Το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, οι Η.Π.Α. και η αμφισημία της κυβέρνησης και του πολιτικού κόσμου.

 
Η απόσυρση των μικρών αμερικανικών δυνάμεων, από το συριακό έδαφος, που ανακοίνωσε ο Donald Trump,  εφόσον πραγματοποιηθεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ουσιαστική σημασία, για τις εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, στην χώρα αυτή (οι Αμερικανοί ειδικοί στρατιωτικοί που εκπαιδεύουν και συμβουλεύουν τις κουρδικές ανταρτικές δυνάμεις, στην ανατολική Συρία, δεν είναι ικανές να αλλάξουν τον ρου των γεγονότων, στο μέτωπο), έχει μεγάλη συμβολική αξία.

Η κυβέρνηση του Donald Trump αποδέχεται, χωρίς περιστροφές την αποτυχία και την ήττα των Η.Π.Α., στον ενεργειακό πόλεμο - ή, ορθότερα, στην συνέχεια του ενεργειακού πολέμου -, που ξεκίνησαν οι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, στο Ιράκ και συνέχισαν, στην Συρία.

Από μόνη της εξεταζόμενη αυτή η κίνηση δεν είναι καθόλου μικρή, ή άνευ σημασίας. Το μέγεθός της είναι μεγάλο και περιέχει ένα τεράστιο στρατηγικό βάθος, το οποίο, μέχρι στιγμής, δεν έχει καταγραφεί. Αν δούμε, με την απαραίτητη ψυχραιμία, τα γεγονότα, γίνεται, εύκολα, αντιληπτό, αλλά, σκοπίμως, δεν καταγράφεται, προκειμένου να μην πληγεί το κύρος των ΗΠΑ.

Αυτός είναι και ο λόγος, για τις έντονες αντιδράσεις του αμερικανικού κατεστημένου, στην ενέργεια αυτή του Αμερικανού προέδρου, η οποία αντιμετωπίζεται, ως μια κίνηση, η οποία - υποτίθεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αντιπάλων του Donald Trump - θέτει σε κίνδυνο το αμερικανικό έθνος. Και όταν αυτοί μιλούν για το αμερικανικό έθνος, εννοούν τα συμφέροντα της αμερικανικής ελίτ.

Οι παγκοσμιοποιητές αντίπαλοι του Donald Trump έχουν δίκιο να φοβούνται. Και αυτό, που φοβούνται, δεν είναι η παραδοχή της ήττας των Η,Π.Α., στο συριακό μέτωπο. Η αμερικανική υπερδύναμη έχει την ευχέρεια να απορροφά τέτοιου είδους και μεγέθους ήττες. Δεν είναι, λοιπόν, η ήττα, που προβληματίζει και ανησυχεί το παραδοσιακό αμερικανικό κατεστημένο. Άλλο είναι το πρόβλημά του. Και αυτό το πρόβλημα είναι τεράστιο.

Η απόσυρση των 2.000 Αμερικανών συμβούλων, στην ανατολική Συρία (μια απόσυρση, που μπορούσε να μην γίνει, τώρα) είναι αποτέλεσμα της διεθνούς πολιτικής, την οποία ακολουθεί και προτίθεται να επιβάλει ο Αμερικανός πρόεδρος, σε αντίθεση και σε αντιπαράθεση, με το παραδοσιακό αμερικανικό κατεστημένο, το οποίο έχει ως θεμέλιο της διεθνούς πολιτικής του, την διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, στον πλανήτη.

Ο Donald Trump και το επιτελείο του έχουν αποδεχθεί το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. δεν μπορούν να είναι η κυρίαρχη υπερδύναμη, στον πλανήτη και ότι πρέπει να αποδεχθούν τον νέο ρόλο μιας πολύ ισχυρής δύναμης, σε έναν, ουσιαστικά, τριπολικό κόσμο, μαζύ με την Ρωσία και την Κίνα, στον οποίο πρέπει να οικοδομηθεί μια νέα συμμαχία, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ρωσία, απέναντι στην, ταχύτατα, ανερχόμενη κινεζική υπερδύναμη.

