή φορολογία, η οποία κυμάνθηκε, από το 36% του ΑΕΠ, στα καλά χρόνια, για να φθάσει, στα χρόνια των Μνημονίων, στο υπερμεγέθες 46,7% (το 2017).

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, που η ελληνική παραγωγή, βρισκόταν, σε μια διαδικασία μιας, σε slow motion, συρρίκνωσης, συνδυασμένη με χαμηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, μια συρρίκνωση, η οποία επιταχύνθηκε, από το 2002, για να καταρρεύσει, από το 2010 και μετά, αρχικά (από το 1981), λόγω της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ και στην συνέχεια, λόγω της επιπρόσθετης ένταξης της χώρας μας, στην ευρωζώνη, η τουρκική παραγωγή γνώρισε μια εκπληκτική άνοδο και διεύρυνση, με αποτέλεσμα, η Τουρκία να καταστεί μια ισχυρή βιομηχανική δύναμη και εύλογα, μια περιφερειακή δύναμη, στην περιοχή της νοτιονατολικής Μεσογείου, όπως και στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο.

Με αυτόν τον τρόπο, η τουρκική οικονομία έφθασε να είναι, μέσα στους G20 και να βρίσκεται, στην 14η θέση, στον κόσμο, ενώ η Ελλάδα έχει κατρακυλίσει, στην 58η, όταν το 2008 ήταν στην 34η και παλαιότερα είχε φθάσει, ακόμη και στην 22η θέση. 

Όπως είναι φυσικό, με την αποδιοργάνωση του μονοπολικού κόσμου και της, περίπου, απρόσκοπτης αμερικανικής κυριαρχίας, στον πλανήτη και την αντίστοιχη αποδιοργάνωση της παγκοσμιοποίησης, ύστερα από τον ρωσογεωργιανό πόλεμο του Αυγούστου του 2008 και την εσκεμμένη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του Σεπτεμβρίου του 2008, η τουρκική ηγεσία αποφάσισε να προχωρήσει, στην άσκηση και την κατοχύρωση του ρόλου της, ως μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης, η οποία μπορεί να είναι σύμμαχος, εν όπλοις, με την Ουάσινγκτων και την Δύση, στο ΝΑΤΟ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και μια υπάκουη δύναμη, στα κελεύσματα των αμερικανικών κυβερνήσεων. 

Η τουρκική κυβέρνηση ήταν και εξακολουθεί να είναι διατεθειμένη να υπηρετήσει τα συμφέροντα του τουρκικού κράτους, έτσι όπως αυτή τα αντιλαμβάνεται, ακόμη και όταν τα συμφέροντα αυτά έρχονται σε σύγκρουση με τα αμερικανικά, όπως έδειξε, πολύ καθαρά και ωμότατα, η συριακή κρίση και η τακτική συμμαχία της, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν (παρά την αρχική σύγκρουσή της με την Μόσχα, ύστερα από την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου, στον συροτουρκικό εναέριο χώρο) και το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν. 

Αυτή η συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας, φυσικά, δεν ήταν και δεν είναι αρεστή, στους ενοίκους του Λευκού Οίκου. Γι' αυτό και σταδιακά, οι Αμερικανοί (και από κοντά και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις) εγκατέλειψαν τον Recep Tayyip Erdoğan και τους ισλαμιστές του AKP, με όργανό τους, τον ιμάμη Fethullah Gülen και το ισλαμικό δίκτυο, το οποίο αυτός (με καθοδηγητή την CIA) διαθέτει, στην Τουρκία, που, κατά κόρον, είχαν, στο παρελθόν, υποστηρίξει και τους οποίους οδήγησαν, στην εξουσία, ως ένα "δημοκρατικό μοντέλο" διακυβέρνησης, στον μουσουλμανικό κόσμο, παρά την σφοδρή αντίσταση του κεμαλικού κατεστημένου.

