Το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, οι Η.Π.Α. και η αμφισημία της κυβέρνησης και του πολιτικού κόσμου.

 
Νοτιοανατολική Μεσόγειος : Τα ελληνικά και τα κυπριακά "οικόπεδα" του υποθαλάσσιου (πραγματικού, ή/και μη) πλούτου, για τα οποία "σφάζονται παλικάρια" (ή πρόκειται να "σφαχτούν") . Η Άγκυρα δεν πρόκειται να αφήσει τα πράγματα να προχωρήσουν ερήμην της. Η Ιστορία και η ανθρωπογεωγραφία έχει δημιουργήσει, στην περιοχή, μια ισορροπία, η οποία την αποκλείει και της κόβει την πρόσβαση, σε πιθανές μεγάλες πηγές πλούτου. Η τουρκική ελίτ δεν σκοπεύει να αφήσει αυτή την ισορροπία αδιατάρακτη, αφού το ισχύον διεθνές δίκαιο, για την θάλασσα, δεν της αφήνει μεγάλα περιθώρια διεκδικήσεων, όσες "διαρρυθμίσεις" και αν γίνουν. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνουν διαπραγματεύσεις, με το γειτονικό κράτος. Πρέπει να γίνουν (έχουν γίνει και γίνονται). Αλλά πρέπει αυτές οι διαπραγματεύσεις και να καταλήξουν κάπου, μέσα από μια διαδικασία δούναι και λαβείν. Σε αυτή την διαδικασία, η ελληνική πλευρά μπορεί να έχει το πάνω χέρι. Αρκεί να φανεί ευέλικτη και να συζητήσει τα πάντα, με δεδομένη την πολιτική γεωγραφία της περιοχής, που την αφορά. Επ' ανταλλάγματι, φυσικά...

Είναι χεσμένοι οι "δικοί μας", από την συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο; 

Ναι, είναι. Δεν υπάρχει αμφιβολία, περί αυτού.

Η Άγκυρα, βλέποντας ότι περιθωριοποιείται και ουσιαστικά, αποκλείεται, από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών της περιοχής, οδηγείται, στην άσκηση "bulling", έναντι των Ελληνοκυπρίων και της Αθήνας. Αυτό ήταν κάτι το αναμενόμενο και ως εκ τούτου, προβλέψιμο. Και φυσικά, η κυβέρνηση και ο ελληνικός πολιτικός κόσμος όφειλαν να έχουν προετοιμασθεί. Όμως, παρά τις μεγαλόστομες απαντήσεις, στις πολύ συγκεκριμένες κινήσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στο Αιγαίο, στο Καστελλόριζο και στην Κύπρο, η πεποίθηση, που έχω σχηματίσει, είναι ότι η ελληνική πλευρά είναι απροετοίμαστη και ότι επιδιώκει να κατευνάσει τους γείτονες.

