Από τότε (Οκτώβριος 2019), που, στην αρχή της τρέχουσας προεκλογικής περιόδου, έγινε η παραπάνω δημοσκοπική έρευνα, στην Βρετανία, έχει περάσει αρκετός καιρός, αλλά, στην ουσία του, το κλίμα, στο βρετανικό εκλογικό σώμα, δεν έχει αλλάξει.
 
Το Συντηρητικό Κόμμα του πρωθυπουργού Boris Johnson, μετά από μια σοβαρή καταθλιπτική περίοδο, υπό την ηγεσία της Theresa May, κατά την διάρκεια της οποίας είχε βρεθεί, στα τάρταρα, έχει σταθεροποιήσει την άνετη πρωτοπορεία του, εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 12 Δεκεμβρίου, αφήνοντας μακριά, πίσω του, το Εργατικό Κόμμα του Jermy Corbyn και αφαιμάσσοντας, παράλληλα, το Brexit Party του Nigel Farage, το οποίο έχει συμφωνήσει, με τους Tories, να μην κατεβάσει υποψήφιους, σε 317 περιοχές, που αντιστοιχούν, σε 317 έδρες, σύμφωνα με το μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, που, παραδοσιακά, επικρατεί, στην χώρα αυτή.
 
Καταγράφοντας την παρούσα κατάσταση, στο βρετανικό εκλογικό σώμα, πρέπει να πούμε ότι οι Συντηρητικοί του Boris Johnson, σύμφωνα, με δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Survation, που διεξήχθη, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων σε δείγμα 1.010 ψηφοφόρων, κατά το χρονικό διάστημα, από τις 14, έως τις 16 Νοεμβρίου, εξακολουθούν να προηγούνται, άνετα, με 14 ποσοστιαίες μονάδες, λαμβάνοντας ποσοστό 42%, έναντι των Εργατικών του Jeremy Corbyn, οι οποίοι καταμετρήθηκαν, στο 28% και όπως φαίνεται, αποτελούν την μαύρη τρύπα του βρετανικού πολιτικού συστήματος, αφού δεν μπορούν να αποτελέσουν μια κάποια σοβαρή απειλή, για την επανεγκαθιστέμενη πολιτκή κυριαρχία των Tories, παρά το ριζοσπαστικό (ριζοσπαστικοφανές) πολιτικό πρόγραμμα, που παρουσιάζουν, στο εκλογικό σώμα. Την ίδια στιγμή το Brexit Party έχει υποχωρήσει, στο 5% και όπως φαίνεται, θα υποχωρήσει και άλλο.
 
Η αλήθεια είναι ότι, για τους οπαδούς της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", τα πράγματα δεν πάνε, καθόλου, καλά. Πάνε πολύ άσχημα, αφού δεν είναι, μόνο, η αδυναμία των Labours να απειλήσουν την πρωτοκαθεδρία των Tories, που προσδιορίζει την επερχόμενη εκλογική επικράτηση των οπαδών του Brexit. Η αδυναμία των Εργατικών συνοδεύεται και από την πτωτική πορεία των Ελεύθερων Δημοκρατών, οι οποίοι, σε σχέση, με την αρχή της προεκλογικής περιόδου, εμφανίζουν μια πτωτική στασιμότητα, αφού το ποσοστό τους, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, φθάνει, στο 13%. 
 
Η παρουσία του Boris Johnson, στην ηγεσία των Συντηρητικών, προφανώς, παίζει τον δικό της αυτόνομο ρόλο, στην διαμόρφωση των τωρινών ισορροπιών, στην βρετανική πολιτική σκηνή. Είναι γεγονός ότι αναζωογόνησε το παραπαίον Συντηρητικό Κόμμα, το οποίο είχε βρεθεί, μόλις προ ολίγων μηνών, στον πάτο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, σαφέστατα, είναι μια χαρισματική προσωπικότητα και αυτό το γεγονός έχει συμβάλει, σημαντικά, στην διαμόρφωση της πολιτικής και προεκλογικής κατάστασης, που τώρα, περιγράφουμε. 
 