Κάπου εκεί, το 2016, ο Barack Hussein Obama και το επιτελείο του, έκαναν το μεγάλο λάθος. Πραγματοποίησαν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, προσπαθώντας να ανατρέψουν την ισλαμική κυβέρνηση και να δολοφονήσουν τον πρόεδρο Recep Tayyip Erdoğan, ο οποίος γλύτωσε, την τελευταία στιγμή, αφού ενημερώθηκε, προηγουμένως, από την FSB, δηλαδή από τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες. Το πραξικόπημα απέτυχε, με αποτέλεσμα ο Τούρκος πρόεδρος να ξηλώσει το κεμαλικό κατεστημένο, να κυνηγήσει τους γκιουλενιστές και να καταστεί κυρίαρχος, στην πολιτική σκηνή της χώρας του, μετατρέποντας το πολίτευμα της χώρας, σε μια προεδρική δημοκρατία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. 

Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις ήσαν προδιαγεγραμμένες. Με την απώλεια κάθε εμπιστοσύνης, στην αμερικανική υπερδύναμη, ο Recep Tayyip Erdoğan έχει συμπήξει μια συμμαχία, με την Ρωσία και το Ιράν (αλλά και με την Κίνα, από την οποία η τουρκική κυβέρνηση, πρόσφατα, δανείστηκε, περί τα 3,5 δισ. $), η οποία συμμαχία έχει αρχίσει, πλέον, να αποκτά βάθος χρόνου και στρατηγικά χαρακτηριστικά. Συμφωνεί, με τον Πούτιν, για την δημιουργία δύο πυρηνικών εργοστασίων (που, προφανώς, θα αποτελέσουν το εφαλτήριο, για την μεταγενέστερη μετατροπή της Τουρκίας, σε πυρηνική δύναμη), όπως επίσης, συμφωνεί, με τον Ρώσο πρόεδρο, για την αγορά πυραυλικών συστημάτων S-400 (που δεν ταιριάζουν, με τα οπλικά συστήματα του ΝΑΤΟ), παρά την σφοδρή αντίθεση των Αμερικανών, ενώ οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών γίνονται όλο και πιο στενές, την ίδια στιγμή, που ο Τούρκος πρόεδρος έχει αρχίσει να καλοβλέπει και να μιλάει, για την ένταξη της χώρας του, στους BRICS.

Από την άλλη πλευρά, ο Recep Tayyip Erdoğan απαιτεί την παράδοση του Fethullah Gülen (που είναι στην Πενσυλβάνια), τον οποίο - όχι, αδίκως - κατηγορεί ως έναν εκ των υποκινητών του πραξικοπήματος, ενώ το τουρκικό δικαστικό σύστημα έχει προβεί, σε μια σειρά πονικών διώξεων, κατά Αμερικανών αξιωματούχων, ως διοργανωτών της οργανωμένης πραξικοπηματικής προσπάθειας, για την ανατροπή του και την δολοφονία του, δείχνοντας, ευθέως, την αμερικανική διοίκηση και την CIA, ως υπεύθυνους, για το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Έτσι ο Donald Trump και το επιτελείο του, με αφορμή την φυλάκιση, χωρίς κατηγορίες και τον, κατ' οίκον, περιορισμό του πάστορα Andrew Craig Brunson (τον οποίο οι Τούρκοι θεωρούν πράκτορα της CIA), όπως και άλλων 15 Αμερικανών πολιτών, αποφάσισαν να πλήξουν, οικονομκικά, την Τουρκία, με διπλασιασμό των δασμών, στις τουρκικές εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, με αποτέλεσμα η τουρκική λίρα να καταρρεύσει.

Αυτό είναι το παιχνίδι, που τώρα, παίζεται, με βάση το εξωτερικό (όχι το δημόσιο, το οποίο φθάνει, μόλις, το 25% του ΑΕΠ) χρέος της τουρκικής οικονομίας, η οποία, επί αρκετά χρόνια, είχε μια μεγάλη εισροή συναλλάγματος, με αποτέλεσμα το συνολικό χρέος της τουρκικής οικονομίας, εκφρασμένο, σε ξένο νόμισμα να έχει πλησιάσει τα 450 δισ. $ (λιγότερο από το 60% του τουρκικού ΑΕΠ). Εδώ, είναι, που κτύπησαν την τουρκική οικονομία οι Αμερικανοί οικονομικοί επιτελείς, προσπαθώντας να της επιφέρουν ασφυξία, μέσα από την δραματική πτώση της λίρας και την αδυναμία συγκράτησης της φυγής κεφαλαίων, προς το εξωτερικό.

