Η ταλάντευση της βρετανικής πολιτικής ολιγαρχίας, ανάμεσα σε ένα μαλακό, ή σκληρό Brexit, η Theresa May, ο Boris Johnson, ο Jeremy Corbyn και η εμπλοκή τους στα παιχνίδια για την κατάκτηση της εξουσίας.

 
 
Η ψηφοφορία, στο βρετανικό κοινοβούλιο, για την κύρωση, ή μη, του κειμένου της συμφωνίας, στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση της Theresa May, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση", θέτει, εκ των πραγμάτων το ερώτημα, για το εάν αυτή η συμφωνία πρέπει, ή δεν πρέπει, να ψηφισθεί.

Παρά την οξύτατη αντιπαράθεση, που γίνεται, γύρω από το θέμα αυτό και παρά το γεγονός ότι, όπως φαίνεται, αυτή η συμφωνία δύσκολα θα μπορέσει να κερδίσει την πλειοψηφία των Βρετανών βουλευτών, τα πράγματα, όσον αφορά το περιεχόμενο της συμφωνίας, μπορούν να εκτιμηθούν, με ψυχραιμία, προκειμένου να διαπιστωθούν οι πραγματικές διαθέσεις των αντιπαρατιθέμενων, να εντοπισθούν τα όποια δίκαια,  ή άδικα επιχειρήματά τους.

Μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο η πλειοψηφία του 51,9% του εκλογικού σώματος ψήφισε υπέρ της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τα πολιτικά στρατόπεδα, που έχουν διαμορφωθεί, στην χώρα αυτή, δεν είναι τα βασικά δύο στρατόπεδα των υποστηρικτών του Brexit και εκείνων, οι οποίοι είναι υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.".

Στα στρατόπεδα αυτά έχει προστεθεί και ένα ακόμη πολιτικό στρατόπεδο. Αυτό των υποστηρικτών μιας στενής ειδικής σχέσης της Βρετανίας, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση". Μια στενή ειδική σχέση, το περιεχόμενο της οποίας θα είναι, όσο πιο κοντά γίνεται, με το περιεχόμενο της τροποποιημένης συμφωνίας παραμονής της Βρετανίας, με την "Ε.Ε.", την οποία είχε αποσπάσει η κυβέρνηση του David Cameron και την οποία προσπάθησε να επικοινωνήσει, στο βρετανικό εκλογικό σώμα. (Ανεπιτυχώς, όπως προκύπτει, εκ του αποτελέσματος).

Αυτό το τρίτο πολιτικό στρατόπεδο, στο οποίο ηγείται η συντηρητική πρωθυπουργός Theresa May, θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία, που έχει υπογράψει, είναι η καλύτερη δυνατή, στην παρούσα φάση και ότι οι όποιες αδυναμίες της, μπορούν να διορθωθούν, σε μια επόμενη φάση, όταν θα υπογραφεί η ειδική εμπορική συμφωνία, ανάμεσα, στην Βρετανία και την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Οι σκληροί Brexiteers, που συνασπίζονται, γύρω από τον Boris Johnson, διαφωνούν, πλήρως, με αυτή την προσέγγιση. Θεωρούν ότι οι διατάξεις της συμφωνίας αυτής κρατούν την Βρετανία, υποχείρια, στην "Ε.Ε." και ότι αυτό πρέπει να αποτραπεί, με την καταψήφισή της, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο, για την διαπραγμάτευση μιας νέας συμφωνίας. Και φυσικά, εάν μια τέτοια συμφωνία δεν γίνει κατορθωτή, λόγω της επιμονής των "ευρωενωσιτών", τότε η μόνη επιλογή είναι η προετοιμασία της χώρας, για ένα σκληρό Brexit, για μια έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τον Μάρτιο του 2019, χωρίς συμφωνία.

Τα ουσιαστικά προβλήματα αυτής της συμφωνίας βρίσκονται, στα εξής σημεία :

1) Στο βορειοϊρλανδικό πρόβλημα, που αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους, στα σύνορα της βρετανική Βόρειας Ιρλανδίας, με το Έϋρε, με το ανεξάρτητο ιρλανδικό κράτος.

2) Στο πρόβλημα της τελωνειακής ένωσης της Βρετανίας, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση", η οποία τελωνειακή ένωση υποτίθεται ότι αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση, αλλά αυτό είναι, μόνο, μια υπόθεση.