Όπως φαίνεται, το κλειδί, που ξεκλειδώνει τις πύλες της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, βρίσκεται, στην Ουάσινγκτων και στην τακτική συμμαχία, που έχει κάνει η εντόπια ελίτ, με το αμερικανικό βαθύ κράτος, απέναντι, στην τουρκική ελίτ, η οποία, στην παρούσα φάση, συντονίζει τις δραστηριότητές της, με την Μόσχα. Και αυτό, φυσικά, δεν αρέσει, καθόλου, στην αμερικανική κυβέρνηση, η οποία χρησιμοποιεί την Ελλάδα και την πρόθυμη κυβέρνησή της, ως αντίβαρο, απέναντι στους σχεδιασμούς του Recep Tayyip Erdogan και του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Σε αυτή την τακτική συμμαχία, με τις Η.Π.Α., είναι που στηρίζεται η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να ανασχέσει τον έμπρακτο τουρκικό αναθεωρητισμό. Χωρίς την βοήθεια και την παρέμβαση του αμερικανικού γίγαντα, η Αθήνα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στρατιωτικό δυναμισμό. Τα χρόνια των πτωχευτικών Μνημονίων, ανάμεσα στα άλλα, έχουν αποδυναμώσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, με τις συνεχείς περικοπές των προϋπολογισμών, για τις αμυντικές δαπάνες, με αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση να βρίσκεται ενώπιον αυτής της πραγματικής κατάστασης, η οποία είναι, άκρως, ενοχλητική και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Αυτό, που, κατά πάσα πιθανότητα, σκοπεύει να πράξει η τουρκική ηγεσία και το οποίο, εμμέσως, αλλά σαφώς διατυμπανίζει ο υπουργός Άμυνας της τουρκικής κυβέρνησης Hulusi Akar, με την ρητορική του, περί "υπεράσπισης της γαλάζιας πατρίδας", αναφερόμενος, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, είναι να επιβάλει το καθεστώς των Ιμίων, σε όλο το Αιγαίο, στο λιβυκό πέλαγος και κυρίως, στο κρίσιμο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, το οποίο περιορίζει, σε βαθμό, σχεδόν, εξαφάνισης την τουρκική ΑΟΖ και ενώνει την ελληνική, με την κυπριακή ΑΟΖ, την ανακήρυξη της οποίας, "εντός των προσεχών μηνών", εξήγγειλε, για μία, ακόμη, φορά, ο υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος.

Δεν χρειάζεται η Άγκυρα να κάνει πολλά πράγματα, για να επιτύχει αυτό το "γκριζάρισμα" των θαλάσσιων περιοχών, που επιδιώκει να θέσει, σε καθεστώς αμφισβήτησης και διεκδίκησης. Αρκεί να προβεί, στην κατάληψη μιας νησίδας (ή και περισσότερων της μιας), προκειμένου να σύρει την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, την οποία θεωρεί ότι είναι αποδυναμωμένη, σε διαπραγματεύσεις.

Ο τουρκικός πολιτικός υπολογισμός, η πολιτική εκτίμηση, στην οποία έχει προβεί το επιτελείο του Τούρκου προέδρου, σχετικά, με την ελληνική κυβέρνηση, δεν είναι εσφαλμένη. Είναι ορθή. Όπως, αντίστοιχα, συνέβη, κατά την κρίση των Ιμίων, τον Ιανουάριο του 1996, η παρούσα κυβέρνηση είναι πολιτικά, αδύνατη, επειδή βρίσκεται προς το τέλος της τετραετίας της, εφαρμόζοντας ένα βαρύ μνημονιακό πρόγραμμα λιτότητας, που της έχει στερήσει, την λαϊκή υποστήριξη όπως και τότε, ήταν, πολιτικά, αδύναμη η νεοπαγής κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, η οποία, μόλις, είχε αναλάβει την εξουσία, λόγω της βαριάς ασθένειας του Ανδρέα Παπανδρέου και έψαχνε να βρει τον βηματισμό της.

Αλλά δεν είναι, μόνον, η τρέχουσα συγκυρία, που έχει αποδυναμώσει την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με αποτέλεσμα η τουρκική ηγεσία να μην την παίρνει στα σοβαρά. Δεν είναι, επίσης, ούτε το γεγονός ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις έχουν τα δικά τους επιχειρησιακά προβλήματα, λόγω της, για μια οκταετία, επιβολής της μνημονιακής λιτότητας, η οποία συνεχίζεται. Όλα αυτά, προφανώς, παίζουν τον ρόλο τους, αλλά δεν είναι τα κυριότερα, αφού, έστω και έτσι, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις έχουν την απαραίτητη αποτρεπτική ισχύ και μπορούν να επιφέρουν βαριά πλήγματα, στην στρατιωτική και την λοιπή υποδομή της Τουρκίας, στο μέτρο, που οι ρωσικοί S-300 δεν έχουν, ακόμη, παραληφθεί.