Με τις ενέργειές του, το οικονομικό επιτελείο της αμερικανικής κυβέρνησης προσπαθεί να οδηγήσει, σε μεγάλη πτώση την τουρκική λίρα, μέσα από την απώλεια εμπιστοσύνης των διεθνών χρηματαγορών και να οδηγήσει την τουρκική οικονομία, σε ένα σπιράλ θανάτου, αφού έτσι, αυτή η απώλεια εμπιστοσύνης θα ανακυκλωθεί και με την σειρά της θα ανακυκλώσει την πτώση της λίρας, με σκοπό την εκτίναξη του ξένου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ.

 Αλλά, παρά τα όσα λέγονται, η κατάσταση, στην Τουρκία είναι διαχειρίσιμη. Τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας φθάνουν τα 107,5 δισ. $. Είναι αρκετά, για να μπορέσει η τουρκική κυβέρνηση να διαχειρισθεί την κατάσταση, με την βοήθεια - εάν χρειασθεί, που, κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει - του ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων, σε ξένο συνάλλαγμα, γεγονός το οποίο θα συγκρατήσει το συνάλλαγμα αυτό, στο εσωτερικό της χώρας, με αποτέλεσμα οι όποιοι επενδυτές να υποχρεωθούν, εκ των πραγμάτων, να επενδύσουν, ή/και να καταναλώσουν τα χρήματα, που δεν θα μπορούν να βγάλουν, στο εξωτερικό, μέσα στην Τουρκία και να βοηθήσουν, στην ανάπτυξη της χώρας. 

Από την άλλη πλευρά, οι επενδύσεις στην Τουρκία, από το εξωτερικό φθάνουν στα 141 δισ. $ και φυσικά, όλα αυτά τα ποσά δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμα (ομόλογα, μετοχές κλπ). Το μεγαλύτερο μέρος του θα μείνει, ούτως, ή άλλως, μέσα στην Τουρκία και θα συνεχίσει να ενισχύει την εσωτερική, αλλά - κυρίως - την εξωτερική ζήτηση, μέσα από τις εξαγωγές.

Και βέβαια, πέραν τούτων, η απότομη πτώση της τουρκικής λίρας, ήδη, οδηγεί, παρά τα μέτρα του Donald Trump, σε μια τεράστια άνοδο των τουρκικών εξαγωγών, την ίδια στιγμή, που διογκώνονται οι άδηλοι πόροι της χώρας, από τον τουρισμό και τις άλλες υπηρεσίες, που προσφέρονται, στους ξένους εντός της Τουρκίας, όπως και από το εισόδημα, που έρχεται από το εξωτερικό. 

Κάπου εδώ, βρίσκεται και η αδυναμία του σχεδίου του Donald Trump. Η τουρκική οικονομία, παρά τις αναταράξεις, που τώρα, περνάει, θα καταφέρει να συνεχίσει την αναπτυξιακή της πορεία, με κάποιες προσωρινές απώλειες, οι οποίες, γρήγορα, θα ξεπεραστούν. 

Ένα από τα προβλήματα, που είναι πιθανό να αντιμετωπίσει η τουρκική κυβέρνηση, είναι αυτό των τουρκικών τραπεζών. Η πτώση της τουρκικής λίρας, σε επίπεδα, άνω του 1, προς 7, σε σχέση με το αμερικανικό δολλάριο, μπορεί να οδηγήσει, στην χρεωκοπία των τουρκικών τραπεζών. Το πρόβλημα θα είναι μεγάλο, αλλά αυτές μπορούν να ανακεφαλαιοποιηθούν. Και εάν δεν εμφανισθούν ιδιώτες, η ανακεφαλαιοποίησή τους, θα γίνει, από το τουρκικό κράτος. 

Κάπου εδώ, εμφανίζεται το φάντασμα του - υποτιθέμενου - πληθωρισμού, εάν αυτή η ανακεφαλαιοποίηση γίνει, με το νόμισμα της χώρας, χωρίς μετατρεψιμότητα (ή με ελεγχόμενη και ελαστική μετατρεψιμότητα), σε ξένο νόμισμα - δηλαδή, σε δολλάρια. Η αλήθεια είναι μία : Εάν η τουρκική ηγεσία χρειαστεί να ανακεφαλαιώσει τις τράπεζες, δεν θα την εμποδίσει ο πληθωρισμός να το πράξει, με λίρες. Αν θελήσει να το πράξει, θα το πράξει.

