Μια ψύχραιμη ματιά, στο περιεχόμενο και στα αδιέξοδα της συμφωνίας, ανάμεσα, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ιταλική κυβέρνηση.

 
Το δημόσιο χρέος των χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Το ιταλικό δημόσιο χρέος δεν είναι μικρό, αλλά δεν είναι - ακόμη - θανατηφόρο. Μπορεί, όμως, να γίνει. Και όσο η Ιταλία παραμένει, στην ευρωζώνη, βαδίζει, προς αυτή την κατεύθυνση...

Τώρα που έχει περάσει ένα κάποιο χρονικό διάστημα, από την "συμφωνία", στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση του Giuseppe Conte, με την Commission, για το ακανθώδες ζήτημα του ιταλικού κρατικού κρατικού προϋπολογισμού του 2019, μπορούμε, με σχετική ασφάλεια, να προβούμε στις πρέπουσες εκτιμήσεις, όσον αφορά το περιεχόμενο, αλλά και τα αποτελέσματα αυτού του "συμβιβασμού", ο οποίος είναι βλαπτικός και για τις δύο πλευρές. (Μακροπρόθεσμα, περισσότερο, για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μεσοπρόθεσμα, περισσότερο, για την ιταλική κυβέρνηση).

Αλλά για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε την κατάσταση, που διαμορφώνεται, μετά από αυτή την συμφωνία, είναι απαραίτητο να δούμε το περιεχόμενο των συμφωνιών, που είχαν κάνει, με την Commission, οι προηγούμενες ιταλικές κυβερνήσεις, οι οποίες, με δεδομένο το γεγονός ότι το ιταλικό δημόσιο χρέος έχει φθάσει στα 2,41 τρισ. €), ή στο 133,4% του ιταλικού ΑΕΠ (το οποίο φθάνει, στα 1,75 τρισ. €), συμφώνησαν, προκειμένου να μην εκτιναχθεί το χρέος αυτό, να περιορίσουν το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού της χώρας τους, στο 0,8% του ΑΕΠ, για το 2019 και να το μηδενίσουν το 2020.

Αυτή την συμφωνία είναι που αμφισβήτησε η κυβέρνηση των "5 Αστέρων" του Luigi Di Maio και της "Λέγκα" του Matteo Salvini και την οποία συμφωνία επέτυχε να ανατρέψει, ψηφίζοντας, στην αρχή, έναν κρατικό προϋπολογισμό, με δημόσιο έλλειμμα της τάξεως του 2,40% του ΑΕΠ (πάνω από το 1,6%, που είχε προτείνει, αρχικά, ο υπουργός Οικονομικών Giovanni Tria), για να υποχωρήσει, στην συνέχεια και να συμφωνήσει, σε ένα δημόσιο έλλειμμα, ίσο, με το 2,04% του ΑΕΠ.

Η διαφορά ανάμεσα στην αρχική συμφωνία και αυτήν που επιτεύχθηκε, ανέρχεται, στα 21,70 δισ. € (όλο το ιταλικό δημόσιο έλλειμμα θα φθάσει, το 2019, στα 42 δισ. €) και αυτό θα προστεθεί, στο ιταλικό δημόσιο χρέος, πολύ περισσότερο, που η ανάπτυξη του ΑΕΠ υπολογίζεται, για το 2019, στο 1% και με δεδομένο ότι και το 2020, όπως και το 2021, η ιταλική κυβέρνηση σκοπεύει να κρατήσει το έλλειμμα, στα ίδια, ή και μεγαλύτερα επίπεδα. Αυτό το γεγονός, με δεδομένη την ασθενική ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας, θα προσθέσει (πέραν της τοκοφορίας), στο δημόσιο χρέος της χώρας και άλλα μεγαλύτερα βάρη, επιταχύνοντας την διόγκωσή του και, στην πορεία, θα το καταστήσει ανεξέλεγκτο.

Αυτοί, τουλάχιστον, είναι οι φόβοι των Βρυξελλών, της Φραγκφούρτης, αλλά και της γερμανικής κυβέρνησης και για τον λόγο αυτόν, δεν αρκούνται, στο γεγονός ότι, σε όλες του τις εκδοχές, το ιταλικό δημόσιο έλλειμμα δεν προβλέπεται να ξεπεράσει το 3% του ΑΕΠ.