3) Στο ζήτημα της υπαγωγής της Βρετανίας, στην δικαιοδοσία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.

Αυτά είναι τα προβλήματα, που έχει αυτή η συμφωνία. Και αυτά τα προβλήματα είναι, που έχουν πυροδοτήσει την σφοδρή αντιπαράθεση, μέσα στους κόλπους, κατά πρώτο λόγο, των Tories, που κυβερνούν, σε συμμαχία με το βορειοϊρλανδικό κόμμα DUP, αλλά και μέσα στο Εργατικό Κόμμα του Jeremy Corbyn, όπου και σε αυτό υπάρχει μια ισχυρή πτέρυγα των Brexiteers, η οποία μπορεί να είναι μειοψηφική, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Όπως φαίνεται το κλίμα, μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα, είναι βαρύ, για την κυβέρνηση και την συμφωνία, που έρχεται, στην κρίση του κοινοβουλίου της χώρας. Το ακανθώδες θέμα της Βόρειας Ιρλανδίας και η σύνδεσή του, με την παραμονή της Βρετανίας, στην τελωνειακή ένωση, με την "Ε.Ε.", όπως και η υπαγωγή της Βρετανίας, στην δικαιοδοσία του ευρωδικαστηρίου, εμπλέκονται, με την σύγκρουση, για την διαδοχή της Theresa May, στην αρχηγία του κόμματος και στην πρωθυπουργία, θέσεις τις οποίες διεκδικεί ο, παραπάνω, εικονιζόμενος Boris Johnson και οι Brexiteers.

Αυτή η σφοδρή εσωκομματική κόντρα, στους Tories, η οποία σοβεί, μετά την αναπάντεχη άνοδο του Εργατικού Κόμματος, στις περυσινές βουλευτικές εκλογές, που ξεπέρασε την (επίσης) άνοδο των Συντηρητικών, με αποτέλεσμα η πρωτιά των Tories να μην συνοδευτεί, με την επίτευξη της αυτοδυναμίας, έχει επανέλθει και έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, εξ αιτίας της μεσοβέζικης πολιτικής της μετριοπαθούς Theresa May, η οποία, αν και υποχρεώθηκε να διαπραγματευθεί το Brexit, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την παραίτηση του David Cameron, από την πρωθυπουργία, κατά την, προ του δημοψηφίσματος, χρονική περίοδο, είχε ταχθεί, δημοσίως, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Ο Boris Johnson και οι, συν αυτώ, ευρωσκεπτικιστές δεν έχουν καμμία εμπιστοσύνη, στους χειρισμούς και στις πραγματικές προθέσεις της Βρετανίδας πρωθυπουργού, την οποία υποψιάζονται - και την κατηγορούν -, για μια κρυφή ατζέντα, που αποσκοπεί, στην παραμονή της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", ή για την δημιουργία μιας στενής ειδικής της χώρας τους, με την "Ένωση" και μάλιστα, τόσο στενής, που θα είναι βλαπτική, για τα συμφέροντα της ελίτ, την οποία εκπροσωπούν και η οποία κατάφερε να νικήσει τους "ευρωπαϊστές", στο σχετικό δημοψήφισμα.

Αυτές τους τις διαφωνίες ο πρώην δήμαρχος του Λονδίνου και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Theresa May, ο πληθωρικός Boris Johnson και οι υπερασπιστές της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τις χρησιμοποιούν, για το μείζον. Και αυτό το μείζον, για κάθε φιλόδοξο Βρετανό (και όχι, μόνο, Βρετανό) πολιτικό, είναι η πρωθυπουργία και το πάνω χέρι, στα πλαίσια του κόμματος.

Βέβαια, το ερώτημα που γεννάται, εδώ, έχει να κάνει, με το εάν, όντως, η Theresa May επιθυμεί την παραμονή της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" και εάν έχει μια τέτοια κρυφή ατζέντα. Προφανώς, η Βρετανίδα πρωθυπουργός επιθυμεί την παραμονή. Είναι Remainer και αυτό, όπως προανέφερα, το έχει εκφράσει, στην προεκλογική εκστρατεία του δημοψηφίσματος. Πιθανόν να επιθυμεί οι εξελίξεις να οδηγήσουν τα πράγματα, προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά κρυφή ατζέντα, για κάτι τέτοιο δεν έχει.