Επίσης, τίθεται το θέμα της ρευστότητας της τουρκικής οικονομίας και το τί θα συμβεί, εάν η τουρκική κυβέρνηση βρεθεί μπροστά, σε μια κρίση ρευστότητας και σε ουσιαστική αδυναμία δανεισμού, σε ξένο νόμισμα. Κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται, επί του παρόντος, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί, εάν ο Αμερικανός πρόεδρος τραβήξει, ακόμη πιο πολύ, το σχοινί της θηλειάς, στην τουρκική οικονομία.

Στην περίπτωση αυτή υποτίθεται ότι η τουρκική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να απευθυνθεί, για δανεισμό, στο ΔΝΤ, δηλαδή, ουσιαστικά, στην αμερικανική κυβέρνηση, η οποία, έτσι, θα επιβάλει τους όρους της.

Εννοείται ότι αυτήν την ΔΝΤπληξία δεν την κατανοώ. Προφανώς, κατανοώ την ανάγκη πολλών να συρθεί η Τουρκία, στο ΔΝΤ, προκειμένου να γίνει υποχείρια της Ουάσινγκτων.

Αλλά αυτή η ανάγκη δεν εδράζεται, στα στοιχεία της πραγματικότητας, που αφορούν την γειτονική μας χώρα. Ούτε η οικονομία  και πολύ περισσότερο, ούτε η γεωπολιτική της επιβάλλουν μια τέτοια επιλογή. Η Τουρκία (που δεν είναι Ελλάδα, διότι, ανάμεσα στα άλλα, το σημαντικότερο όλων είναι, ότι έχει το δικό της νόμισμα, που η χώρα μας δεν έχει), εάν βρεθεί στην ανάγκη, για ρευστό, έχει και άλλες επιλογές. Υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.

 Όσον αφορά τον διεθνή ρόλο του ΔΝΤ, όσοι μιλούν, γι' αυτόν, λησμονούν - καθόλου αθώα - κάτι σημαντικό :

Το ΔΝΤ έχει αποτύχει παταγωδώς και θα ήταν ένα πτώμα, εάν δεν ερχόταν η ευρωζωνική κρίση. Μπορεί η δημιουργία του ΔΝΤ να στηρίχθηκε, σε ιδέες του John Maynard Keynes, αλλά η εφαρμογή των ιδεών αυτών ήταν μερική και μονομερής. Ο ρόλος του ΔΝΤ δεν σχεδιάστηκε να είναι, μόνο, το να επιβάλει μέτρα, στους ελλειμματικούς. Ήταν και το να υποχρεώσει τους πλεονασματικούς να δαπανήσουν. Αυτό το τελευταίο, το ΔΝΤ, ουδέποτε το έπραξε. Και δεν μπορεί να το πράξει.

Αυτός είναι ο πραγματικός ρόλος του ΔΝΤ, σε κρίσεις ισοζυγίου. Και αυτός ο ρόλος είναι μονομερής και αχρείαστος.


Έτσι, με δεδομένες τις τεράστιες γεωπολιτικές αλλαγές, που λαμβάνουν χώρα, όχι, μόνο, στην περιοχή μας, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη και οι οποίες εντοπίζονται, στην αργή, βασανιστική και αιματηρή περιθωριοποίηση της Δύσης, δεν χρειάζεται να υπερβάλλουμε, όταν μιλάμε, για το διεθνές νομισματικό σύστημα, σε σχέση, με την Τουρκία - και όχι, μόνο.

Το ΔΝΤ υπάρχει, επειδή το θέλουν οι ΗΠΑ και οι πελάτες τους. Άλλη χρησιμότητα δεν έχει. Προφανώς, εάν η Τουρκία (που δεν είναι Ελλάδα) θελήσει ρευστό, μπορεί να στραφεί αλλού. Στην Κίνα, όπου θα βρει ανταπόκριση (για λόγους γεωπολιτικούς).


