Όσο περνούν οι ημέρες, η "ευρωενωσιακή" ελίτ, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και όλος ο υπόλοιπος κόσμος κατανοεί, ολοένα και περισσότερο, ότι πλησιάζει η ώρα, για την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση". Αυτό, που γίνεται αντιληπτό, είναι ότι ο Boris Johnson δεν αστειεύεται. Όπως είπε, στον απερχόμενο πρόεδρο του αποκαλούμενου, ως Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον γνωστό κωμικό Donald Tusk (ο οποίος, είπε και το αμίμητο, ότι δηλαδή θα προσπαθήσει να πείσει τους ηγέτες του G7 να καλέσουν, στις επόμενες συνόδους, ως 8η συμμετέχουσα χώρα, την Ουκρανία, στην θέση της Ρωσίας και προφανώς, αυτοί έστειλαν τον Πολωνό entertainer, από εκεί που ήλθε), η Βρετανία θα αποχωρήσει, στις 31 Οκτωβρίου του 2019, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Με, ή χωρίς συμφωνία, με την "Ε.Ε." και χωρίς δεύτερη κουβέντα.
 
Φυσικά, η βρετανική έξοδος, από την ψοφοδεή και καταρρέουσα "Ευρωπαϊκή Ένωση", θα ακολουθηθεί από την σύναψη εμπορικών συμφωνιών τις οποίες θα συνάψουν η κυβέρνηση του "τρελού" - όπως τον αποκαλούν οι αντίπαλοί του και η γερμανική ελίτ - Boris Johnson, όπως και όποια άλλη κυβέρνηση, που, κάποια στιγμή, θα διαδεχθεί την σημερινή, με τις Η.Π.Α. και τις άλλες χώρες, στον πλανήτη.
 
Αλλά, πέραν από τις εμπορικές συμφωνίες, που θα συνάψει η Βρετανία, με τις άλλες χώρες του κόσμου, η έξοδος της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.", θα ακολουθηθεί, από πολύ, από άφθονο γέλιο και κλάμα, αφού, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, η αποχώρηση της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", αποτελεί την αρχή του ξηλώματος του "ευρωπαϊκού" (το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι γερμανικό) πουλόβερ. Ενός ξηλώματος, το οποίο πρόκειται να εξελιχθεί και να καταλήξει, στην πλήρη καταστροφή της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". 
 
Αναλύοντας, με ψυχραιμία, τις εξελίξεις, πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό που συμβαίνει, δεν είναι τίποτε λιγότερο, από μια αναδιάταξη της κατανομής της ισχύος, μέσα, στο στρατόπεδο της Δύσης. 
 
Εν όψει του εντεινόμενου ανταγωνισμού ισχύος, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Δύση, από την μία πλευρά και την Κίνα (και την Ρωσία), από την άλλη, η κυβέρνηση του Donald Trump, αλλά και η Ουάσινγκτων, ως κέντρο ισχύος των στρατηγιστών του αμερικανικού βαθέος κράτους, έχουν αποφασίσει να κοντύνουν την γερμανική επιρροή, στον χώρο του δυτικού στρατοπέδου και να ανακόψουν την διαδικασία της επιβολής των γερμανικών θελήσεων, στον ευρωπαϊκό χώρο, αντιμετωπίζοντας τον γαλλικό παράγοντα, ως ένα αχυράνθρωπο του Βερολίνου, ή, έστω, ως ένα αδύναμο καθεστώς, το οποίο θυμίζει, ολοένα και περισσότερο το, αλήστου μνήμης, καθεστώς του Βισύ.
 
Αλλά ο εμπορικός πόλεμος, με την Γερμανία, που καλύπτεται πίσω από την "ευρωπαϊκή" μάσκα, αποτελεί το ένα σκέλος των αμερικανικών (και από εδώ και πέρα και των βρετανικών) επιδιώξεων, για τον δραστικό περιορισμό της γερμανικής ισχύος. Υπάρχει και ένα δεύτερο σκέλος, στις επιδιώξεις της Ουάσινγκτων, το οποίο δεν είναι, καθόλου, αμελητέο. Αντιθέτως, είναι πολύ σημαντικό.
 
Το δεύτερο αυτό σκέλος του αμερικανικού σχεδιασμού έχει να κάνει, με την αποκαλούμενη, ως Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (την E.C.B., την Ε.Κ.Τ.), η οποία αποτελεί ένα βασικό εργαλείο της γερμανικής πολιτικής, που συγκεκριμενοποιείται, στην επιβολή των θελήσεων των κυβερνήσεων του Βερολίνου και της γερμανικής βιομηχανικής εξαγωγικής ελίτ και του γερμανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που στο σύνολό τους, πρέπει να ποδηγετηθούν.
 
Ελάχιστοι έχουν προσέξει την παγκοσμιοποιητική ιστορία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο συναρτάται, με το Λονδίνο και προφανώς, ως ένας ζωντανός κοινωνικός μηχανισμός, παίζει ρόλο, στις σύγχρονες εξελίξεις, οι οποίες έχουν οδηγήσει, στο επικείμενο Brexit. Για τον λόγο αυτόν, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε - και όσοι δεν γνωρίζουν, να πληροφορηθούν - ότι, ήδη, από το 1985, το City του Λονδίνου χρησιμοποιήθηκε, από την την Νέα Υόρκη, ως ένας μεσάζων, για να διακινηθούν, χωρίς περιορισμούς, κεφάλαια, από τις Η.Π.Α., στην Ευρώπη, με την δημιουργία μιας διεθνούς αγοράς κρατικών ομολόγων, την οποία, στην κυριολεξία, έστησε η Ουάσινγκτων, το 1988.
 
