Παρακολουθώντας την πορεία της ρωσικής οικονομίας, από το 2015, μέχρι τις ημέρες μας, προκύπτει ένα συμπέρασμα, το οποίο αφορά και την χώρα μας. Και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι άλλο, από το ότι η ελληνική οικονομία, προκειμένου η χώρα να βαδίσει, στον δρόμο της γοργής οικονομικής μεγέθυνσης, πρέπει να βγει από το ευρώ και την ζώνη του. 
 
Όπως άπειρες φορές έχουμε πει, η ελληνική οικονομία πρέπει να βγει, από την ευρωζώνη, για να σταθεί δυνατό να αναπτυχθεί η εγχώρια βιομηχανία, ο κλάδος της μεταποίησης και η αγροτική παραγωγή, μειώνοντας, παράλληλα, την μεγάλη εξάρτηση της χώρας, από τις εισαγωγές, οι οποίες, στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης και του ευρώ, παραμένουν, επίμονα, μεγαλύτερες, από τις εξαγωγές και κρατούν την ελληνική οικονομία, κάτω από την δαμόκλειο σπάθη των μεγάλων και διευρυνόμενων εξωτερικών ελλειμμάτων, τα οποία εξακολουθούν να επιμένουν, παρά την μακροχρόνια έλευση της σαρωτικής οικονομικής κρίσης, που έπληξε την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
 
Η περίπτωση της Ρωσίας, ως, προς την αντίδραση και τα μέτρα του Βλαντιμίρ Πούτιν και της λοιπής ρωσικής ηγεσίας, στην επιβολή των κυρώσεων, εκ μέρους της Δύσης, για την απόσπαση της Κριμαίας, από την Ουκρανία και την ενσωμάτωσή της, στην ρωσική επικράτεια, αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, για το τί πρέπει να πράξει η χώρα μας και για τον ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσει, αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος, για τον οποίο γράφεται το παρόν κείμενο.
 
Το σημερινό δημοσίευμα γίνεται, προκειμένου να καταδειχθούν τα αδιέξοδα του σχεδιασμού των Δυτικών χωρών, έναντι της Μόσχας, ο οποίος σχεδιασμός αποσκοπεί, στο γονάτισμα της ρωσικής οικονομίας και την επαναφορά των μελών και των επιγόνων της παλαιάς φρουράς της υποταγμένης, στην Ουάσινγκτων, μετασοβιετικής ηγεσίας - της οποίας εμβληματική μορφή υπήρξε και παραμένει ο απερίγραπτος Μπορίς Γέλτσιν - που στο σύνολό τους, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, κατέστρεψαν την μετασοβιετική ρωσική οικονομία, αφού, προηγουμένως, είχαν διαλύσει, μέσα από μια, εκ των ένδον, πολιτική και κοινωνική προδοσία, με πρωταγωνιστή τον ολετήρα Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και χωρίς τον παραμικρό σχεδιασμό, την οικονομία της "Σοβιετικής Ένωσης", την οποία οδήγησαν, στην αιφνίδια και συνάμα, κατακρημνιστική αυτοδιάλυση.
 
Η αλήθεια είναι ότι οι κυρώσεις, που επέβαλαν οι Δυτικοί, στην ρωσική οικονομία δεν ήσαν χωρίς επιπτώσεις. Η ρωσική οικονομία επλήγη, από αυτές, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ της χώρας να παρουσιάσει, επί μία διετία (2015 - 2016), μια συγκροτημένη πτώση, η οποία έληξε το 2018, οπότε η αναπτυξιακή διαδικασία επανήλθε, παρά το γεγονός ότι η επιβολή των δυτικών κυρώσεων συνεχίζεται.  Ας δούμε τα σχετικά μεγέθη.
 
Με βάση το έτος 2014, κατά το οποίο το ρωσικό ΑΕΠ διαμορφώθηκε, σε όρους ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, στα 4.064,55 τρισ. $ (ή στα 3.597,13 τρισ. € - εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός, σε ευρώ, στρεβλώνει τα εμφανιζόμενα μεγέθη, διότι γίνεται, με βάση τις ετήσιες τιμές της συναλλαγματικής ισοδυναμίας ευρώ και δολλαρίου, γεγονός το οποίο δεν συμβαδίζει, με την ισοτιμία των αγοραστικών δυνάμεων, ανάμεσα σε ευρωζώνη και Ρωσία), το 2015, το ρωσικό ΑΕΠ υποχώρησε, κατά 2,5% και διαμορφώθηκε, στα 3.962,94 τρισ. $ (ή στα 3.651,45 €), ενώ, η πτώση του συνεχίστηκε και το 2016, που υποχώρησε, κατά 0,2% και διαμορφώθηκε, στα 3.955,01 τρισ, $ (ή στα 3.571,37 τρισ. €).
 