Η Theresa May αντιλαμβάνεται αυτό που αντιλαμβάνεται και ο ηγέτης των Εργατικών Jeremy Corbyn. Ότι δηλαδή, μια υποστήριξη της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", δεν μπορεί να περάσει τώρα. Μπορεί να περάσει, μετά από αρκετά χρόνια, από σήμερα και πάντα, μετά από διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος, αλλά όχι τώρα. Τώρα, ακόμη και ένα νέο δημοψήφισμα να προκηρυχθεί, όπως ζητούν, μέσα στην απελπισία τους, οι οπαδοί της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", δεν πρόκειται να αλλάξει η ετυμηγορία του βρετανικού εκλογικού σώματος. Οι Remainers θα ηττηθούν και πάλι.

Αυτό που, τώρα, μπορεί να γίνει και το οποίο η ίδια μπορεί να κάνει, είναι το να κρατήσει την Βρετανία κοντά στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", αποφεύγοντας το Brexit, χωρίς συμφωνία και αφήνοντας όλα τα παράθυρα ανοικτά, προκειμένου να αξιοποιηθούν, αργότερα, όταν και εάν κάτι τέτοιο καταστεί δυνατό και επιθυμητό. Και αυτό είναι εκείνο για το οποίο μάχεται, με την συμφωνία ενός απαλού Brexit, την οποία έχει υπογράψει και την οποία αποπειράται να περάσει στο βρετανικό κοινοβούλιο, ζητώντας του να την αποδεχθεί.

Φυσικά, το έργο της είναι πολύ δύσκολο, έως ακατόρθωτο, με το κλίμα, που επικρατεί. Όπως φαίνεται, δεν έχει την πλειοψηφία. Και εάν αυτό επιβεβαιωθεί, οι εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, θα είναι, ραγδαίες και προφανώς, άκρως, ενδιαφέρουσες, αφού ο αγώνας, για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, από τους αντιπάλους της, θα ενταθεί, στο έπακρο.
Αλλά δεν είναι, μόνο ο Boris Johnson, που έχει τις δικές του φιλοδοξίες, για την πρωθυπουργία. Υπάρχει και άλλος ενδιαφερόμενος. Αυτός. βέβαια, δεν επιθυμεί να αναλάβει την αρχηγία των Tories. Πρόκειται, για τον, ανωτέρω, εικονιζόμενο αρχηγό των Εργατικών Jeremy Corbyn, ο οποίος θεωρεί ότι αυτός είναι εκείνος - και όχι ο Boris Johnson, ή οποιοσδήποτε άλλος, από το Συντηρητικό Κόμμα, που μπορεί να αρπάξει την ευκαιρία να διαδεχθεί την Theresa May, στην θέση του πρωθυπουργού. Και δεν έχει άδικο. Όντως, θα έχει και αυτός την ευκαιρία, που θέλει, εάν καταφέρει να προκηρυχθούν, γενικές εκλογές, στην Βρετανία.

Μπορεί να - και προφανώς - το επιθυμεί, αλλά και ο ηγέτης των Εργατικών, ο οποίος έχει επιτύχει να αποκτήσει την κυριαρχία, μέσα στο κόμμα του, έχει τις δυσκολίες του. Το Κόμμα Εργασίας της Βρετανίας κέρδισε τις εντυπώσεις και απέκτησε την απαραίτητη πολιτική δυναμική, μετά την αναπάντεχη επιτυχία του, στις βρετανικές βουλευτικές εκλογές της 8/6/2017, αλλά έχει επιδοθεί, σε μια επίμονη προσπάθεια πειθούς της εργατικής βάσης του, στον Βορρά, η οποία, παρά την θετική στάση του αρχηγού του, στο δημοψήφισμα, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", ψήφισαν, υπέρ του Brexit, αφήνοντας τους Remainers, στα κρύα του λουτρού και φυσικά, είναι καχύποπτη, για τις προθέσεις της ηγεσίας του κόμματος.

Αυτή η διχαστική πραγματικότητα έχει οδηγήσει τον Jeremy Corbyn να αποδεχθεί την ετυμηγορία της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος και να λέει ότι θα την εφαρμόσει, αφήνοντας, για το απροσδιόριστο μακρινό μέλλον μια πιθανή επανατοποθέτηση του ερωτήματος, για την επάνοδο της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.".

