Η άνετη επικράτηση του Boris Johnson, στις εσωκομματικές εκλογές του Συντηρητικού Κόμματος της Βρετανίας, με 92.153 ψήφους, έναντι 46.656, που έλαβε ο αντίπαλός του Jeremy Hunt και η ανάληψη της πρωθυπουργίας, από την απερχόμενη Theresa May, αλλάζει τις ισορροπίες, στο βρετανικό πολιτικό σκηνικό και φυσικά, ταράζει, στον υπερθετικό βαθμό, τον, ήδη, έντονα, ταραγμένο ύπνο των "ευρωενωσιακών" ελίτ, σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες βλέπουν ότι, με την ολική επαναφορά του Brexit, η υλοποίηση των χειρότερων, από τους εφιάλτες τους, που αφορούν την συνέχιση της διαδικασίας κατάρρευσης της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", μετά από το εναρκτήριο λάκτισμα, που δόθηκε, πριν τρία χρόνια, με το βρετανικό δημοψήφισμα της 23/6/2016, βρίσκεται, πλέον, μπροστά τους.
 
Ο Boris Johnson, ως πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν πρόκειται να παίξει, με τις κυβερνήσεις του Βερολίνου και του Παρισιού, ούτε με την ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών και δεν πρόκειται να τους αφήσει οποιαδήποτε περιθώρια να αναπτύξουν τα δικά τους παίγνια, αφού είναι διατεθειμένος να υπερασπίσει, όχι μόνο τα ευρύτερα, αλλά και τα απολύτως, στενά συμφέροντα της Βρετανίας. Αυτό σημαίνει ότι οι "ευρωενωσιακοί" δεν πρόκειται να πάρουν ούτε ένα pound, εάν δεν δεχθούν τις απαιτήσεις της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία, ως κληρονόμος μιας παλιάς αυτοκρατορίας γνωρίζει, πολύ καλά, να διεκδικεί και να κερδίζει αυτά που επιζητεί, από εκείνους, οι οποίοι - όπως συμβαίνει με τους "ευρωενωσιακούς" - βρίσκονται, σε δυσχερή θέση.
 
Πολλοί, όταν αναφέρω ότι οι "ευρωενωσιακοί" βρίσκονται, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, για την υλοποίηση του Brexit, σε δυσχερή θέση, έναντι της Βρετανίας, δυσανασχετούν και δυσφορούν, ή - στην καλύτερη περίπτωση - απορούν, με αυτό το συμπέρασμα, διότι θεωρούν ότι, από απόψεως μεγεθών, η Βρετανία δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί, με τις δυτικοευρωπαϊκές ηπειρωτικές δυνάμεις. Υποτίθεται ότι το ισοζύγιο των δυνάμεων γέρνει υπέρ του Βερολίνου και του Παρισιού και εις βάρος του Λονδίνου.
 
Όσοι έχουν αυτήν την άποψη σφάλλουν. Και σφάλλουν, για δύο λόγους. Ας δούμε τους λόγους αυτούς.
 
1) Η Βρετανία είναι ενιαίο κράτος, ενώ η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν είναι κράτος. Είναι μια οικονομική ένωση, την οποία υπονόμευσε και αποδόμησε, ταχύτατα, η απόπειρα της μετατροπής της, σε μια νομισματική ένωση. Δηλαδή, με λίγα λόγια, η "Ευρωπαϊκή Ένωση" είναι ένα μπουρδέλο (αν και στην πραγματικότητα, τα μπουρδέλα, ως επιχειρήσεις, έχουν μια οργάνωση και μια τάξη, που η "Ε.Ε." δεν έχει). 
 
2) Η βρετανική κυβέρνηση έχει την πλήρη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης, κάτι, που ο Donald Trump το έχει καταστήσει σαφέστατο, επικρίνοντας τις διαπραγματευτικές παραχωρήσεις της απερχόμενης Βρετανίδας πρωθυπουργού Theresa May, προς την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, το Βερολίνο και το Παρίσι.
 
Αυτή είναι η τρέχουσα πραγματικότητα. Και αυτήν την πραγματικότητα ουδείς πρέπει να αγνοεί.
 
Βέβαια, ο νέος πρωθυπουργός δεν πρόκειται να έχει ένα εύκολο έργο, ούτε έναν ανέμελο πολιτικό βίο. Κάθε άλλο. Η θέση του είναι δύσκολη, αλλά τα προβλήματα, που πρόκειται να αντιμετωπίσει, στην προσπάθειά του να βγάλει, στο τέλος του ερχόμενου Οκτωβρίου, την Βρετανία, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", δεν είναι οι "ευρωενωσιακοί" του εξωτερικού, που θα τα προκαλέσουν. Τα προβλήματα αυτά πρόκειται να προκληθούν, από τους "ευρωενωσιακούς" του εσωτερικού και σχετίζονται με την αποδυνάμωση των Tories, στο βρετανικό εκλογικό σώμα, την οποία ο Boris Johnson καλείται να ξεπεράσει και να αποκαταστήσει την τρωθείσα κυριαρχία του Συντηρητικού Κόμματος.
 
 
 
1/12/2017 - 1/6/2019 : Όπως φαίνεται από αυτή την μακροχρόνια απεικόνιση της δημοσκοπικής πορείας των βρετανικών κομμάτων, η πτώση του Συντηρητικού Κόμματος, όπως και των Εργατικών, είναι πολύ μεγάλη και φυσικά, το Brexit Party του Nigel Farage δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αυτή την πτώση καλείται να σταματήσει και να αντιστρέψει ο Boris Johnson. Μπορεί να τα καταφέρει; Ναι, μπορεί. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολο. Και κρύβει παγίδες...
 