Αλλά το τί προβλέπεται είναι κάτι άλλο από αυτό, που πραγματοποιείται. Η Commission και η ΕΚΤ φοβούνται ότι το ιταλικό δημόσιο έλλειμμα, στην πράξη θα ξεπεράσει, επί μακρόν, το 3% του ΑΕΠ και φυσικά, αυτή η εξέλιξη θα πλήξει την αξιοπιστία και την αξία του κοινού νομίσματος, αλλά και ότι θα διώξει τους όποιους επενδυτές θα είχαν την βούληση να επενδύσουν, στην Ιταλία (αλλά και στις υπόλοιπες χώρες του ευρώ).

Ξεκινώντας από το τελευταίο, οι όποιοι επενδυτές, έτσι όπως ήταν, είναι και θα είναι η ιταλική οικονομία, δεν πρόκειται να επενδύσουν, έτσι όπως φαντασιώνονται οι γραφειοκράτες της ευρωζώνης και έτσι όπως, πιθανόν να επιθυμεί η γερμανική κυβέρνηση. Όσο σκληρότερη είναι η πραγματοποιημένη λιτότητα, στην Ιταλία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αποεπένδυση, στην ιταλική οικονομία και ιδιαίτερα, στην ιταλική βιομηχανία, η οποία έχει πληγεί, βαρύτατα, από την ένταξη της Ιταλίας, στην ΟΝΕ.

Το ευρώ και το δημοσιονομικό σύμφωνο "σταθερότητας και ανάπτυξης" είναι καταστροφικά εργαλεία, για την ιταλική οικονομία, η οποία αγκομαχεί και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, στον ευρωπαϊκό και τον ευρύτερο διεθνή ανταγωνισμό, όσο και αν πέσουν οι μισθοί και το μέσο εισόδημα του ιταλικού πληθυσμού. Εκτός (αλλά και εντός) ευρωζώνης, πάντοτε, θα υπάρχουν πολύ πιο φθηνοί παραγωγικοί συντελεστές, από αυτούς της Ιταλίας (αλλά και των άλλων χωρών της νομισματικής ένωσης), γεγονός το οποίο δεν πρόκειται να επιτρέψει την αποκόλληση της ιταλικής οικονομίας, από τον βάλτο της μακροχρόνιας ύφεσης και της στασιμότητας, σε επίπεδα τέτοια, όπου ένα μεγάλο τμήμα των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας θα αργεί, οδηγώντας την Ιταλία, σε μια παρατεταμένη παρακμή. Στα πλαίσια αυτά, κανείς σοβαρός επενδυτής δεν πρόκειται να φανεί.

Ο μόνος πραγματικός επενδυτής, που μπορεί να προκύψει, στην ιταλική οικονομία, είναι το κράτος, το οποίο, εάν μπορούσε να ασκήσει μια πραγματική δημοσιονομική πολιτική, θα έστρεφε το δημόσιο χρήμα, στις μαζικές επενδύσεις και θα αναζωογονούσε την οικονομία της χώρας αυτής. Δυστυχώς, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί να το πράξει. Και δεν μπορεί να το πράξει, για τον ίδιο λόγο, που δεν μπορούν να το πράξουν και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης - της Γερμανίας και της Γαλλίας (υπό προϋποθέσεις) μη εξαιρούμενων.

Ο λόγος αυτός είναι το ευρώ. Αυτό το εμφανιζόμενο, ως κοινό νόμισμα, το οποίο, στην πραγματικότητα, λειτουργεί, ως ένας παγωμένος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και του οποίου τον έλεγχο δεν τον έχει η ιταλική κυβέρνηση, αλλά η γραφειοκρατία της ΕΚΤ και το διακυβερνητικό κογκλάβιο, που ελέγχεται από το Βερολίνο και το Παρίσι και το οποίο μετρά τα πράγματα, στην ευρωζώνη, με μέτρο την αποφυγή των μεταβιβαστικών πληρωμών, από χώρα σε χώρα και την διατήρηση των κερδών των πλεονασματικών χωρών, σε βάρος των ελλειμματικών.