Άλλωστε και η Ελλάδα έχει, στο παρελθόν πράξει, αναλόγως. Και εδώ θα πρέπει να θυμίσω ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, το 2015, στράφηκε, στην Κίνα, για χρηματοδότηση. Η Κίνα ανταποκρίθηκε, αρχικά, αλλά, μετά από ένα τηλεφώνημα της Angela Merkel, στον Κινέζο πρόεδρο, η υπόθεση σταμάτησε. Και σταμάτησε, ανάμεσα στα άλλα, επειδή η ελληνική κυβέρνηση έκρινε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει τις γεωπολιτικές συμμαχίες της. (Ήταν, τότε, που ο Wolfgang Schäuble έλεγε, δημοσίως, ότι, εάν θέλει η Ελλάδα, μπορεί να βρει άλλους χρηματοδότες. Δηλαδή παραμύθια).

Και επειδή όπως είπαμε, η Τουρκία δεν είναι Ελλάδα, χρήσιμο είναι να μην αναμένεται ότι η τουρκική ηγεσία θα υποχρεωθεί να υποκύψει, στην Ουάσινγκτων. Ό,τι γίνει, θα αποτελεί επιλογή της τουρκικής ηγεσίας. 


Και φυσικά, είναι αστείο οι Αμερικανοί να θέλουν να την χρεοκοπήσουν, με ένα δημόσιο χρέος, ίσο με το 25% του ΑΕΠ της. Όχι ότι δεν μπορεί να γίνει, αλλά, στο τέλος, θα την πληρώσουν οι δανειστές της και θα χρεωκοπήσουν οι ιταλικές και οι άλλες ξένες τράπεζες, εάν η τουρκική ηγεσία αποφασίσει, έτσι θέλοντας, να ανακεφαλαιοποιήσει τις τουρκικές τράπεζες, με το δικό της νόμισμα.

Εάν, δηλαδή, οι Αμερικανοί ηγέτες περιμένουν μια τουρκική χρεωκοπία, θα εκπλαγούν, με όσα θα ακολουθήσουν. Απλούστατα, η τουρκική ηγεσία δεν πρόκειται να απευθυνθεί, στο ΔΝΤ.

Αν χρειαστεί (ουδόλως, είναι δεδομένο ότι θα χρειαστεί) ρευστό, θα απευθυνθεί, στην Κίνα. Και, παρά την πλούσια επιχειρηματολογία όλων όσων, σαν τον κ. Επαμεινώνδα Χαλδούπη, πιστεύουν ότι δεν θα βρει ανταπόκριση, θα βρει ανταπόκριση, διότι, δι' αυτού του τρόπου, θα έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα και θα έχει κάνει αλλαγή των γεωπολιτικών της επιλογών. Γι' αυτό, η τουρκική ηγεσία ζήτησε, από τις Η.Π.Α., να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Και για κανέναν άλλον λόγο. 

Άλλωστε, παρά τα όσα λέγονται, η Κίνα δανείζει χώρες, ακόμη και εκείνες, που δεν μπορεί να ελέγξει. Όποιος λέει το αντίθετο, σφάλλει. Μια χαρά, δανείζει η Κίνα ξένες χώρες. Και μάλιστα, πολύ καλύτερα, από το ΔΝΤ - δηλαδή με πολύ καλύτερους όρους. Ως εκ τούτου, η τουρκική ηγεσία μπορεί να κάνει αυτήν την αλλαγή, στις στρατηγικές επιλογές της. Άλλωστε, ό,τι πράξει η τουρκική ηγεσία, θα είναι δική της απόφαση. Και δεν θα είναι προϊόν ξένων πιέσεων. Ακόμη και αν επιλέξει να δεχθεί τους όρους των ΗΠΑ. Σε αυτή την περίπτωση, για ό,τι πράξει, δεν θα έχει το άλλοθι ότι δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς. (Ένα άλλοθι, το οποίο της δίνουν όλοι όσοι επιθυμούν να σκύψει το κεφάλι και να υποταχθεί, στις αμερικανικές επιθυμίες).

