Τα ανισομερή και ανισοβαρή αποτελέσματα του οικονομικού ανταγωνισμού και της οικονομικής συνεργασίας, η απειλή ενός μεγάλου πολέμου, μέσα από την επαναφορά της κρατικής ισχύος, ως ρυθμιστικού παράγοντα, στις διεθνείς σχέσεις και τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας.

 
Με δεδομένη την αποδιοργάνωση της παγκοσμιοποίησης και τον κίνδυνο, για την παγκόσμια ειρήνη, που αυτή η εκπτωτική πορεία της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας συνεπάγεται, η γραμμή Κάρμαν (Kármán line), που χωρίζει την γήινη ατμόσφαιρα, από το διάστημα, είναι βέβαιο ότι θα παύσει να υφίσταται, όταν ξεσπάσει ένας ολοκληρωτικός πυρηνικός πόλεμος. Από την Γη δεν θα έχουν μείνει και πολλά πράγματα. Αυτή η πιθανότητα φαίνεται να είναι μακρινή, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Και όσοι την μηδενίζουν, σφάλλουν...

Η νέα - λεκτική, προς το παρόν - αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων, γύρω από τα όσα πρόκειται να συμβούν, στο συριακό μέτωπο, εν όψει της αναμενόμενης επίθεσης του συριακού στρατού του Μπασάρ αλ Ασάντ, στην περιοχή του Ιντλίμπ, όπου εδεύουν οι εκδιωχθέντες, από τα άλλα πεδία των μαχών, αντικαθεστωτικοί αντάρτες και όπου συνωστίζεται ένας πληθυσμός της τάξεως των 3.500.000 ανθρώπων, με δεδομένη την, κατά την γνώμη μου, γοργή αποστασιοποίηση της Τουρκίας του Recep Tayyip Erdoğan, από την αμερικανική, αλλά και την δυτική, σφαίρα επιρροής και την προσέγγισή της προς την Ρωσία (με την οποία εντείνει και εμβαθύνει τις σχέσεις της, παρά την λυσσώδη αντίδραση της Ουάσινγκτων), την Κίνα και τους BRICS, με ωθεί, για μία ακόμη φορά, να σκεφθώ γύρω από το τί δεν πήγε καλά, στις διεθνείς σχέσεις και σε πλανητικό επίπεδο.

Η (όχι και τόσο) απότομη επιδείνωση των διεθνών σχέσεων, η οποία προήλθε από την ραγδαία αποδιοργάνωση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, από τον Σεπτέμβριο του 2008 και με επιταχυνόμενο ρυθμό, εσχάτως, λόγω της εκλογής του Donald Trump και την επιθετική εμπορική πολιτική, που ακολουθούν αυτός και το επιτελείο του, θέτει, για πολλοστή φορά, επί τάπητος, την, διαχρονικά, απίστευτη αφέλεια της συλλογικής ψευδούς συνειδήσεως των ελίτ των σύγχρονων ανθρώπινων κοινωνιών, στην καπιταλιστική τους εκδοχή, στο μέτρο, που οι δύο εκφάνσεις της - η φιλελεύθερη και η κρατικιστική, στην μαρξιστική και στην κλασική συντηρητική της έκδοση - εδράζονται και θέλουν να αποδείξουν την ορθότητά τους, σε μια σειρά νομοτελειών, που συγκροτούν έναν οικονομικό ντετερμινισμό, ο οποίος, στην πραγματικότητα, παραμένει μετέωρος, επειδή αυτές οι υποτιθέμενες νομοτέλειες είναι, εμπειρικά, αναπόδεικτες.

Αυτό, που έχει καταστεί φανερό, είναι ότι οι κεντρικές ιδέες των δύο ιδεολογικών/ψευδοσυνειδησιακών αυτών ρευμάτων σκέψης και θέασης του κόσμου, καθιστούν τον φιλελευθερισμό και τον μαρξισμό - συντηρητισμό, ως το αντεστραμμένο είδωλο του ενός και του άλλου. Αυτή η διαπίστωση είναι προφανές ότι σκανδαλίζει τους οπαδούς των ρευμάτων αυτών, επειδή έχουν μάθει να ζουν, εν μέσω αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων, οι οποίες, ιστορικά, υπήρξαν αιματηρότατες, αλλά, στην πραγματικότητα, ισχύει, ως έχει και μάλιστα χωρίς εκπτώσεις.