Αλλά, επίσης, η αλήθεια είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν θα είχε διαμορφωθεί, εάν ο Boris Johnson δεν υποστήριζε την πολιτική, που ακολουθεί και η οποία χαρακτηρίζεται, από την αταλάντευτη επιμονή του, στην υποστήριξη της, με κάθε τρόπο, εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", ξεπερνώντας όλα, ουκ ολίγα, τα εμπόδια, που του έθεσε η απελθούσα βουλή των κοινοτήτων, η πλειοψηφία της οποίας είχε ένα σαφή φιλο"ευρωενωσιακό" προσανατολισμό. 
 
Βέβαια, οι οπαδοί του Remain, στο απελθόν βρετανικό κοινοβούλιο, είχαν όλη την διάθεση να ανατρέψουν τον Βρετανό πρωθυπουργό, το κόμμα του οποίου έφθασε, στο σημείο να χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά δεν το τόλμησαν, διότι είχαν, απέναντί τους την πλειοψηφία της βρετανικής κοινωνίας, η οποία έμεινε πιστή, στην, υπέρ του Brexit, πλειοψηφική ψήφο της, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016, την οποία ήταν και είναι διατεθειμένη να υπερασπισθεί.
 
(Και σε αυτό, φυσικά, υπερέχει, κατά πολύ, από το - πολιτικά -, σε νηπιακή κατάσταση ευρισκόμενο ελληνικό εκλογικό σώμα, το οποίο δεν υπερασπίστηκε την, κατά των Μνημονίων, ευρύτατη πλειοψηφική ψήφο του, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015. Δυστυχώς). 
 
Το να ισχυρισθούμε ότι ο Jeremy Corbyn αποδείχτηκε λίγος, απέναντι, στον Boris Johnson, στο κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης της υπόθεσης της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", είναι σαν να κρούουμε ανοικτές θύρες. Πράγματι, ο Corbyn δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τον BoJo, στην υπόθεση αυτή, η οποία αποτελεί το κυρίαρχο ζήτημα της βρετανικής πολιτικής ζωής, εδώ και τρία χρόνια και είναι το κύριο ζήτημα και στην εξελισσόμενη προεκλογική περίοδο, που θα έχει ως κατάληξη της βουλευτικές εκλογές της 12/12/2019.
 
Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ειλικρινείς, η θέση του ηγέτη των Εργατικών ήταν δυσχερής. Και παρά τα επιφαινόμενα, ήταν δυσχερέστερη, από εκείνη του αντιπάλου του, ο οποίος, έχοντας μια καθαρή και σαφή θέση, υπέρ του Brexit, ακόμη και χωρίς συμφωνία, με τους "ευρωενωσιακούς", τελικά, επέτυχε να οδηγήσει τις κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και στην συνέχεια, την ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών, στην υπογραφή μιας συμφωνίας, για την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ε. Ε.", σύμφωνα, με τους βασικούς όρους, που ο Βρετανός πρωθυπουργός επεδίωκε. Και αυτό, παρά την προηγηθείσα ρητορική του Jean-Claude Juncker και των άλλων "ευρωενωσιακών", περί του ότι η μόνη συμφωνία, που μπορούσε να υπάρξει, ήταν αυτή, που είχε υπογραφεί, από την κυβέρνηση της Theresa May και είχε απορριθφεί, από την βουλή των κοινοτήτων, επειδή ο, μεν Jeremy Corbyn, για λόγους πολιτικής τακτικής δεν μπορούσε (αν και στην πραγματικότητα, ήθελε) να ψηφίσει, ενώ, οι, δε, Brexiteers των Συντηρητικών, με επί κεφαλής τον Boris Johnson, την καταψήφιζαν, εκ πεποιθήσεως, αλλά και επειδή ήθελαν να είναι εναρμονισμένοι, με την επικρατούσα τάση, εντός των κόλπων της βρετανικής κοινωνίας.
 