Το κυριότερο στοιχείο, στο οποίο η τουρκική ηγεσία βασίζεται και το οποίο μετράει, στους υπολογισμούς της, είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, όπως και η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, την εποχή της κρίσης των Ιμίων, αποτελείται από κοσμοπολίτες, οι οποίοι δεν έχουν καμμία διάθεση να εμπλακούν, σε πολεμικές αναμετρήσεις, έστω και αν αυτές κρατήσουν κάποιες ώρες (ή λεπτά, ή δευτερόλεπτα). 

Αυτό η τουρκική ηγεσία το ξέρει, από το πρόσφατο παρελθόν. Και σε αυτό στηρίζεται, αφού είναι, παγκοίνως, γνωστή η "ειρηνιστική" βούληση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και όλου του πολιτικού κόσμου της χώρας μας,  (του φαφλατά Πάνου Καμμένου συμπεριλαμβανομένου), που αντιμετωπίζουν με δέος το ενδεχόμενο μιας οποιασδήποτε πολεμικής σύγκρουσης, με τον ανατολικό γείτονα, ο οποίος - κακά τα ψέμματα - έχει μετατραπεί, σε μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία μπορεί να αγνοείται, από τους άλλους [και όντως, αγνοείται, από τις χώρες της περιοχής (το Ισραήλ και την Αίγυπτο), όπως και από τις Η.Π.Α., που δεν της δίνουν κανέναν ρόλο συμμετοχής, στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, μέσω του αγωγού East Med, αν και η ελληνική κυβέρνηση θα επιθυμούσε μια τουρκική συμμετοχή, προκειμένου να κατευνάσει την Άγκυρα], αλλά έχει την δύναμη και την πρόθεση να αντιδράσει, με αποτέλεσμα η ελληνοκυπριακή διοίκηση και η Ελλάδα να βρίσκονται, στο στόχαστρό της.

Έτσι, όπως φαίνεται, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, στηρίζεται, στην άμεση παρέμβαση της Ουάσινγκτων, προκειμένου να αποτραπεί, ή να αντιμετωπισθεί μια τουρκική επίθεση, σε ελληνικό (ακατοίκητο, ή κατοικημένο) νησί. Και η αλήθεια είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση, στο παρασκήνιο, αλλά και στο προσκήνιο, δεν έχει κάνει λίγα, προκειμένου να συγκρατήσει οποιεσδήποτε έμπρακτες τουρκικές αντιδράσεις, που μπορεί να οδηγήσουν, σε σύγκρουση, με την Ελλάδα.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι, εάν η τουρκική ηγεσία αποφασίσει να προβεί, σε οποιαδήποτε ενέργεια, που θα οδηγήσει, σε μια πολεμική αναμέτρηση, έστω και λίγων ωρών, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είναι δύσκολο να ανακατευθούν, με δυναμικό τρόπο, κατά της τουρκικής πλευράς. Ο Έλληνας αρχηγός ΓΕΕΘΑ το είπε καθαρά. "Θα πολεμήσουμε μόνοι".
Η περίπτωση του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου είναι η χειρότερη, όσον αφορά τα συμφέροντα της γειτονικής χώρας, αφού η θέση του, στο Λύκιο Πέλαγος της νοτιοανατολικής Μεσογείου, ενώνει την ελληνική, με την κυπριακή ΑΟΖ, αποκλείοντας την πρόσβαση της Τουρκίας, στην ευρύτερη θάλασσα. Εδώ η Ιστορία και η ανθρωπογεωγραφία έπαιξαν άσχημα παιχνίδια, στους γείτονες. Για τον λόγο αυτόν, χρειάζεται προσοχή. Μεγάλη προσοχή. Και φυσικά, εδώ η ελληνική πλευρά δεν πρέπει να κάνει πίσω.

Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, εάν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αναλάβουν δράση και καταλάβουν κάποια βραχονησίδα, ή νησίδα (το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου φαίνεται ότι είναι η πρώτη προτίμηση της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας, λόγω της κρισιμότητας της γεωστρατηγικής θέσης του, σε σχέση με τα τουρκικά συμφέροντα, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, στην οποία ευρίσκεται, αλλά αυτό το νησιωτικό σύμπλεγμα δεν μπορεί να "γκριζαρισθεί", αφού το νομικό καθεστώς του είναι σαφές, από την Συνθήκη των Παρισίων του 1947, εκτός εάν η τουρκική ηγεσία θελήσει να πράξει όσα έκαναν οι νατοϊκοί, στο Κόσοβο, ή οι Ρώσοι, στην Κριμαία, μόνο που στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, δεν υπάρχει τουρκικός πληθυσμός και ως εκ τούτου, θα πρέπει να φέρουν πληθυσμό, από την Ανατολία), η ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος, θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν την αμφισημία και να αποφασίσουν, εάν θα αντισταθούν, ή όχι.

Φυσικά, το τί θα αποφασίσουν και το εάν θα αντισταθούν, δεν είναι, καθόλου, δεδομένο. Ακόμη και εάν οι Αμερικανοί είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν, ενεργά και πάλι είναι αβέβαιο το τί θα πράξει ο Αλέξης Τσίπρας. Εάν, μάλιστα, η Ουάσινγκτων δεν είναι διατεθειμένη να παρέμβει, με στρατιωτική συμμετοχή, στην κρίση, τότε, τα πράγματα είναι, ακόμη, χειρότερα. Και ας λέει ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Ευάγγελος Αποστολάκης - ο οποίος, προφανώς, δεν λέει όσα λέει, μόνος του και χωρίς κυβερνητική έγκριση - ότι εάν επιχειρηθεί κατάληψη νησίδας, αυτή θα ισοπεδωθεί. Και ας λέει ο Πάνος Καμμένος ότι, εάν προχωρήσουν, έστω και ένα χιλιοστό, θα τους τσακίσουμε.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος είναι πιθανό να πράξουν όσα έπραξαν, στα Ίμια, ο Κώστας Σημίτης, ο Γεράσιμος Αρσένης (ο οποίος λέγεται ότι διαφωνούσε, με τον τότε πρωθυπουργό) και ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Είναι πιθανό να οπισθοχωρήσουν.

Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι, χωρίς την άμεση παρέμβαση της αμερικανικής πλευράς (η οποία, άλλωστε, δια του Donald Trump, ανακοίνωσε ότι φεύγει, από την Συρία, αφήνοντας, στα κρύα του λουτρού, τους Κούρδους του YPG και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε διαβεβαίωση της αμερικανικής πλευράς ότι πρόκειται να παρέμβει, είναι μειωμένης αξιοπιστίας, εκτός και εάν έχει δοθεί από τον Αμερικανό πρόεδρο, ή, άμεσα, από την αμερικανική κυβέρνηση, διότι οι διαβεβαιώσεις του πρέσβη των Η.Π.Α. Geoffrey Ross Pyatt δεν αρκούν) και με δεδομένη την ρωσική υποστήριξη, στην Τουρκία (ο Βλαντιμίρ Πούτιν ξεκαθάρισε, πριν μερικές ημέρες, στον Αλέξη Τσίπρα, στην συνάντησή τους, στην Μόσχα, ότι η Τουρκία αποτελεί προτεραιότητα, για την Ρωσία), η ελληνική πλευρά δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει, δυναμικά, μια τουρκική απόπειρα να επανακαθορίσει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής.

Αλλά, εάν δεν έχουν έχουν την βούληση να εμπλακούν, σε στρατιωτικά επεισόδια, με την Άγκυρα, χρήσιμο είναι να κάνουν, στην άκρη.

Γιατί τα πράγματα δεν είναι καλά. Και εάν, τώρα, αποφύγουν την εμπλοκή, αυτό δεν σημαίνει ότι θα την αποφύγουν αύριο. Αυτοί, ή οι επόμενοι. 

Όποιοι και αν είναι αυτοί οι επόμενοι...