Ως εκ τούτου, είναι πολύ φυσικά και η μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, όπως και, η γερμανική κυβέρνηση να είναι δυσαρεστημένες, από την υποχώρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις απαιτήσεις της ιταλικής κυβέρνησης, για τον προϋπολογισμό του 2019. Η απόσταση, ανάμεσα, στο δημόσιο έλλειμμα του 0,8% του ΑΕΠ, που είχε συμφωνηθεί, με τις προηγούμενες κυβερνήσεις του Matteo Renzi και του Paolo Gentiloni, σε σχέση με το 2,04% του ΑΕΠ, που συμφώνησε, τελικά, η Commission, με την κυβέρνηση του Giuseppe Conte, είναι μεγάλη. Και το χειρότερο είναι ότι, ενώ οι προηγούμενες συμφωνίες είχαν μεταβατικό χαρακτήρα, προκειμένου να γίνει, από το 2020, το πέρασμα, σε μηδενικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, η παρούσα κυβέρνηση, αθετώντας τις δεσμεύσεις των προηγούμενων, σχεδιάζει, προϋπολογισμούς, οι οποίοι και κατά τα επόμενα έτην, θα ξεπερνούν το 2% του ΑΕΠ (Και όλα αυτά, χωρίς να συνεκτιμούμε τις πραγματοποιήσεις αυτών των προϋπολογισμών, οι οποίες είναι ομιχλώδεις και κατά πάσα βεβαιότητα, θα ξεπεράσουν το 3% του ΑΕΠ).

Όμως, όλα αυτά τα ποσά, που θα ξοδευτούν, συν εκείνα τα οποία θα προκύψουν, από το κυλιόμενο και τοκιζόμενο δημόσιο χρέος της χώρας, από κάπου πρέπει να πληρωθούν. Θα πληρωθούν, από τα ιταλικά κρατικά ομόλογα, τα οποία, στην πλειοψηφία τους, αγοράζονται, από την ΕΚΤ, η οποία χάρη του προγράμματος της ποσοτικής χαλάρωσης του Mario Draghi, έχει, ήδη, φορτωθεί, με 250 δισ. €, από το ιταλικό δημόσιο χρέος, ενώ, παράλληλα, θα φορτωθούν, ένα μέρος από αυτό, οι ιταλικές τράπεζες, που, άλλωστε, διακρατούν και το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αυτού και οι οποίες είναι χρεωκοπημένες.

Στην πράξη, λοιπόν, είναι οι πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης - δηλαδή η Γερμανία -, που θα υποχρεωθούν να πληρώσουν το ιταλικό δημόσιο έλλειμμα, όπως και μέρος του ιταλικού δημόσιου χρέους. Και αυτό θα το πράξουν, μέσω της εκτύπωσης του χρήματος, στην οποία θα προβεί η ΕΚΤ (με όποιον τρόπο επιλέξει να το πράξει).

Αυτή η προοπτική, που ανοίγεται, από την υποχώρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις απαιτήσεις της ιταλικής κυβέρνησης, δεν ενθουσιάζει, καθόλου, την γερμανική ελίτ και την κυβέρνηση της Angela Merkel, που δυσανασχετούν, σφοδρότατα, με αυτή την εξέλιξη. "Γιατί να πληρώνουμε εμείς τους Ιταλούς" είναι το ερώτημα, που πλανάται, στο Βερολίνο, όπου επικρατεί η αντίληψη ότι η ημέρα της συμφωνίας της Commission, με την ιταλική κυβέρνηση, είναι μια "μαύρη ημέρα, για την Ευρώπη". (Και όταν αυτοί λένε "Ευρώπη", εννοούν τα συμφέροντα της τεχνοδομής των μεγάλων επιχειρήσεων και των πολυεθνικών εταιρειών, που πλήττονται, από αυτούς τους συμβιβασμούς και στρέφονται, προς άλλους επενδυτικούς προορισμούς).

Όμως, τα πράγματα δεν είναι ρόδινα, ούτε και για την ιταλική κυβέρνηση. Η νίκη των Giuseppe Conte - Luigi Di Maio - Matteo Salvini είναι μια πύρρειος νίκη, εάν μείνει, σε αυτούς τους στόχους, στους οποίους έχει συμφωνήσει. Δεν είναι κακοί, αλλά είναι ελάχιστοι. Ας τους δούμε :

1)   Καμία αύξηση ΦΠΑ
2)  Αύξηση στις χαμηλές συντάξεις, που όλες θα φθάσουν, στο 780,00 €.
3)  Κοινωνικός Μισθός που και αυτός θα φθάσει, στα 780,00 € ευρώ τον μήνα.
4)  Κατάργηση του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού νόμου της υπουργού Εργασίας Elsa Fornero (που ήταν μέλος της κυβέρνησης του Mario Monti) και ο οποίος έγινε νόμος, με εντολή του ΔΝΤ και της Commission και μοιάζει πολύ με τον ημέτερο Ν. 4387/2016, τον επονομαζόμενο νόμο του Γιώργου Κατρούγκαλου.
5)  Συντάξεις αναπηρίας, στα 780,00 €, τον μήνα.
6)  Περικοπή των "χρυσών συντάξεων", δηλαδή των συντάξεων, που φθάνουν και τα 50.000,00 € ευρώ τον μήνα.
7)  Περικοπή των επιχορηγήσεων στις εφημερίδες, οι οποίες χρηματοδοτούνται, από το κράτος.
8)  Μείωση 30% φόρων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις
9)  Χορήγηση 10,5 δισ. €, για την αποκατάσταση δασών και υδροφόρου ορίζοντα
10) Χορήγηση 1,5 δισ. €, για αποζημίωση των πολιτών που έχασαν τις οικονομίες τους από πτώχευση τραπεζών
11) Προσλήψεις 12.000 δημοσίων υπαλλήλων για την σχολική καθαριότητα.
12) Κατάργηση του φόρου ακινήτων, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
13) Μείωση, κατά 50%, στην φορολογία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
14) Αύξηση δαπανών για την έρευνα
15) Χορήγηση 1 δισ. € ευρώ για την επιχορήγηση αγοράς οικολογικών αυτοκινήτων, χωρίς να επιβαρυνθούν τα συμβατικά αυτοκίνητα.
16) Αύξηση κατά 1 δισ. €, στις δαπάνες για την υγεία

Στην πραγματικότητα, τα επίπεδα του δημόσιου ελλείμματος, στην Ιταλία, που έχουν συμφωνηθεί, με την Commission, για το 2019, αλλά και τα επόμενα έτη, με δεδομένο το γεγονός ότι η αποκαλούμενη ως ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν πρόκειται να επενδύσει, στην χώρα, είναι πολύ μικρά, προκειμένου να επαναφέρουν την ιταλική οικονομία, σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης (αυτό το μίζερο 1% του ΑΕΠ) δεν θα μπορέσουν να συγκρατήσουν τα πράγματα, ούτε στην σημερινή κακή κατάσταση. Τα πράγματα θα χειροτερεύσουν, εξ αιτίας αυτής της παρατεταμένης επενδυτικής άπνοιας του ιδιωτικού τομέα, τον οποίον, δυστυχώς, με τον παρόντα κρατικό προϋπολογισμό του 2019, δεν προβλέπεται να υποκαταστήσει ο δημόσιος τομέας.

Κατόπιν τούτου, εάν η ιταλική κυβέρνηση δεν προχωρήσει σε νέες ουσιαστικές ανατροπές, στον σχεδιασμό της οικονομικής της πολιτικής (γεγονός το οποίο θα την οδηγήσει - εάν προβεί στις αναγκαίες ανατροπές -, σε ρήξη με το ευρώ και την ζώνη του), θα φθάσει σε αδιέξοδα, οδηγούμενη, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην συντήρηση της παρούσας κακής κατάστασης της ιταλικής οικονομίας, την οποία, όμως, η ιταλική κοινωνία δεν πρόκειται να αντέξει.

Και δεν πρόκειται η ιταλική κοινωνία να αντέξει αυτή την παραμονή, στην στασιμότητα, επειδή δεν ψήφισε τα κόμματα του παρόντος κυβερνητικού συνασπισμού, για να διατηρήσουν αυτή την κατάσταση, την οποία παρέλαβαν, από τους προηγούμενους. Έτσι, με δεδομένο το γεγονός ότι η ιταλική κοινωνία έχει εκείνους τους θεσμούς, οι οποίοι θα αντισταθούν, στην στασιμότητα, ή/και στην, περαιτέρω, πτωχοποίηση της χώρας, τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού θα χάσουν ένα σημαντικό μέρος, από την λαϊκή υποστήριξη, που, τώρα, απολαμβάνουν.

Φυσικά, για αυτή την εξέλιξη, εάν και όταν αυτή λάβει χώρα, την ευθύνη θα την έχουν - ήδη, την έχουν, αφού συμφώνησαν, σε αυτά, που συμφώνησαν, με τους ευρωζωνίτες - οι σημερινοί κυβερνητικοί εταίροι της Ρώμης, οι οποίοι θα έχουν διαψεύσει τις ελπίδες των ψηφοφόρων τους, τους οποίους θα έχουν παραπλανήσει.

Εκτός, εάν, όπως λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο Matteo Salvini ετοιμάζει την έξοδο της Ιταλίας, από την ευρωζώνη.

Δύσκολο. Αλλά, εδώ, θα είμαστε, για να το δούμε...