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι οι "ευρωενωσιακοί" δεν μπορούσαν να μην υπογράψουν μια συμφωνία, με την βρετανική κυβέρνηση, έστω και με τους όρους, που ο Boris Johnson έθετε.
 
Η "Ευρωπαϊκή Ένωση" οδεύει, προς την εμβάθυνση της χρονίζουσας, επί δεκαετίες, οικονομικής ύφεσης, που την έχει κτυπήσει και την οποία, βλακωδώς, αλλά και αναπότρεπτα, από θεσμική άποψη, διατηρεί (η ευρωζώνη είναι η μήτρα του κακού, που δέρνει τους "ευρωενωσιακούς" και θα συνεχίσει να είναι, όσο υπάρχει), αφού, το 2019 η οικονομία της θα ασθμαίνει, με μια υπολογιζόμενη "ανάπτυξη", η οποία  υποτίθεται ότι θα κινηθεί, στο 1% του ΑΕΠ της.
 
Μια έξοδος της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.", χωρίς συμφωνία, θα προξενούσε μια ανήκεστο βλάβη, στην "ευρωενωσιακή" οικονομία, αφού οι οικονομίες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας (και όχι μόνο) θα υφίσταντο ένα τεράστιο πλήγμα, στο 30% του ΑΕΠ τους, στα πεδία του εμπορικού ισοζυγίου και των κεφαλαιακών ροών, με την Βρετανία. Έτσι η οικονομική ύφεση, με δεδομένη την κακή κατάσταση της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας, θα βάθαινε ακόμη περισσότερο, σε σχέση με την παρούσα κατάσταση της "ευρωενωσιακής" οικονομίας και τις μέλλουσες προβλέψεις, γύρω από αυτήν.
 
Με δεδομένο το γεγονός ότι η ένταξη της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", έβλαψε την ισορροπία του εμπορικού ισοζυγίου της, με τις άλλες οικονομίες της "Ένωσης" και κυρίως, με τις τρεις προαναφερόμενες χώρες, δεν είναι η χώρα αυτή εκείνη, που θα επλήγετο, από ένα Brexit, χωρίς συμφωνία. Το πλήγμα, που, προφανώς, θα υπήρχε, θα αφορούσε τις, εις βάρος της βρετανικής οικονομίας, πλεονασματικές "ευρωενωσιακές" οικονομίες, οι οποίες θα αντιμετώπιζαν μια απότομη μείωση, στο εξωτερικό τους εμπόριο, την οποία θα ήταν δύσκολο να διαχειρισθούν.
 
Η Βρετανία, όμως, θα ήταν, σε ευνοϊκότερη θέση, αφού μπορεί να υποκαταστήσει μια σειρά, από εισαγωγές της, από την εσωτερική της παραγωγή, αλλά και και να τις αντικαταστήσει, από τις χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και μέσω εμπορικών συμφωνιών, με τις Η.Π.Α. και με τις άλλες χώρες του πλανήτη.
 
Εννοείται ότι η γερμανική οικονομία θα ήταν εκείνη, η οποία θα υφίστατο το μεγαλύτερο πλήγμα, από μια έξοδο της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.", χωρίς συμφωνία. Δεν είναι, μόνο, η μεγάλη και απότομη ελάττωση του εμπορικού της πλεονάσματος. Είναι και το γεγονός ότι η γερμανική μπατιροτραπεζοκρατία και η λοιπή γερμανική ελίτ, που είχαν, ως μέσο, την Βρετανία, για την εξαγωγή των κεφαλαίων τους, προς τις Η.Π.Α. και τον χώρο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα, ως προς την ευνοϊκή επενδυτική θέση της χώρας τους, στο διεθνές οικονομομικό πεδίο, αφού η Γερμανία έχει προσανατολίσει το 36% του ΑΕΠ της, στην πλεονασματική εξαγωγή κεφαλαίων.
 