Με αυτά τα δεδομένα και με ένα προωθημένο κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο, ουδόλως, ταιριάζει, με το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" (κάτι που ο Jeremy Corbyn και η ομάδα της αριστερής πτέρυγας των Labours, που έχει κυριαρχήσει, μέσα στο κόμμα, γνωρίζουν πολύ καλά), η ηγεσία των Εργατικών προσπαθεί να οδηγήσει την χώρα, στην διεξαγωγή νέων βουλευτικών εκλογών, τις οποίες ελπίζει και θεωρεί ότι θα τις κερδίσει.

Η μόνη δυνατότητα, που έχει, για να σπρώξει την κατάσταση, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι να καταψηφισθεί η συμφωνία, που έχει συνάψει η Βρετανίδα πρωθυπουργός, με τους "ευρωενωσιακούς", ελπίζοντας, στην κατάρρευση της κυβέρνησης και στον διχασμό των Tories.

Αν δει κάποιος την κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, πριν από την ψηφοφορία της 11/12/2018, στο βρετανικό κοινοβούλιο, μπορεί να πει ότι οι ελπίδες των Εργατικών είναι υπαρκτές. Οι Συντηρητικοί δεν βρίσκονται, σε καλή κατάσταση. Είναι διχασμένοι και με δεδομένο ότι και η ίδια η βρετανική ελίτ είναι και αυτή διχασμένη, τόσο όσον αφορά τον Brexit, όσο και ως προς το τί πρέπει να γίνει, από εδώ και πέρα.

Όμως, από το να είναι διχασμένοι, μέχρι το να διασπασθούν οι Συντηρητικοί, η απόσταση είναι μεγάλη. Την κυβέρνηση της Theresa May μπορεί να την ρίξουν, με μια καταψήφιση της συμφωνίας, αν και η ίδια η πρωθυπουργός δεν έχει συνδέσει την καταψήφιση της συμφωνίας, με δική της παραίτηση. Κάθε άλλο. Όπως φαίνεται, δεν πρόκειται να κάνει, τόσο εύκολα, το χατήρι των εσωκομματικών της αντιπάλων.

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός μένει προσηλωμένη, στην παραμονή της, στην πρωθυπουργία, παρά την μεγάλη αναταραχή, που έχει προκύψει, από τις πρόσφατες παραιτήσεις των υπουργών της κυβέρνησής της, οι οποίοι διαφωνούσαν, με την υπογραφή αυτής της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι πιέζεται, για να παραιτηθεί και επίσης, παρά το γεγονός ότι έχουν μαζευτεί υπογραφές, για την εκλογή νέου αρχηγού, στο Συντηρητικό Κόμμα.

Η Theresa May αρκείται, στο γεγονός ότι δεν έχει κατατεθεί ο απαραίτητος αριθμός των επιστολών των βουλευτών του κόμματος, που είναι απαραίτητες, για να γίνει πρόταση μομφής και νέας ψηφοφορίας, για την εκλογή αρχηγού και επιμένει να αγνοεί τις σφοδρές αντιδράσεις, που υπάρχουν, για το πρόσωπό της, οι οποίες, προφανώς, δεν αφορούν, μόνο, την συμφωνία, που υπέγραψε με τους "ευρωενωσιακούς", αλλά σχετίζονται, κυρίως, με το γεγονός ότι είναι διαδεδομένη η πεποίθηση πως, με την ίδια, ως αρχηγό του κόμματος, οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές είναι χαμένες.

Στην πραγματικότητα, οι Tories θα είχαν, ήδη, διασπασθεί, εάν το πρόβλημα ήταν, μόνο αυτό που αφορά το Brexit. Οι εσωτερικές διαφορές, μέσα, στο κόμμα, που είναι, όπως έχουμε πει, αντανάκλαση των μεγάλων διαφορών, που έχουν προκύψει, μέσα στην ελίτ της χώρας, είναι τόσο μεγάλες, που θα είχαν οδηγήσει τους Συντηρητικούς, σε διάσπαση, εάν τα πράγματα, ως προς το αντίπαλο δέος των Εργατικών, ήσαν ομαλά. Εάν δηλαδή, στην θέση του Jeremy Corbyn, ήταν κάποιος σαν τον Tony Blair.