Έκτοτε, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτούργησε, έως, την μεθοδευμένη - στα πλαίσια της αναδυθείσας αντιπαράθεσης των Η.Π.Α., με την Κίνα και την Ρωσία - κατάρρευση της Wall Street, τον Σεπτέμβριο του 2008 και αποδομήθηκε, με την ευρωχρηματοπιστωτική κρίση του Απριλίου του 2010, η οποία ξέσπασε, ως ελληνική κρίση κρατικών ομολόγων και επεκτάθηκε, σε όλον τον χώρο της ευρωζώνης και η οποία κρίση χρησιμοποιήθηκε, από την κυβέρνηση της Angela Merkel, ως αιτία και αφορμή, για την ουσιαστική διάλυση αυτής της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αγοράς κρατικών ομολόγων, η οποία έπαυσε να λειτουργεί και εξακολουθεί να μην λειτουργεί, στον βαθμό, που, με τα λεγόμενα "προγράμματα νομισματικής χαλάρωσης" της Ε.Κ.Τ., αυτό, που, στην πραγματικότητα, συμβαίνει, είναι ότι η μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης αγοράζει και ανακυκλώνει τα κρατικά χρέη των χωρών της ευρωζώνης, πλην του ελληνικού δημόσιου χρέους και αυτό επειδή τα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν την απαιτούμενη, από την Ε.Κ.Τ., αξιολόγηση.   
 
Κάπως έτσι, η γερμανική κυβέρνηση, τα παρακολούθηματά της, στο Παρίσι και οι ευρωτραπεζίτες, στην προσπάθειά τους να τιθασεύσουν τα κρατικά χρέη των χωρών της ευρωζώνης, λειτουργούν, ως τροχοπέδη, στα σχέδια της Ουάσινγκτων (και από κοντά, του Λονδίνου), για την δραστική ενίσχυση του ρόλου του Δυτικού Συνασπισμού, στο παγκόσμιο στερέωμα, εμποδίζοντας τον αμερικανικό σχεδιασμό, για τον περιορισμό της ανερχόμενης ισχύος του Πεκίνου.
 
Με δεδομένο τον παραδοσιακό ευρωσκεπτικισμό των Βρετανών και εν όψει της γερμανικής επιρροής, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", η βρετανική ελίτ και οι κυβερνήσεις, που την εξέφραζαν, κατά την διαδρομή του χρόνου, από την εποχή, που δημιουργήθηκε, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών (το MSI), ως προπομπός της ΟΝΕ και του ευρώ, αρνήθηκαν, ευφυώς, ποιούσες, να ενταχθούν, σε αυτή την διαδικασία, που οδηγούσε, στην αντικατάσταση της βρετανικής λίρας, από το αποκαλούμενο, ως κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, επειδή γνώριζαν, πολύ καλά, τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγούσε αυτή η διαδικασία νομισματικής ενοποίησης χωρών, με, εντελώς, διαφορετικές οικονομίες, αλλά και επειδή δεν είχαν καμμία διάθεση να θέσουν την Βρετανία, κάτω από την γερμανική επιρροή.
 
Κάπως έτσι, οι γερμανικές εμμονές οδήγησαν, το 2015, την κυβέρνηση του David Cameron (ο οποίος, φυσικά, γνώριζε τους - σύμφωνα με τους "ευρωπαϊστές" - κινδύνους, που προέκυπταν και ανέλαβε τα ρίσκα, που απαιτούνταν), να προκηρύξει το "διαβολικό" δημοψήφισμα της 23/6/2016, με το ερώτημα, για το εάν το εκλογικό σώμα επιθυμούσε την παραμονή, ή την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση". 
 
Το βρετανικό εκλογικό σώμα ψήφισε, κατά πλειοψηφία, υπέρ της εξόδου, από την "Ε.Ε.", με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το τρίχρονο αλαλούμ, που ακολούθησε, με την προσπάθεια της κυβέρνησης της Theresa May να λειάνει τα πράγματα, κάτι που δεν κατέστη δυνατό, ακριβώς, επειδή το βρετανικό εκλογικό σώμα, δεν άφησε τα πράγματα, στην τύχη τους, υπερασπιζόμενο την επιλογή του, για έξοδο, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", αλλά και επειδή η ίδια η βρετανική ελίτ παρέμεινε διχασμένη, στις επιλογές της, με την ευρωσκεπτικιστική πλευρά να εμμένει, στις θέσεις της.
 
Το αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε, εκ των πραγμάτων, μοιραίο. Η κατάρρευση των Βρετανών "ευρωπαϊστών" έφερε, στην κυβερνητική εξουσία τον Boris Johnson, ο οποίος είναι σαφές ότι θα φέρει, σε πέρας, την εντολή της λαϊκής πλειοψηφίας της 23/6/2016. Η Βρετανία θα αποχωρήσει, από την "Ε.Ε." και ως εκ τούτου, θα προχωρήσει και το αμερικανικό σχέδιο, για το ξήλωμα της "ευρωπαϊκής" κάλτσας.
 
Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο, για τις ευρωελίτ. 
 
Το χειρότερο - το πολύ χειρότερο - θα ακολουθήσει, αργότερα, όταν αυτές θα ευρεθούν, ενώπιον των ασφυκτικών επιλογών, που θα τους τεθούν, από μια μέλλουσα συμφωνία, ανάμεσα, στις Η.Π.Α. και την Ρωσία, η οποία συμφωνία θα αλλάζει τους όρους και τους κανόνες της κατανομής της ισχύος και των σφαιρών επιρροής, στον ευρωπαϊκό χώρο, με την παραχώρηση ενός ικανού "ζωτικού χώρου", στους άρχοντες της Μόσχας.
 
Τότε, είναι που το άφθονο γέλιο θα μετατραπεί, σε πλούσιο κλάμα.  Και μάλιστα, γοερό.