Το 2017, τα πράγματα άλλαξαν. Η ρωσική οικονομία, παρά πάσα προσδοκία των Δυτικών, επανήλθε, στην ανοδική της πορεία, εμφανίζοντας μια αύξηση της τάξεως του 1,5% και το ρωσικό ΑΕΠ έφθασε, στα 4.014,34 τρισ. $ (ή στα 3.552,09 τρισ. €). Το 2018, τα πράγματα πήγαν καλύτερα και το ρωσικό ΑΕΠ έφθασε, στα 4.086,59 τρισ. $ (ή στα 3.616,63 τρισ. €), παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξεως του 1,80%, ενώ το 2019 υπολογίζεται ότι θα πλησιάσει τα 4.200,00 τρισ. $.
 
Αυτό, που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι, πολύ πριν την οικονομική ύφεση της περιόδου 2015 - 2016, η πολιτική του Βλαντιμίρ Πούτιν έχει οδηγήσει, σε σχέση, με το 2008, στην τεράστια αύξηση της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής, που έφθασε, στο 18%, ενώ, στην ίδια περίοδο (2008 - 2019), η βιομηχανική παραγωγή των Η.Π.Α. έχει αυξηθεί, μόλις, κατά 5%. 
 
Φυσικά, εδώ είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι οι κυρώσεις της Δύσης αυτό, που έκαναν, δεν ήταν τίποτε άλλο, από το να επιταχύνουν αυτή την διαδικασία της ανόδου της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής, μέσα από την επιδιωχθείσα και επιτυχή πολιτική της υποκατάστασης των εισαγωγών, αφού, κατά την περίοδο 2014 - 2019, η συνολική βιομηχανική παραγωγή της ρωσικής οικονομίας αυξήθηκε, κατά 12%, με αποτέλεσμα την πτώση των εισαγωγών, κατά 20,6%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν, κατά 26,2%.
 
Η ουσία της όλης υπόθεσης βρίσκεται, στο απλούστατο γεγονός ότι η Ρωσία και η ανάπτυξη της οικονομίας της, δεν εξαρτώνται, πλέον, από τις Η.Π.Α. και τον Δυτικό Συνασπισμό, όπως συνέβαινε, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. 
 
Αυτή η μη αναμενόμενη, από τους Δυτικούς, απεξάρτηση της Ρωσίας προέκυψε, εξ αιτίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία διέχυσε την παραγωγή και την εκμετάλλευση της προηγμένης τεχνολογίας, πολύ πέραν των δυτικών χωρών και οδηγεί τις εξελίξεις, στην διαμόρφωση μιας σκληρής πραγματικότητας, η οποία στερεοποιεί μια κατάσταση, στην οποία η συμμετοχή της Δύσης, στο παγκόσμιο ΑΕΠ, βαίνει, συν τω χρόνω, μειούμενη, μειώνοντας, παράλληλα, το ειδικό βάρος της, στα δρώμενα, επί του πλανήτη, με αποτέλεσμα ο Δυτικός Συνασπισμός να οδηγείται, με γοργούς ρυθμούς, στην σταδιακή περιθωριοποίηση.
 
Μάλιστα, εάν δούμε τις εξελίξεις, στο - όχι μακρινό - μέλλον και εφ' όσον οι ανερχόμενες δυνάμεις, πρωτίστως, της Κίνας και δευτερευόντως, της Ινδίας, δεν αναχαιτισθούν, με κάποιον δραστικό τρόπο, από τις Η.Π.Α. και την Δύση, η διαμόρφωση των συσχετισμών δύναμης, στον πλανήτη, προβλέπεται να είναι πολύ δυσμενής, για τον Δυτικό Συνασπισμό.
 
Έτσι - όχι πολύ μακριά, από τώρα -, το 2030, σε επίπεδο ΑΕΠ, μετρούμενο, σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Κίνα θα προηγείται, με ΑΕΠ, στα 38 τρισ. $, οι Η.Π.Α. θα ακολουθούν, μακριά, δεύτερες, με ΑΕΠ, που θα φθάνει, στα 23,4 τρισ. $ και η Ινδία θα ακολουθεί τρίτη, με ΑΕΠ, στα 19,5 τρισ. $.
 
Το 2050, οι εξελίξεις θα είναι πολύ πιο δραματικές για τις Η.Π.Α. Η Κίνα θα εξακολουθήσει να είναι πρώτη με ΑΕΠ, ίσο με 64,2 τρισ. $, όμως, στην δεύτερη θέση, θα έχει περάσει η Ινδία, με ΑΕΠ ίσο με 46,3 τρισ. $, αφήνοντας τις Η.Π.Α., τρίτες και καταϊδρωμένες, με ΑΕΠ, το οποίο θα φθάνει, στα 31 τρισ. $ (στην τέταρτη θέση προβλέπεται να φθάσει η Ινδονησία, με 10,1 τρισ. $ και στην πέμπτη η Τουρκία, με 9,1 τρισ. $ - και ιδιαίτερα, το τελευταίο, θα πρέπει να απασχολήσει, πάρα πολύ την ελληνική ελίτ).  
 