Δεν είναι, όμως. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της κομματικής γραφειοκρατίας των Συντηρητικών και της ελίτ, που αυτή εκφράζει, αφού ο Jeremy Corbyn και η ηγετική ομάδα, που τον στηρίζει, μαζύ με τα συνδικάτα, την εργατική βάση του κόμματος των Εργατικών και την νεολαία, εκφράζουν και όπως φαίνεται, έχουν την πρόθεση να εφαρμόσουν ένα προωθημένο αντινεοφιλελεύθερο και ριζοσπαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, στην αντίθετη κατεύθυνση, από αυτό, που επιθυμεί η βρετανική ολιγαρχία, η οποία τρομάζει, μπροστά, σε αυτό, που, πιθανώς, θα έχει να αντιμετωπίσει, εάν ο αρχηγός των Labours κερδίσει τις εκλογές και αναλάβει, λόγω του εκλογικού συστήματος, την κυβερνητική εξουσία.

Ως εκ τούτου, οι βουλευτικές εκλογές, για όλον αυτόν τον κόσμο των μεγάλων συμφερόντων, είναι κάτι, που πρέπει, στην παρούσα φάση, να αποφευχθεί. Οι εκλογές μπορούν να περιμένουν κάποιους καλύτερους καιρούς, μέχρι το 2022, που λήγει η θητεία του παρόντος "κολοβού" κοινοβουλίου, που έδωσε μια κυβέρνηση συνασπισμού. Εδώ, σε αυτή την ανασφάλεια, είναι που στηρίζεται η Theresa May. Και σε αυτήν την ανασφάλεια, είναι που στηρίζει την παραμονή της, στην εξουσία. 

Όμως, η αλήθεια είναι ότι, αν και οι ελπίδες, που τρέφει, για να παραμείνει πρωθυπουργός, έχουν βάση, οι εσωκομματικοί αντίπαλοί της μπορούν να ελπίζουν και αυτοί, στην ανατροπή της, εξασφαλίζοντας ότι αυτή η ανατροπή δεν θα σημάνει, σε καμμία περίπτωση, την προκήρυξη νέων βουλευτικών εκλογών και ότι η αντικατάστασή της, στην αρχηγία του κόμματος και στην πρωθυπουργία, θα γίνει με "βελούδινο" τρόπο, ούτως ώστε, είτε με οικειοθελή παραίτηση της πρωθυπουργού, είτε με την διεξαγωγή των απαραίτητων κομματικών και κοινοβουλευτικών διαδικασιών, να προκύψει νέα κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, με έναν εκ των εσωκομματικών της αντιπάλων. (Δεν είναι, μόνο, ο Boris Johnson. Υπάρχουν και άλλοι, όπως ο Michael Gove, ο οποίος, μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, άφησε τον Boris Johnson, στα κρύα του λουτρού).

Σε αυτήν την διελκυστίνδα της εσωτερικής πολιτικής σκηνής, στις κομματικές αντιμαχίες και στις εσωκομματικές ίντριγκες, είναι που έχει εμπλακεί η υπόθεση της προσεχούς ψηφοφορίας, στην βουλή των κοινοτήτων, για την συμφωνία, σχετικά με την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Αυτό, φυσικά, δεν είναι κάτι το μη αναμενόμενο. Κάθε άλλο. Είναι σύμφυτο χαρακτηριστικό της  τρέχουσας, της καθημερινής πολιτικής, δηλαδή του αγώνα, για την εξουσία, η εμπλοκή όλων των περισσότερο, ή λιγότερο σοβαρών θεμάτων, που απασχολούν την επικαιρότητα και εντάσσονται (ή μπορούν, με οποιονδήποτε τρόπο να ενταχθούν), στην ατζέντα των κομματικών αντιπαραθέσεων και των προσωπικών φιλοδοξιών και επιδιώξεων του πολιτικού προσωπικού κάθε χώρας.

Ως εκ τούτου και υπό το φως αυτών των δεδομένων και των εξελίξεων, η ψηφοφορία της ερχόμενης Τρίτης θα είναι καθοριστική, αφού θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα, όσον αφορά την ταλάντευση της βρετανικής πολιτικής ολιγαρχίας, γύρω από το είδος της εξόδου, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", που θα πραγματοποιηθεί. Εάν δηλαδή το βρετανικό κοινοβούλιο θα πάρει, στα χέρια του, την υπόθεση του Brexit, ή εάν θα αποδεχθεί την συμφωνία, που προτείνει η παρούσα συντηρητική κυβέρνηση. 

Το τί θα προκύψει, σχετικά με το αποτέλεσμά της και ως προς τις εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, είναι το ζητούμενο. 

Και φυσικά, θα είμαστε, εδώ, να το δούμε.