Έτσι,  η γερμανική κυβέρνηση, έτσι κι αλλιώς, θα πρέπει να βρει άλλους τρόπους και τόπους, για να τοποθετεί τα κεφάλαιά της, στο εξωτερικό. Διαφορετικά, θα πρέπει να προσανατολίσει ένα μέρος των κεφαλαίων της, στην εσωτερική γερμανική οικονομία, με αναζωογόνηση της εσωτερικής ζήτησης και άνοδο του κόστους της εργασίας και του βιοτικού επιπέδου του γερμανικού λαού, κάτι το οποίο, όμως, θα περιορίσει τα κέρδη της γερμανικής εξαγωγικής ελίτ και του συνόλου της οικονομικής ολιγαρχίας της χώρας της. Και φυσικά, αυτό το τελευταίο δεν είναι αποδεκτό, από την οικονομική ελίτ και την κυβέρνηση της Angela Merkel, αλλά και των διαδόχων της.
 
Μετά από όλα αυτά, γίνεται κατανοητό, το γιατί ο Boris Johnson είχε γερά χαρτιά, στα χέρια του, όταν διαπραγματευόταν, με τους "ευρωενωσιακούς", για μια νέα συμφωνία εξόδου, με διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνην της Theresa May. Αυτά τα χαρτιά τον οδήγησαν, στην τελική επικράτηση, απέναντι, στον Michel Barnier και την διαπραγματευτική ομάδα των "ευρωενωσιακών", επειδή ήταν έτοιμος να προχωρήσει, σε μια έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", χωρίς συμφωνία, παρά τα τεράστια προσκόμματα, που του έθετε η περιστασιακή πλειοψηφία, που επικρατούσε, στην βουλή των κοινοτήτων και η οποία λειτουργούσε, ως σύμμαχος του Βερολίνου και των Βρυξελλών.
 
Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ότι ο Jeremy Corbyn, με δεδομένη την αναγκαστική υποχώρηση των "ευρωενωσιακών", στις απαιτήσεις του BoJo, δεν μπορούσε, σε καμμία φάση του όλου πολιτικού παίγνιου, να έχει και εξακολουθεί να μην έχει καμμία τύχη.
 
Η τύχη και η πορεία του Εργατικού Κόμματος και του ίδιου του Corbyn, προς την εκλογική ήττα, ήταν προδιαγεγραμμένη, σε ελάχιστο χρόνο, από τότε, που ο Boris Johnson, τον περασμένο Ιούλιο, ανέλαβε την αρχηγία των Tories και την πρωθυπουργία.
 
Έκτοτε, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει.
 
Οι Συντηρητικοί και ο Boris Johnson βαδίζουν, προς μια άνετη νίκη, προς μεγάλη λύπη των πολιτικών τους αντιπάλων - ιδίως των Labours, οι οποίοι, ουσιαστικά, στράφηκαν, κατά των αντιευρωενωσιακών προτιμήσεων της εργατικής βάση τους - και κυρίως, της βρετανικής μπατιροτραπεζοκρατίας, η οποία έχει συνολικές απαιτήσεις, στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό, 6,19 τρισ. € (με ένα βρετανικό ΑΕΠ, ίσο με 2,59 τρισ. €), οι οποίες βρίσκονται, σε καθεστώς αβεβαιότητας και κινδυνεύουν. Από αυτά τα 6,19 τρισ. €, τα 2,66 τρισ. € αφορούν απαιτήσεις, από το εξωτερικό και κυρίως, από δάνεια και λοιπές επενδύσεις κεφαλαίων σε χώρες της "Ευρωπαϊκής Ένωσης".αφού η βρετανική μπατιροτραπεζοκρατία υπήρξε  μηχανισμός διευκόλυνσης της μετακίνησης κεφαλαίων, από και προς την "Ε.Ε.", με βασικότατη προτεραιότητα την Γερμανία, την Γαλλία και την Ολλανδία.
 
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αυτό που έχει σημασία, όσον αφορά τις βρετανικές βουλευτικές εκλογές, δεν είναι, τόσο το αποτέλεσμά τους, όσο το τί πρόκειται να επακολουθήσει. Και αυτό είναι κάτι, που θα το δούμε, μετά την 12η Δεκεμβρίου...