Πράγματι, όταν εξετάσουμε τις κεντρικές ιδέες αυτών των ρευμάτων, σε σχέση με την οικονομία, το εμπόριο και τον πόλεμο, δεν μπορούμε να καταλήξουμε, σε διαφορετικό συμπέρασμα. Από την μια πλευρά, οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν, πάντοτε, την ιδέα και είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι η διεύρυνση του διεθνούς εμπορίου και η εμβάθυνση των διακρατικών οικονομικών σχέσεων θα βάλουν, στην άκρη, τον πόλεμο και θα εξανθρωπίσουν τις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών. Αυτή η ιδέα και αυτή η πεποίθηση εξακολουθούν, πάντοτε και με επίμονη σταθερότητα, παραμένουν στο επίκεντρο των ελιτιστικών κύκλων του φιλελεύθερου κοινωνικού φαντασιακού.

Από την άλλη πλευρά, οι μαρξιστές και οι κλασικοί αστοί συντηρητικοί είχαν και εξακολουθούν να έχουν, πάντοτε, ως κεντρική ιδέα, την πεποίθηση ότι ο πόλεμος, ως εργαλείο πολιτικής, έχει, ως αιτία, τον οικονομικό ανταγωνισμό. Και φυσικά, στην πράξη καταλήγουν και αυτοί στο συμπέρασμα ότι η οικονομική συνεργασία μπορεί να οδηγήσει, στον παραγκωνισμό του πολέμου και ότι θα φέρει την ειρηνική συνύπαρξη.

Μπορεί, οι μαρξιστές όλων των τάσεων να βλέπουν την επικράτηση του σοσιαλισμού, ως εργαλείο για την επίτευξη της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας και οι αστοί συντηρητικοί την κρατική επιτήρηση του οικονομικού ανταγωνισμού, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αφού είναι λογικό και αναμενόμενο όσοι πιστεύουν ότι ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί, στον πόλεμο, να έχουν σχηματίσει και την πεποίθηση ότι οι πολεμικές συγκρούσεις θα ατονήσουν και θα τεθούν, στην άκρη, μέσα από την οικονομική συνεργασία.

Στην πραγματικότητα, εάν παρατηρήσουμε την ιστορική εξέλιξη, οι αποδείξεις, για την ορθότητα αυτού του κεντρικού ιδεολογήματος των σύγχρονων ελίτ είναι προβληματικές και όπως έχει επισημάνει ο Παναγιώτης Κονδύλης στηρίζονται, μόνο, σε εκ των υστέρων, εκλογικεύσεις. Η έλευση του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και η κατάρρευση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας της, προ του πολέμου αυτού, εποχής, δεν ήλθε επειδή δεν υπήρχε οικονομικός ανταγωνισμός, ή επειδή δεν υπήρχε οικονομική συνεργασία. Εκείνη την εποχή ο οικονομικός ανταγωνισμός ήταν ενεργός και η οικονομική συνεργασία των, μετέπειτα, στα πεδία των μαχών, αντιπάλων ήταν στο απόγειό της.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την παγκοσμιοποίηση της δικής μας εποχής και την διαδικασία της αποδιοργάνωσής της, η οποία δεν προέκυψε από την ανυπαρξία του οικονομικού ανταγωνισμού, ή από την έλλειψη της οικονομικής συνεργασίας, μεταξύ των διαφόρων χωρών του πλανήτη. Και τα δύο αυτά φαινόμενα εμφανίζονται, με μεγίστη ένταση, χωρίς όμως αυτός ο οικονομικός ανταγωνισμός και αυτή η οικονομική συνεργασία, η οποία εμβαθύνθηκε, μεταξύ των χωρών του πλανήτη, όσο ποτέ, στο παρελθόν, να αποτρέψουν τα αποδιοργανωτικά φαινόμενα, που έχουν εμφανισθεί και ενώ το φάσμα ενός μεγάλου πολέμου, ή και περισσότερων του ενός, να εντοπίζεται ως μια πολύ υπαρκτή πιθανότητα, στους ταραγμένους καιρούς μας.

Ως εκ τούτου, δεν είναι αυτή η ίδια η οικονομική συνεργασία, ως τέτοια, που ωθεί τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, προς την ειρηνική συνύπαρξη, ή ο οικονομικός ανταγωνισμός, προς τον πόλεμο, αλλά τα αποτελέσματά τους και ειδικότερα, ο βαθμός και το μέγεθος της θετικής, ή της αρνητικής τροπής, αυτών των οικονομικών και κοινωνικών καταστάσεων και συμπεριφορών.