 
 
 
 
Αυτό το έργο είναι, πραγματικά, δύσκολο, όχι τόσο, επειδή οι Labours του Jeremy Corbyn (ο οποίος τάχθηκε, δημόσια, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.") έχουν το προβάδισμα, στις δημοσκοπήσεις, αλλά επειδή η πρωθυπουργία της Theresa May και οι παλινωδίες της, στο ζήτημα της υλοποίησης του Brexit, κατέστησαν τους Tories αναξιόπιστους, με αποτέλεσμα την εκλογική αναβίωση του Nigel Farage, που οδήγησε την μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων, που, παραδοσιακά, ψηφίζουν τους Συντηρητικούς, να καταστούν (προσωρινά;) εκλογικοί πρόσφυγες και να στεγαστούν στο νέο κόμμα, το Brexit Party, που ίδρυσε ο, εν λόγω, πολιτικός υπερασπιστής της άμεσης εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο Boris Johnson πρέπει να καταβάλει πολύ μεγάλες προσπάθειες, για να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα και να ανατρέψει την κακή δημοσκοπική κατάσταση, στην οποία βρίσκεται το Συντηρητικό Κόμμα. Και αυτές οι προσπάθειες δεν είναι δεδομένο ότι θα καρποφορήσουν. Το τραύμα της αξιοπιστίας, που έχουν υποστεί οι Tories, είναι, μεν, ανατάξιμο, αλλά, παράλληλα, είναι και πολύ βαθύ.
 
Η τήρηση της εντολής της λαϊκής πλειοψηφίας, που εκφράστηκε, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016 και η συναφής έξοδος της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", πρόκειται να αποτελέσει το βασικό κριτήριο, για την αποκατάσταση της πολιτικής αξιοπιστίας και της δημοσκοπικής ανάκαμψης του Συντηρητικού Κόμματος. Ως εκ τούτου, η υλοποίηση του Brexit, με την συμφωνία των "ευρωενωσιακών" του εξωτερικού, ή και χωρίς αυτήν, είναι μονόδρομος, για τον Boris Johnson.
 
Εδώ, όμως, ελλοχεύει ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο έχει να κάνει, με την στάση, που πρόκειται να κρατήσουν, εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας των Tories, οι φιλοευρωενωσιακοί βουλευτές του κόμματος αυτού, αφού μια - καθόλου απίθανη - άρνησή τους να στηρίξουν τις επιλογές της κυβέρνησης του Boris Johnson, προφανώς, θα οδηγήσουν την χώρα, στην διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, μέσω των οποίων οι "ευρωενωσιακοί" του εσωτερικού, ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να αναστρέψουν την φορά των πραγμάτων και ότι θα καταφέρουν να αποτρέψουν την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".
 
Με δεδομένη την κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016 και ιδίως, μετά την διεξαγωγή των ευρωεκλογών του Μαΐου του 2019, στις οποίες η Βρετανία συμμετείχε, τα σχέδια της φιλοευρωενωσιακής ελίτ του Λονδίνου (και του Εδιμβούργου) δεν έχουν ένα ευοίωνο μέλλον. Ο Boris Johnson θα βγάλει την Βρετανία, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση', κατά προτίμηση, με συμφωνία, αλλά και χωρίς συμφωνία. 
 
Αυτό, όμως, ουδόλως, αποκλείει την απόπειρα των "ευρωενωσιακών" του εσωτερικού, για την εκκίνηση των σχεδίων τους, μέσα από την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, πριν από τον φετινό Οκτώβριο και την απαραίτητη διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος, στο οποίο, όμως, το ερώτημα, που είναι πιθανό να τεθεί, στο εκλογικό σώμα, θα επιδιώξουν να είναι (έως και πολύ) διαφορετικό, από το καθαρό και σαφέστατο ερώτημα, που τέθηκε, στις 23/6/2016.  
 
Η περίπτωση του ερωτήματος, που τέθηκε, στο ελληνικό εκλογικό σώμα, από τον Αλέξη Τσίπρα, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, αποτελεί μα ελκυστική προοπτική, για τους Βρετανούς "ευρωενωσιακούς" και δεν αποκλείεται να προκριθεί, ως λύση, εάν αυτοί καταφέρουν - κάτι που δεν είναι, καθόλου, εύκολο, αντιθέτως, μάλιστα, είναι πολύ δύσκολο - να αποκτήσουν πολιτικό πλεονέκτημα, μετά από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, που επιθυμούν.  
 
Οι "ευρωενωσιακοί" του εσωτερικού θα προτιμούσαν και την διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος, πριν από τον ερχόμενο Οκτώβριο, αλλά το φοβούνται, διότι το κλίμα, στο εκλογικό σώμα δεν είναι ευνοϊκό, για τις επιδιώξεις τους, ενώ είναι προφανές ότι δεν θέλουν ένα τέτοιο δημοψήφισμα να διεξαχθεί, από την κυβέρνηση του Boris Johnson, επειδή αυτή είναι εκείνη, που θα διατυπώσει το ερώτημα, που θα τεθεί ενώπιον των ψηφοφόρων.
 
Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι ότι, με την ανάληψη της πρωθυπουργίας, από τον Boris Johnson, το Brexit is going on again. Γι' αυτό και οι εφιάλτες, για τις "ευρωενωσιακές" ελίτ, στην γηραιά ήπειρο και στο νησί, επανέρχονται δριμύτατοι. Και φυσικά, όλα όσα ακολουθήσουν, από εδώ και πέρα, μέχρι τον Οκτώβριο, πρόκειται να είναι συνταρακτικά. Πολύ συνταρακτικά.
 
Εδώ θα είμαστε, για να τα παρακολουθήσουμε.