Όπως πολλές φορές έχουμε πει [χαρακτηριστικά, μάλιστα, όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, ένα, προ τριετίας, δημοσίευμά μου, με τίτλο : 1 - 2008 μ.Χ. : Η άνοδος και η πτώση των Η.Π.Α. και του Δυτικού Κόσμου και η ακάθεκτη πορεία της Κίνας, προς την πρωτοκαθεδρία, μέσα από την ανακατανομή των ποσοστιαίων μεριδίων των μεγάλων χωρών, στο παγκόσμιο ΑΕΠ. (Η διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, οι επισφαλείς αμερικανορωσικές σχέσεις και οι κρίσιμες αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου), το οποίο εξαντλείται, σε longterm ιστορικές αναφορές, στην ισορροπία των δυνάμεων, ανάμεσα, στην Δύση και την Κίνα], ο Δυτικός Κόσμος βρίσκεται, για μία, ακόμη φορά, μετά από δύο αιώνες, αντιμέτωπος, με το επερχόμενο γεγονός ότι η Ανατολή - και ιδιαίτερα, η Άπω Ανατολή -  θα τον ξεπεράσει, όπως, άλλωστε συνέβαινε, από την εποχή της αρχαιότητας, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα.
 
Με λίγα λόγια, η Κίνα και η Ινδία, ως μέλλουσες ισχυρότερες οικονομίες, στον πλανήτη, επιστρέφουν, στην παλαιά πρωτοκαθεδρική θέση τους, στην παγκόσμια κατάταξη, σε επίπεδο οικονομικών μεγεθών, αφήνοντας, πίσω τους, τις ΗΠΑ στην τρίτη θέση, οι οποίες, μάλιστα, ακολουθούνται, όπως προβλέπεται, από δύο χώρες, που δεν ανήκουν, στον σκληρό πυρήνα της Δύσης. 
 
Μόνο, που, τώρα, αυτή η πρωτοκαθεδρία των δύο χωρών της Ανατολής πρόκειται να συνοδευτεί και από την αντίστοιχη πολιτική και στρατιωτική ισχύ, εάν και εφ' όσον η Δύση δεν ανακόψει αυτές τις δυνάμεις, που απειλούν την παγκόσμια κυριαρχία της. Και φυσικά, η αναγνώριση αυτής της ρέουσας και επερχόμενης πραγματικότητας, από την αμερικανική ελίτ, αλλά και τις αντίστοιχες δυτικές ελίτ, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή, ενώ η προοπτική της διάσπασης της ίδιας της Δύσης, ως ενότητας, είναι ένα από τα πιθανά ενδεχόμενα του εγγύς μέλλοντος.
 
Οι επιλογές των Η.Π.Α., ενώπιον αυτών των κινδύνων δεν είναι πολλές. Στην ουσία, η μόνη ορθολογική επιλογή, που έχουν οι στρατηγιστές της Ουάσινγκτων, εφ' όσον οι αμερικανικές ελίτ δεν αποδεχθούν την μοίρα τους και εάν επιθυμούν την συνέχιση της αμερικανικής και της δυτικής κυριαρχίας, στον πλανήτη, είναι η σύμπηξη μιας ενεργού και μακροπρόθεσμης συμμαχίας, με την Ρωσία, σήμερα του Βλαντιμίρ Πούτιν και αύριο των διαδόχων του, προκειμένου να ανακοπεί, να αναχαιτισθεί και να αποτραπεί η έλευση αυτού του επερχόμενου κινδύνου, ο οποίος, εάν μείνει, χωρίς την κατάλληλη δράση, είναι αναπόφευκτο να λάβει σάρκα και οστά.
 
Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο, θα γίνουν αποδεχτές, από την αμερικανική ελίτ, οι ρωσικές επιθυμίες, για μια ριζική αναδιάταξη των ισορροπιών, στον ευρωπαϊκό χώρο, με την εγκατάλειψη της Γερμανίας και του χώρου, που την περιβάλλει - στον οποίο, πιθανότατα, θα συμπεριλαμβάνεται και η Γαλλία - όπως και της αποδιοργανούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης", στην ρωσική σφαίρα επιρροής.
 
Άλλος δρόμος, πλην αυτού της υποταγής, στην κυριαρχία της Ανατολής, δεν υπάρχει, για την Ουάσινκτων και την Δύση. Η συμμαχία, με την υπομονετική Ρωσία, η οποία περιμένει τους Δυτικούς να πέσουν, στα χέρια της, σαν ώριμα φρούτα, φαίνεται να είναι αναπότρεπτη.
 
Όσο και αν αυτή η παραδοχή (την οποία, όμως, φαίνεται ότι ο πρόεδρος Donald Trump έχει κάνει) είναι δύσκολη. 
 
Και μάλιστα, πολύ δύσκολη.