Εδώ είναι που εντοπίζεται ένα σημαντικό τμήμα της πολυπλόκαμης ρίζας του προβλήματος, που οδηγεί, σήμερα, την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, σε αποδιοργάνωση, με παρόμοιο τρόπο με εκείνον, που οδήγησε την αντίστοιχη παγκοσμιοποιητική διαδικασία των αρχών του 20ου αιώνα, στην καταστροφική λαίλαπα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος, ουσιαστικά, ήταν η δεύτερη φάση του πρώτου, ύστερα από το time out του Μεσοπολέμου.

Αλλά δεν είναι, μόνο, τα ανισομερή και ανισοβαρή αποτελέσματα του οικονομικού ανταγωνισμού και της οικονομικής συνεργασίας, στην διεθνή σκηνή, που οδηγούν τους κοινωνικούς σχηματισμούς, μέσα από την ελιτιστική διάρθρωση των μηχανισμών της λήψης των αποφάσεων, επί των κρατικών και των κοινωνικών υποθέσεων, που παίζουν τον, πολύ σημαντικό, έως καθοριστικό ρόλο τους, για τις τύχες των κοινωνιών και των διάφορων εκδοχών των οικονομικών συστημάτων του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Εάν ήσαν, μόνο, αυτά να παίζουν ρόλο στις διεθνείς σχέσεις, τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλά. Δεν είναι όμως.

Ο οικονομικός ανταγωνισμός, η οικονομική συνεργασία και τα όποια αποτελέσματά τους, στην καθημερινότητα των κοινωνιών, αντλούν την ίδια τους την υπόσταση και πλαισιώνονται από την έμπρακτη έννοια της δυνάμεως, της ισχύος, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, προσδιορίζονται, ως δύναμη και ως ισχύς επιβολής του κράτους, το οποίο, ως έννοια, ταυτίζεται, με την (υποτιθέμενη, ή πραγματική) νομιμοποιημένη και θεσμική βία.

Εδώ είναι που εντοπίζονται και τα αδιέξοδα των φιλελεύθερων, αλλά και των μαρξιστών θεωρητικών και οπαδών της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, η αποδιοργάνωση της οποίας αποτελεί και την πρακτική ένδειξη και απόδειξη αυτών των αδιεξόδων, αφού η παγκοσμιοποιητική διαδικασία, ως ένας κολοσσιαίων διαστάσεων οικονομικός και κοινωνικός μηχανισμός, με εργαλείο τις πολυεθνικές εταιρείες και με οικονομική και κοινωνική βάση την γραφειοκρατική τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων, περιέχει, ως συστατικό της στοιχείο, τον περιορισμό, την απονεύρωση και μια ιδιότυπη "απονέκρωση" (για να θυμηθούμε και τις θεωρητικές κατασκευές του Karl Marx, του Friedrich Engels και των οπαδών τους) της λειτουργικής ισχύος των, επί μέρους, κρατών, προς χάρη του οικονομικού ανταγωνισμού και της ζητούμενης και επιδιωκόμενης οικονομικής συνεργασίας.

Έτσι, προς δυστυχία των παγκοσμιοποιητών και των οπαδών τους, εντός των οποίων η τεχνοδομή των μεγάλων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων αποτελεί τον βασικό οικονομικό και κοινωνικό κορμό, η πραγματικότητα κινήθηκε και εξακολουθεί να κινείται, στην, εντελώς, αντίθετη κατεύθυνση, με την βουλησιαρχική επανεμφάνιση των κρατών, ως φορέων άσκησης πρωτογενούς ισχύος, η οποία επισυνέβη, από τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000 και συγκεκριμενοποιήθηκε, στις περιπτώσεις της Ρωσίας και της Κίνας και επεκτάθηκε, στις περιπτώσεις και άλλων αναπτυσσόμενων κρατών (Ινδία, Βραζιλία, Τουρκία κλπ), αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο, αμφισβητώντας, μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους, την κανονιστική διαδικασία λειτουργίας της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, αλλά και τα κατεστημένα αποτελέσματά της, τα οποία επικεντρώνονται, στην διατήρηση της ισορροπίας των δυνάμεων, υπέρ της Δύσης, ως συνασπισμού συμφερόντων, που βρίσκεται, υπό την ηγεσία των Η.Π.Α.

