Μπορεί ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, που θα είναι και πυρηνικός πόλεμος, να αποφευχθεί;

 
Μπορεί ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, που θα είναι και πυρηνικός πόλεμος, να αποφευχθεί;

Μέσα στα πλαίσια του τριπολικού κόσμου, που ανατέλλει και στον οποίο, ήδη, βρισκόμαστε, αυτό είναι το κορυφαίο ερώτημα, που τίθεται και περιμένει απάντηση, από την παγκόσμια κοινότητα, εντός της οποίας ζούμε, ως έθνη, κοινωνικές ομάδες και άτομα.

Αυτός ο μέγιστος κίνδυνος, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ μεγαλύτερος, από την εποχή του παλαιού Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος σταμάτησε, με την αυτοδιάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης", δεν μπορεί, απλώς, να αποφευχθεί. Πρέπει να αποτραπεί, διότι, ήδη, οι δυνάμεις εκείνες, που οδηγούν, στην πραγματοποίηση του πολέμου αυτού, έχουν τεθεί σε λειτουργία και βρίσκονται, σε κίνηση. Όμως, για να προκύψει μια τέτοια εξέλιξη, που θα αποτρέψει τον πυρηνικό τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, απαιτείται η, εκ μέρους των κοινωνιών, σαφής και χωρίς περιστροφές, γνώση του ίδιου του κινδύνου και η μετατροπή της αποτροπής του κινδύνου αυτού, σε κεντρικό στόχο των κοινωνιών μας, με πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, ήδη, έχουμε αργήσει πολύ, αφού ο χρόνος, σιγά-σιγά, εξαντλείται.

Η δοκιμή, τον περασμένο μήνα, του ρωσικού υπερηχητικού διηπειρωτικού πυραύλου "Αβανγκάρντ" και τα παιχνίδια κατασκοπείας, που ακολούθησαν, θέτουν, επί τάπητος, για μία ακόμη φορά, αυτό το πρόβλημα, το οποίο, απαραίτητο είναι, να παύσει να αντιμετωπίζεται, ως ένα θεωρητικό πρόβλημα. Δεν είναι θεωρητικό το πρόβλημα. Είναι πραγματικό.

Και φυσικά, το πρόβλημα αυτό καθίσταται δυσεπίλυτο, επειδή, πλέον, δεν έχουμε να κάνουμε, με ένα μονοπολικό κόσμο, όπως ήταν, μέχρι το 2014, ο κόσμος μας, με την αμερικανική παντοδυναμία. Ούτε έχουμε να κάνουμε, με τον διπολικό κόσμο της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, που ξεκίνησε, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι κόσμοι αυτοί ήσαν, σχετικά, απλοί, στην δομή του και οι συγκρούσεις ήσαν ελέγξιμες.

Τώρα, στην αυγή του τριπολικού κόσμου, στον οποίο ζούμε (και αύριο, σε έναν κόσμο, ο οποίος θα περιλαμβάνει, ακόμη, περισσότερους πόλους παγκόσμιας ισχύος), οι δεδομένες καταστάσεις, οι συσχετίσεις ισχύος και οι διαδικασίες λήψης των αποφάσεων είναι και θα γίνουν, όσο περνάει ο καιρός, ολοένα και περισσότερο πολύπλοκες, ενώ μεγιστοποιούνται και οι δυσκολίες, στην διαχείρισή τους. Το τρίο Η.Π.Α. - Ρωσία - Κίνα δεν αποτελεί ένα τρίο μιας εύκολης ισορροπίας. Κάθε άλλο. Ενώ η προσθήκη, της Ινδίας, στο μέλλον, ή και του ψοφάλογου της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", αργότερα, εάν αυτή καταφέρει να επιβιώσει, θα καταστήσει τα πράγματα, ακόμη, χειρότερα.

Παρατηρώντας τον χάρτη με την, από στρατηγικής απόψεως, παγκόσμια νήσο, βλέπουμε ότι, τα περισσότερα αποθέματα της ενέργειας, δεν βρίσκονται, στην Heartland, δηλαδή, στην καρδιά, στο κέντρο, της παγκόσμιας νήσου (της Ευρασίας). Είναι, στην Rimland, στην περιφέρεια της νήσου, που βρίσκονται τα μεγαλύτερα αποθέματα ενέργειας και φυσικά, νικητής θα είναι εκείνος, που πρόκειται να τα ελέγξει. Και φυσικά, θα τα ελέγξει εκείνος, που θα έχει την μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ.