Στην ουσία, αυτό που κάνει η Ουάσινγκτων, δεν είναι, μόνο, να στέλνει στην αγκαλιά του Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Recep Tayyip Erdoğan και την Τουρκία. Αυτό, σε τελική ανάλυση θα είναι και το μικρότερο κακό, το οποίο θα μπορούσε, έστω και δύσκολα, να αντιμετωπισθεί.


Στην πραγματικότητα, η αλύσωση των γεγονότων, με την επιβολή κυρώσεων, στην Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και την Τουρκία (ακόμη και εάν φθάσει, στην απαγόρευση της χρησιμοποίησης του δολλαρίου, σε βάρος της Τουρκίας), οδηγεί, σιγά - σιγά, τις χώρες αυτές, στο να επιλέξουν να μην συναλλάσσονται και να μην αποτιμούν τα αγαθά τους, σε δολλάρια.

Δηλαδή, η αμερικανική κυβέρνηση οδηγεί αυτό το, υπό διαμόρφωση, μπλοκ των κρατών, που αποτελεί μια τεράστια αγορά, να συναλλάσσεται, με τα εθνικά νομίσματα αυτών των χωρών, με αποτέλεσμα την, περαιτέρω, αποδυνάμωση και την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του δολλαρίου.  

Με δεδομένο το γεγονός του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου, οι κυρώσεις, που επιβάλλει η Ουάσινγκτων είναι προφανές ότι οδηγεί τις χώρες αυτές, σε ολοένα και μεγαλύτερη συνεργασία. Έτσι, με αυτές τις χώρες του σύγχρονου συγκεντρωτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, το συγκεκριμένο μπλοκ θα αποκρυσταλλωθεί και θα έχει αποκτήσει μια αχανή αγορά και ενεργειακή αυτάρκεια, που δεν θα χρειάζεται να στηρίζεται, σε ισχυρά ξένα νομίσματα. 

Το δολλάριο, στην περίπτωση αυτή, θα πάει στην άκρη. Θα αποτελεί μια ανάμνηση του Ψυχρού Πολέμου και της ιδιόμορφης παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, με βάση το αμερικανικό εθνικό συμφέρον, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και του "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Κάπου εκεί, η Γερμανία και οι εξαγωγικές βιομηχανικές και μπατιροτραπεζικές ελίτ της, θα πρέπει να κάνουν τις επιλογές τους, αφού το δέλεαρ της τεράστιας αγοράς των χωρών αυτών, αλλά και των ενεργειακών πηγών τους, θα είναι μεγάλο και καθόλου ευκαταφρόνητο. Αν και βέβαια, οι επιλογές της Γερμανίας είναι, ακόμη, δεσμευμένες, από την Ουάσινγκτων.

Έτσι, εάν το, περί ου ο λόγος, μπλοκ των χωρών αποφασίσει να παραγκωνίσει το δολλάριο, καταστρέφοντας τον διεθνή του ρόλο και μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του πλανήτη, στην Ασία, αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει, μεσομακροπρόθεσμα, τις Η.Π.Α., στο να κάνουν την δική τους επιλογή. Και η επιλογή αυτή, με δεδομένο το γεγονός, ότι σε απόλυτους όρους, η κινεζική οικονομία είναι η πρώτη, στον πλανήτη, δεν μπορεί να είναι άλλη, από το δίδυμο του πολέμου, ή της αποδοχής του παραγκωνισμού τους.

Αυτό είναι το κλίμα, που αναδεικνύει η τωρινή τουρκική χρηματοπιστωτική κρίση. Και το κλίμα αυτό δεν είναι καλό, διότι, ο συνδυασμός της τουρκικής κρίσης, με τις αμερικανικές κυρώσεις, απέναντι στην Ρωσία, με αφορμή την υποθεση της δηλητηρίασης του Σεργκέϊ Σκριπάλ και της κόρης του, οδηγεί τα πράγματα, σε έναν αμείλικτο οικονομικό πόλεμο, ο οποίος, όπως είπε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέϊ Λαβρώφ, δεν θα μείνει αναπάντητος και θα απαντηθεί, με οικονομικά, με πολιτικά και αν θα χρειασθεί και με άλλα μέσα.

Και φυσικά, αυτά τα "άλλα μέσα" είναι που πρέπει να προβληματίζουν όλους μας. Και κυρίως, οι "παράπλευρες απώλειες", που θα ακολουθήσουν...