Το αστείο είναι ότι η ίδια η παγκοσμιοποιητική διαδικασία είναι που, μέσα από την πραγματικότητα, που αναδύθηκε, από την λειτουργία της, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", μέχρι την ηθελημένη και οργανωμένη, στην Ουάσινγκτων, αποδομητική χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008, δημιούργησε τους όρους και τις προϋποθέσεις, για την αμφισβήτηση και την εκφυλιστική έκπτωσή της, με την, εξ αρχής, δεδομένη ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και την ανάδειξή της, ως πρώτης οικονομίας, στον πλανήτη, γεγονός το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα της ένταξης αυτής της τεράστιας χώρας, που λειτουργεί, στα πλαίσια ενός συγκεντρωτικού κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, αλλά και την παράλληλη επανεμφάνιση του ρωσικού κράτους, ως αυτοτελούς υπερδύναμης.

Ως εκ τούτου, το φυσιολογικό αποτέλεσμα αυτής της αναπόδραστης εξέλιξης δεν θα μπορούσε να είναι άλλο, από την ενδυνάμωση των κρατών, που η ίδια η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε και διευκόλυνε. Και φυσικά, αυτή η ενδυνάμωση των κρατών αυτών ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει τις ηγεσίες τους και τις τοπικές ελίτ, που στηρίζουν αυτές τις ηγεσίες, στην χρήση της ισχύος, της δύναμης του κράτους, είτε αυτή είναι ήπια, αλλά και ολοένα και περισσότερο αποφασιστική, είτε απειλητική και ενίοτε, ωμή.

Αλλά η χρήση της ισχύος, δηλαδή η απειλή της χρήσης βίας, ως βασικού εργαλείου, στις σχέσεις των μεγάλων κρατών, των υπερδυνάμεων και των μεγάλων πολιτικοστρατιωτικών συνασπισμών, έρχεται, σε σύγκρουση, με την λογική και την λειτουργία της παγκοσμιοποίησης, ακόμη και όταν οι σκοποί αυτής της μορφής της ισχύος δεν κατατείνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό είναι το πρακτικό δράμα των θεωρητικών και των, εν τοις πράγμασι, εφαρμοστών της παγκοσμιοποίησης, το οποίο προκύπτει, από την αντίφαση, ανάμεσα στους διακηρυγμενους και υποτιθέμενους σκοπούς της παγκοσμιοποίησης και στα πρακτικά αποτελέσματά της, μέσα από την ανισόμερη και ανισοβαρή κατανομή και ανακατανομή των οικονομικών πλεονεκτημάτων και ως εκ τούτου και των μειονεκτημάτων, που επιφέρει η λειτουργία της και τα οποία, εκ των πραγμάτων, οδηγούν, στην ανακατανομή της ισχύος, ανάμεσα στα κράτη και τις ελίτ, που τα διοικούν.  

Αυτή η ανακατανομή της ισχύος, ανάμεσα στα κράτη - και ιδίως, στα μεγάλα κράτη, με ηγετικές φιλοδοξίες -, πραγματοποιείται, σε πλανητικό επίπεδο, είναι ως εκ τούτου, τεράστια και εξ αυτού του λόγου καθίσταται απειλητική, αφού, από ένα σημείο και μετά, θα πρέπει να θέσει, εκ ποδών, τις κατεστημένες δυνάμεις, οι οποίες απολαμβάνουν τα ωφελήματα, από ένα status quo, το οποίο, απλώς, δεν υφίσταται, πια και εκ των πραγμάτων, θα οδηγήσει στην αμφισβήτηση των κανόνων της παγκοσμιποιητικής διαδικασίας.

Έτσι, μπορεί, στην αρχή της δεκαετίας του 1990, με την εκκίνηση της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, να επικράτησε η ιδεολογία, που την εξέφραζε και η οποία ορίζει ότι ο πόλεμος (ο μεγάλος πόλεμος), παρά το, περί του αντιθέτου, παράδειγμα του 1914, είναι απίθανος, εξ αιτίας της εκτεταμένης πλανητικής διαπλοκής των οικονομιών και της συνακόλουθης πύκνωσης των δεσμών μεταξύ τους, όμως, στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη, ως, άρρηκτα, οικοδομούμενη ενότητά τους, κάθε άλλο παρά υποχρεωτική και δεδομένη είναι, αφού η εμβάθυνση της παγκοσμιοποίησης αποτελεί το πεδίο, πάνω στο οποίο εντείνονται οι διαφοροποιήσεις, εξ αιτίας των διαφορετικών αναπτυξιακών ταχυτήτων των κρατών, δηλαδή των παραδοσιακών μορφών συγκεντρώσεως της εξουσίας. 