Αυτόν τον νέο ρόλο, αυτό το νέο status της Ουάσινγκτων και αυτή την νέα συμμαχία, που θυμίζει την συμμαχία των Η.Π.Α. του Franklin Delano Roosevelt, με την "Σοβιετική Ένωση" του Ιωσήφ Στάλιν, κατά της Γερμανίας του Adolf Hitler, είναι που προσπαθεί, σταδιακά, αλλά και αποφασιστικά, να επιβάλει ο Donald Trump, εκπροσωπώντας τα ελιτιστικά συμφέροντα, που εκπροσωπεί. Και σε αυτόν τον ρόλο και σε αυτή την κατάσταση, προσπαθεί να προσαρμόσει τις Η.Π.Α., δηλαδή την αμερικανική ελίτ και τον λαό της χώρας αυτής, ο Αμερικανός πρόεδρος.

Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της ενδοελιτικής αντιπαράθεσης, στο αμερικανικό κατεστημένο, όσον αφορά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, από την ανατολική Συρία. Ο Donald Trump, προφανώς, σε συνεννόηση, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ήδη, από την εποχή της τελευταίας συνάντησής τους, στο Ελσίνκι και αφού τηρήθηκαν οι όποιες δεσμεύσεις (ή/και οι απειλές) του Ρώσου προέδρου, προέβη, στην ανακοίνωση, για την απόσυρση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων, από την Συρία, αφού, ούτως, ή άλλως, η παρουσία τους, εκεί, δεν είχε καμμία νομιμοποιητική βάση. Ουδείς, άλλωστε, είχε καλέσει τους Αμερικανούς εκεί, σε αντίθεση, με τους Ρώσους, τους οποίους έχει καλέσει η κυβέρνηση του Μπασάρ αλ Ασάντ.

Εννοείται ότι το βαθύ αμερικανικό κράτος και οι εκφραστές των συμφερόντων του, δεν μένουν και φυσικά, δεν πρόκειται να μείνουν αδρανείς. Θα πολεμήσουν, όσο μπορούν περισσότερο αυτή την πολιτική του Αμερικανού προέδρου, παρά το γεγονός ότι είναι μια ρεαλιστική πολιτική, η οποία, κάποια χρονική στιγμή, στο μέλλον, θα είναι και η μόνη εφικτή πολιτική. Αυτή η αντιπαράθεση, προφανώς, θα περάσει από διάφορες φάσεις, όξυνσης και ύφεσης και φυσικά, θα έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις, σε ολόκληρο τον πλανήτη, αφού, όπως είπαμε, το πρόβλημα δεν αφορά, απλώς, την Μέση Ανατολή. Εκδηλώνεται, στην Μέση Ανατολή, αλλά την ξεπερνά, αφήνοντας έκθετο το Ισραήλ, απέναντι στους εχθρούς του, οι οποίοι, στην παρούσα πραγματικότητα είναι το Ιράν και η Χεζμπολλάχ του Λιβάνου, αλλά, στην πορεία του χρόνου και ανάλογα με τις εξελίξεις, θα εμφανισθούν και άλλοι.

Ο πραγματικός κίνδυνος που ξεδιπλώνεται, από αυτή την σταδιακή πολιτική προσέγγισης της Ουάσινγκτων, με την Μόσχα, εντοπίζεται, στην κεντροδυτική Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, το οποίο υπάρχει και δρα, μόνο, χάρη των Η.Π.Α. και των στρατιωτικών δυνάμεών της, που εγγυώνται την άμυνα αυτής της περιοχής, απέναντι, στον ρωσικό γίγαντα. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε προσέγγιση των Η.Π.Α., με την ρωσική υπερδύναμη και πολύ περισσότερο, μια σύναψη, σε μεταγενέστερο χρόνο, μιας συμμαχίας ανάμεσα στην Ουάσινγκτων και την Μόσχα, θα γίνει, εις βάρος των σημερινών συμμάχων των Η.Π.Α., στον ευρωπαϊκό χώρο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ρωσικής ελίτ και μετά από έναν συμβιβασμό, ο οποίος όσο και αν περιορίσει αυτές τις απαιτήσεις, θα συμπεριλάβει ένα, καθόλου, ευκαταφρόνητο μέρος τους.

Προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε το είδος αυτού του συμβιβασμού (εάν αυτός πραγματοποιηθεί και υπάρξει), πρέπει να πούμε ότι αυτός ο συμβιβασμός θα επηρεάσει, πρωτίστως, το ΝΑΤΟ, το οποίο θα υποχρεωθεί να αποσυρθεί, από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί, ατύπως, αλλά και ουσιαστικά ανάμεσα στους George Bush sr και Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, αλλά και τους, τότε Ευρωπαίους ηγέτες, την εποχή της κατάρρευσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της ενοποίησης της Γερμανίας και τα οποία ουδέποτε τηρήθηκαν, με ευθύνη των Δυτικών. 

Μια άλλη εναλλακτική λύση (ακόμη, χειρότερη, για τις κεντροδυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις) θα είναι η είσοδος της Ρωσίας, στο ΝΑΤΟ, το οποίο, έτσι, θα απωλέσει τον αντιρωσικό χαρακτήρα του και θα αποκτήσει έναν, εν δυνάμει, αντικινεζικό χαρακτήρα. Και φυσικά, αυτή η λύση θα καταστήσει τις χώρες και τους πληθυσμούς της λοιπής ευρωπαϊκής ηπείρου, έναν ευρύτερο χώρο άμεσης επιρροής της ρωσικής ελίτ, αφού, όπως είναι φυσικό, η Ρωσία είναι εκείνη, η οποία θα έχει τον πρώτο λόγο, στα της οργάνωσης της άμυνας όλης αυτής της περιοχής.

Ειδικότερα, για τον βαλκανικό χώρο, ο οποίος μας ενδιαφέρει, οι εξελίξεις, στην Συρία, κατ' αρχήν, φαίνονται να είναι ενθαρρυντικές, όσον αφορά την έκρηξη μιας νέας έκδοσης του γιουγκοσλαβικού πολέμου. Είναι προφανές ότι και το βαλκανικό πρόβλημα θα έχει αντιμετωπισθεί, στα πλαίσια της υπαρκτής ή νομιζόμενης συμφωνίας των Donald Trump και Βλαντιμίρ Πούτιν, το περασμένο καλοκαίρι, στο Ελσίνκι και των συνεννοήσεων, που ακολούθησαν, έκτοτε.

Όμως, ουδείς μπορεί να είναι βέβαιος, για το τί θα γίνει, αφού δεν είναι, μόνο, αυτοί οι δύο παίκτες, που παίζουν ρόλο, στους σχεδιασμούς, αφού το αμερικανικό Κογκρέσσο θα είναι, το 2019, μετά τις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, περισσότερο εχθρικό, απέναντι, στον Αμερικανό πρόεδρο, με δεδομένο ότι οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν την Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ, στην Γερουσία, όπου επικρατούν οι Ρεπουμπλικανοί, η υποστήριξη, στην πολιτική του Donald Trump, δεν είναι δεδομένη.

Έτσι, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, το ειρηνικό σενάριο φαίνεται, τώρα, να είναι επικρατέστερο, αλλά, μόνο φαίνεται. Στην πραγματικότητα, κάλλιστα και ένα πολεμικό σενάριο μπορεί να πραγματοποιηθεί, με τα ίδια αποτελέσματα, τα οποία δεν θα είναι άλλα, από την δημιουργία μιας μεγάλης Αλβανίας και μιας μεγάλης Σερβίας, αφού σε αυτή την περιοχή το Κόσοβο είναι ένα σημείο μεγάλης ανάφλεξης, ενώ, στην περιοχή εμπλέκονται και οι κεντροευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα και με την πολιτική του Donald Trump, αλλά και (πολύ περισσότερο), με την πολιτική του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος θέλει να θέσει, σε κατάσταση ομηρείας τον λοιπό ευρωπαϊκό χώρο. 

Εκτός και εάν ο Αμερικανός πρόεδρος κάνει και εδώ την έκπληξη και εγκαταλείψει τον, μέχρι τώρα, σχεδιασμό της Ουάσινγκτων και της Δύσης (ο οποίος, πιθανότατα, να μην είναι δικός του σχεδιασμός), αφήνοντας, στην τύχη τους, την FYROM, το Κόσοβο και την Βοσνία και υποχρεώνοντας την Αλβανία να συμβιβασθεί, με την παραμονή της, εντός των συνόρων, που, τώρα, έχει.   

Το τί μέλλει γενέσθαι, θα είμαστε, εδώ, για να το δούμε.