Στα πλαίσια αυτής της θεώρησης των παγκόσμιων πραγμάτων, γίνεται κατανοητός ο ενεργειακός πόλεμος, που έχει ξεκινήσει, στον χώρο της Μέσης Ανατολής, της οποίας τα ενεργειακά αποθέματα, σιγά-σιγά, εξαντλούνται και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο και στην Ουκρανία, με τους πολέμους των αγωγών, που βρίσκεται, σε εξέλιξη.

Αλλά η παρατήρηση της μεγάλης νήσου, μας οδηγεί, σε ένα άλλο συμπέρασμα, το οποίο εξηγεί και την σύγχρονη πολιτική των Η.Π.Α. του Donald Trump. Στα ανατολικά της παγκόσμιας νήσου, βλέπουμε ότι, ενώ η Ρωσία έχει τα περισσότερα εδάφη της Heartland και ένα μέρος της Rimland (και συγκεκριμένα, στην Σιβηρία), η Κίνα έχει ένα αξιοσημείωτο μέρος της Heartland και ένα αξιόλογο τμήμα της Rimland, που έστω και με πτωχά ενεργειακά αποθέματα, σε πετρέλαιο, μπορεί, σε συμμαχία, με την Ρωσία, να γίνει κυρίαρχη στην παγκόσμια νήσο, συμπεριλαμβανομένης και της περιφέρειας της Αφρικής.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να είναι και φυσικά, δεν είναι ανεκτή, από τις Η.Π.Α. Οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, στον πλανήτη, αναπροσαρμόζουν αυτή την στρατηγική, με μια πολύ κατανοητή αντιστροφή των συμμαχιών, που είχαν διαμορφωθεί, από την εποχή του προέδρου Richard Nixon, με αποτέλεσμα η Ουάσινγκτων, πλέον, να είναι υποχρεωμένη να στραφεί, προς την Μόσχα, για την αναζήτηση μιας συμμαχίας, η οποία κύριο στόχο έχει την ανακοπή της αυξανόμενης δυναμικής του Πεκίνου, η οποία, εάν δεν επιχειρηθεί, μέσα στα πλαίσια του παρόντος χρόνου και πάντως, όχι πολύ μακριά, στο μέλλον, δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί και ως εκ τούτου, η κινεζική δυναμική δεν θα σταθεί δυνατόν να αναχαιτισθεί.

Με δεδομένη την γεωστρατηγική θέση της Ρωσίας, γίνεται κατανοητή η τεράστια χρησιμότητα της τεράστιας στρατιωτικής ισχύος της Μόσχας, η οποία, αν και οικονομικά, υπολείπεται, κατά πολύ, των Η.Π.Α. και της Κίνας, μπορεί να επιβάλει τις θελήσεις της και, ως μπαλαντέρ, να επιλέξει εκείνες τις συμμαχίες, που η ρωσική ηγεσία - του Βλαντιμίρ Πούτιν σήμερα, οποιουδήποτε άλλου αύριο -, που θα κρίνει ότι είναι επωφελείς, για την ίδια και το κράτος, το οποίο εκπροσωπεί. Και η Μόσχα θα θεωρήσει τις συμμαχίες, που θα συνάψει, ως επωφελείς, όταν αυτές θα της παραχωρήσουν την κυριαρχία, στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο, ή στην Κίνα και στην νοτιοανατολική Ασία.

Εάν δούμε τα δεδομένα, με ψυχρό μάτι, αντιλαμβανόμαστε ότι, για την Κίνα, ο ανταγωνισμός της με τις Η.Π.Α., για την παγκόσμια κυριαρχία, την οδηγούν, σε συμμαχία, με την Ρωσία, στην οποία η κινεζική ηγεσία φαίνεται να αναγνωρίζει, στην παρούσα φάση, τον πρώτο λόγο, στα ευρωπαϊκά πράγματα. Ο αμερικανικός δυναμισμός και η πραγματική - επί του παρόντος - στρατιωτική υπεροχή της Ουάσινγκτων επιβάλλουν, στους άρχοντες του Πεκίνου, την συμμαχία, με την Μόσχα, αφού, πέραν από την στρατιωτική κάλυψη, που θα της παρέχει μια τέτοια συμμαχία, θα της δώσει και την ζωτική ενεργειακή επάρκεια, για να μπορέσει να κινήσει την κινεζική οικονομία, η οποία εξαρτάται, από το πετρέλαιο, που δεν διαθέτει η Κίνα και το οποίο προμηθεύεται από το Ιράν και πασχίζει να βρει, στην Νότια Κινεζική Θάλασσα.

Για την Ρωσία και οι δύο συμμαχίες, είτε με τις Η.Π.Α., είτε με την Κίνα, θα είναι επωφελείς. Και ως εκ τούτου, μπορεί να περιμένει και να επιλέξει. Δεν έχει κανέναν λόγο να βιάζεται, διότι οι αντίπαλοί της θα υποχρεωθούν, στο βάθος του χρόνου (ένα βάθος, το οποίο δεν θα είναι πολύ μεγάλο), να κάνουν εκείνες τις κινήσεις, που θα τους οδηγήσουν, στην αγκαλιά της. Και με δεδομένη την ολιγανθρωπία της αχανούς ρωσικής επικράτειας, μια ολιγανθρωπία, η οποία θα επιταθεί, προϊόντος του χρόνου, τα κέρδη της ρωσικής ελίτ θα είναι, σε κάθε περίπτωση δυσανάλογα, αφού στην μία περίπτωση θα αφορούν την ίδια την Κίνα, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, θα αφορούν την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η αμερικανική οπισθοχώρηση, στην Συρία αποτελεί ένα σαφές δείγμα ότι η Ουάσινγκτων έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται την κατεύθυνση των στρατηγικών συμφερόντων της και φυσικά είναι μια αναγνώριση και παραχώρηση του συγκεκριμένου χώρου, στην Μόσχα. Δεν είναι μια παραχώρηση, στο Ιράν, όπως, συνήθως, λέγεται, παρά το γεγονός ότι και το Ιράν ωφελείται από την απομάκρυνση των Αμερικανών, από το συριακό έδαφος. Και φυσικά, δεν είναι μια παραχώρηση, στην Κίνα, παρά το γεγονός ότι και αυτή ωφελείται, έμμεσα,, από την ενδυνάμωση του Ιράν.

Σε αυτόν τον πολύπλοκο και επικίνδυνο κόσμο, που έχει ανατείλει θα επικρατήσει, όποιος έχει τον απαραίτητο εδαφικό χώρο, τις, επίσης, απαραίτητες πηγές ενέργειας, την κατάλληλη στρατιωτική δύναμη, την χρειαζούμενη τεχνολογία και έναν ικανό πληθυσμό, ο οποίος θα στηρίξει το εγχείρημα της επιβολής της κυριαρχίας του, στον πλανήτη, μεταχειριζόμενος και συμμετέχοντας, στις συμμαχίες, που επιβάλλονται, από τις περιστάσεις.

Όμως, όλα αυτά είναι, όπως είπαμε, επικίνδυνα. Πολύ επίφοβα και άκρως επικίνδυνα. Η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων και η αυταπάτη ότι είναι δυνατόν η παγκόσμια στρατιωτική ισορροπία μπορεί να φθάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο, κατά το οποίο θα είναι δυνατόν να είναι επιτυχές ένα πρώτο πυρηνικό πλήγμα, στον (όποιο) αντίπαλο, ούτως, ώστε αυτός να εξουδετερωθεί, χωρίς να μπορέσει να αντιδράσει - ή και εάν αντιδράσει, η όποιες απώλειες του επιτιθέμενου να είναι ανεκτές -, καθιστούν τις επερχόμενες εξελίξεις, άκρως δυσοίωνες.

Η παγκόσμια κοινότητα έχει να κάνει, πλέον, με τρεις (αύριο τέσσερις, ή και περισσότερους) αντίπαλους, οι οποίοι φαίνεται ότι έχουν πάρει την απόφαση να αντιπαρατεθούν, σε ένα πεδίο και σε έναν χάρτη, ο οποίος είναι, εξαιρετικά, πολύπλοκος, ενώ τα σημεία σύγκρουσης, στον πλανήτη, έχουν αυξηθεί, είτε μιλάμε, για την Ευρώπη (Βαλτική, ή Μαύρη Θάλασσα, ή Βαλκάνια), είτε για την Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Και όλα αυτά συμβαίνουν, την ίδια στιγμή, που οι Η.Π.Α. (αλλά και η Ρωσία) απεμπλέκονται από τις συμφωνίες, για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων, στον οποίο, μάλιστα, η Κίνα δεν συμμετέχει.

Δεν είναι περίεργα όλα αυτά. Και δεν είναι περίεργα, διότι ο τριπολικός κόσμος είναι, εντελώς, διαφορετικός, από τον διπολικό κόσμο του παλαιού Ψυχρού Πολέμου και φυσικά, είναι, ακόμη, πιο πολύπλοκος, από τον μονοπολικό κόσμο, που ξεπήδησε, μετά την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Και αν στον παλαιό Ψυχρό Πόλεμο, το μέτωπο της αντιπαράθεσης ήταν στα σύνορα της ανατολικής Ευρώπης, με την Δυτική, όπου, εκεί, μπορούσε να ξεσπάσει ο πόλεμος, ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, τώρα, τα σημεία αντιπαράθεσης δεν βρίσκονται, μόνο, στην Ευρώπη (και μάλιστα, πολύ πιο κοντά στα ρωσικά σύνορα, αφού το ΝΑΤΟ, έχει επεκταθεί, κατά την σύντομη περίοδο του μονοπολικού κόσμου, στην ανατολική Ευρώπη), αλλά και στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, όπου, σήμερα, η Κίνα, στα νησιά Σπράτλυ, επιβάλλει τις θελήσεις της και αντιπαρατίθεται, με το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό και αύριο θα στραφεί προς την Ταϊβάν, αλλά και την Ιαπωνία.

Και στις δύο αυτές περιοχές έγιναν και γίνονται μεγάλες ασκήσεις των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων. Ήδη, το 2018, στην Βόρεια Θάλασσα και στην Βαλτική, το ΝΑΤΟ έκανε τις δικές του ασκήσεις, κινητοποιώντας τεράστιες δυνάμεις και απαντώντας, στην τεράστια ρωσική άσκηση, που είχε προηγηθεί, ενώ στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, οι αντιπαραθέσεις των πολεμικών πλοίων και των πολεμικών αεροπλάνων των Η.Π.Α. και της Κίνας τείνουν να γίνουν ένα πολύ συχνό φαινόμενο.

Αυτό που κάνει τα πράγματα, ακόμη πιο δύσκολα, στην διαχείρισή τους, είναι το γεγονός ότι η μία εκ των αντιπαρατιθέμενων υπερδυνάμεων, η Κίνα, είναι μια, ταχύτατα, ανερχόμενη υπερδύναμη, μια χώρα, η οποία έχει μια οικονομία (και κοινωνία) κεντρικού σχεδιασμού, η οποία κατευθύνεται, από το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα του κόσμου (το Κ.Κ. Κίνας των 98 εκατομμυρίων ανθρώπων) και από μια ολιγοπρόσωπη ηγεσία, που, στο σύνολό τους, ως κοινωνική διοικητική δομή, έχουν τον προσανατολισμό να αμφισβητήσουν το status quo, όπως έπραξε η Γερμανία, το 1914.

Και θα το πράξουν αυτό οι Κινέζοι ηγέτες, όπως φαίνεται, με φρόνηση, αλλά και με αποφασιστικότητα, από απείρως, πιο ισχυρές θέσεις, από ό,τι το έπραξε η Γερμανία εκείνης της εποχής, η οποία δεν είχε ούτε τα αποθέματα (ενεργειακά, ανθρώπινα και άλλα), ούτε τις δυνατότητες, που έχει η Κίνα, στα πλαίσια της σημερινής εποχής. Η Γερμανία δεν μπορούσε να έχει τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, που ήσαν απαραίτητοι, για να κυριαρχήσει, στην παγκόσμια νήσο. Ήταν, εκ φύσεως, μια περιφερειακή δύναμη, που νόμισε, εσφαλμένα, ότι μπορούσε (με περιφερειακές συμμαχίες, έστω) να κυριαρχήσει. 

Η Κίνα, όμως, είναι κάτι άλλο. Μπορεί να κυριαρχήσει. Τώρα και στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, με συμμαχίες. Και χωρίς συμμαχίες, αργότερα, εάν δεν ανασχεθεί.

Και αυτό καθιστά τα πράγματα, ακόμη πιο επικίνδυνα, διότι, μπορεί η σημερινή ηγεσία του Πεκίνου (ο Σι Τζινπίνγκ και οι συν αυτώ) να έχει την σύνεση και την υπομονή να περιμένει τον χρόνο να ωριμάσει, αλλά οι αντίπαλοί της, στο παγκόσμιο στερέωμα, μπορεί να μην έχουν την υπομονή, ούτε την βούληση να περιμένουν να υποσκελισθούν, από τον υπερβάλλοντα κινεζικό δυναμισμό.

Και φυσικά, αυτή η σκληρή πραγματικότητα επιβάλλει την προσοχή όλων μας και την συντονισμένη προσπάθεια, όχι, απλώς, για την αποφυγή, αλλά, για την αποτροπή του τρίτου πυρηνικού πολέμου, για την πραγματοποίηση του οποίου έχουν τεθεί οι δυνάμεις, σε κίνηση.