Απέναντι, στο παράδειγμα του πολέμου του 1914, οι οπαδοί του φιλελευθερισμού και οι υποστηρικτές της θετικής επίδρασης του παγκοσμιοποιητικού μοντέλου της "ελεύθερης οικονομίας" παρουσιάζουν το παράδειγμα της ειρηνικής μεταπολεμικής Ευρώπης, προκειμένου να πείσουν ότι η σημερινή εποχή είναι εντελώς διαφορετική, από την εποχή της έκρηξης του πρώτου ευρωπαϊκού πολέμου, στον 20ο αιώνα και ο οποίος μετατράπηκε, σε παγκόσμιο πόλεμο. Με αυτό το επιχείρημα, θέλουν να αποδείξουν ότι η οικονομική και η πολιτική συνεργασία των ευρωπαϊκών χωρών οδήγησε στην αποτροπή του πολέμου, στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Δεν έχουν δίκιο. Δεν είναι, μόνο, ότι, όταν μιλούν, για "Ευρώπη", εξαιρούν την Ρωσία, η οποία είναι και αυτή Ευρώπη. Ακόμη και αν παρακάμψουμε αυτή την αφύσικη εξαίρεση, η ύπαρξη της οποίας καταστρέφει το προσκομιζόμενο παράδειγμα, στην πραγματικότητα, αυτό, που ισχύει, είναι το αντίστροφο. Είναι η αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να διεξάγουν, μεταπολεμικά, έναν νέο πόλεμο, που οδήγησε τις ευρωπαϊκές ελίτ και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στην οικονομική συνεργασία και τίποτε άλλο. 

Αυτό συνέβη, διότι, μετά τον πόλεμο, η διηρεμένη Ευρώπη έχασε την παγκόσμια κυριαρχία της και αναλόγως όπως, χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης : "έχασαν και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί την κοσμοϊστορική σημασία τους (όποιος κυριαρχεί στην Ευρώπη δεν κυριαρχεί πια στον κόσμο ολόκληρο) και γι' αυτό η έντασή τους έπεσε κάθετα, υπό την κηδεμονία μάλιστα των ΗΠΑ. Στην ιμπεριαλιστική εποχή οι ανταγωνισμοί αυτοί όχι μόνο δεν εμπόδιζαν τη γενική ευρωπαϊκή επέκταση αλλά και την επέτειναν, γιατί κάθε ευρωπαϊκή Δύναμη φρόντιζε να μη μείνει πίσω από τις άλλες. Την εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας της Ευρώπης ο πλανήτης συνομαδωνόταν γύρω από τον άξονα των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών, ενώ σήμερα τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται να συνομαδωθούν και να συνασπισθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Με άλλα λόγια: ως το 1945 στην Ευρώπη ο πόλεμος ήταν ασθένεια της δύναμης, ενώ μετά το 1945 έγινε απίθανος γιατί την Ευρώπη την πρόσβαλε η ασθένεια της αδυναμίας".


Και φυσικά, όπως, επίσης, ορθώς, επισημαίνει ο Παναγιώτης Κονδύλης, το πρόβλημα της κολοβομένης Ευρώπης, σήμερα, δεν είναι, "ενότητα, ή πόλεμος", αλλά "ενότητα, ή παρακμή". Και φυσικά, αυτή η "Ευρώπη", επιλέγοντας την δημιουργία της ευρωζώνης και όχι της κρατικής ομοσπονδίας, έχει επιλέξει την παρακμή, διότι οι ηγεσίες της αφέθηκαν, βλακωδώς, στους υποτιθέμενους και στην πράξη, μη υπαρκτούς αυτοματισμούς της οικονομίας, να ορίσουν τις τύχες της ευρωπαϊκής ηπείρου, αφήνοντάς την κολοβή και ανίσχυρη απέναντι στην ισχύ των μεγάλων πλανητικών υπερδυνάμεων - παλαιών και ανερχόμενων.

Και φυσικά, κάπου εδώ, δηλαδή στην κατανομή και στην ανακατανομή της ισχύος των υπερδυνάμεων, είναι που εδράζεται η σύγχρονη απειλή ενός μεγάλου πολέμου, ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει, αφού η παγκόσμια κατάσταση, όπως, ορθότατα, λέει ο υπέργηρος Henry Kissinger, βρίσκεται, στις ισορροπίες του 1938, είτε αύριο, με αφορμή την Συρία, ή τα Βαλκάνια, είτε, αργότερα με όσα συμβαίνουν, στην Βαλτική, ή στην Μαύρη Θάλασσα, ή στις Θάλασσες της Νότιας Κίνας, ή αλλού.

Και φυσικά, για όλους αυτούς τους λόγους οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί...