Το Μνημόνιο, με το οποίο η Τουρκία και η Λιβύη (και συγκεκριμένα η κυβέρνηση της Τρίπολης, που δεν ελέγχει τίποτε άλλο, πέρα από ένα μικρό τμήμα της επικράτειας της χώρας αυτής) προσδιορίζουν, στην πράξη, τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες τους, ήλθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της εξωτερικής, αλλά και της αμυντικής πολιτικής των Αθηνών, αφού η Άγκυρα κάνει ένα βήμα παραπέρα και πέραν από την έμπρακτη αμφισβήτηση της ΑΟΖ της Κύπρου, έρχεται, τώρα, να δρομολογήσει την διαδικασία, για την έμπρακτη αμφισβήτηση της ΑΟΖ, που διεκδικεί η Ελλάδα, την οποία ΑΟΖ, όμως, το ψοφοδεές ελληνικό κράτος δεν έχει ανακηρύξει, επειδή, μέχρι στιγμής - και άγνωστο έως πότε -, δεν τολμά να ανακηρύξει.

Παρά τις όποιες μεγαλοστομίες, η ελληνική πολιτική τάξη, στην πραγματικότητα, είναι τρομοκρατημένη, από την υλοποίηση των σταδίων του σχεδιασμού της κυβέρνησης του Recep Tayyip Erdoğan, όσον αφορά την έμπρακτη διεκδίκηση αυτών, που η τουρκική ελίτ προσδιορίζει, ως συμφέροντά της, στην νοτιανατολική Μεσόγειο, τώρα και στο Αιγαίο, αργότερα. 

Ο τρόμος των σαλτιμπάγκων, που αποτελούν, σήμερα, το αστικό πολιτικό σύστημα της χώρας, στο οποίο έχει ενσωματωθεί και η "ριζοσπαστική" Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ένα απλό ψυχολογικής φύσεως, φαινόμενο. Εδράζεται, στο απλούστατο γεγονός ότι, από την εποχή της τουρκικής εισβολής, στην Κύπρο, τον Ιούλιο - Αύγουστο του 1974 (οπότε η χούντα των Αθηνών και στην συνέχεια, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, άφησαν την Κύπρο, στα χέρια του τουρκικού στρατού) και πολύ περισσότερο, από την εποχή της ελληνικής ήττας, στα Ίμια, τον Ιανουάριο του 1996 (όταν η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη αποδέχτηκε την απώλεια τμήματος της εδαφικής επικράτειας της χώρας), ότι, κατά την πάροδο των προηγούμενων δεκαετιών, η Τουρκία έχει γίνει μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, που έχει την απαραίτητη εμβέλεια να συνομιλεί και να αντιπαρατίθεται, με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής μας, ενώ η Ελλάδα έχει μετατραπεί, σε ένα πολιτικοστρατιωτικό νάνο, ο οποίος ακολουθεί, από μακριά, τον δύστροπο γείτονά του, το αυξανόμενο μέγεθος του οποίου είναι η πηγή του τρόμου αυτού.

Αν συγκρίνουμε τα αντίστοιχα μεγέθη, που αφορούν την ισχύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, τα αποτελέσματα είναι τραγικά, για την χώρα μας.

Έτσι, η Ελλάδα, με έναν γηράσκοντα πληθυσμό, ο οποίος, τον Ιούλιο του 2018, υπολογίζεται ότι φθάνει, στους 10.761.523 κατοίκους, μόλις, που καταφέρνει (το 2018) να έχει ένα ΑΕΠ, ίσο, με 269,91 δισ. € - μετρημένο, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης -, με στρατιωτικές δαπάνες της τάξεως του 2,39% του ΑΕΠ, που αντιστοιχούν, σε 6,45 δισ. € (το 2015, με ένα ΑΕΠ, ίσο, με 272,73 δισ. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν, στο 2,54% του ΑΕΠ και στα 6,93 δισ. €, το 2016, με ένα ΑΕΠ, ίσο με 266,66 δισ. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν, στο 2,56% του ΑΕΠ και στα 6,83 δισ. €, το 2017, με ένα ΑΕΠ, ίσο με 264,88 δισ. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν στο 2,52% του ΑΕΠ και στα 6,67 δισ. €).

Η Τουρκία, με έναν νεανικό πληθυσμό, ο οποίος τον Ιούλιο του 2018, υπολογίζεται ότι φθάνει, στους 81.257.239 κατοίκους, έχει (το 2018) ένα ΑΕΠ, ίσο με 1,988 τρισ. €, με στρατιωτικές δαπάνες της τάξεως του 2,50%, που αντιστοιχούν, σε 49,70 δισ. € (το 2015, με ένα ΑΕΠ, ίσο, με 1,817 τρισ.. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν, στο 1,85% του ΑΕΠ και στα 33,61 δισ. €. Το 2016, με ένα ΑΕΠ, ίσο με 1,837 τρισ. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν, στο 2,07% του ΑΕΠ και στα 38,01 δισ. €, το 2017, με ένα ΑΕΠ, ίσο με 1,934 τρισ. €, οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονταν στο 2,07% του ΑΕΠ και στα 40,03 δισ. €).

α στοιχεία αυτά είναι υπολογισμένα, με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία, στο FACTBOOK  της CIA]. 

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι η ασυμμετρία των εκατέρωθεν δυνάμεων, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, είναι τεράστια και έχει καταστεί χαώδης. Έχουν περάσει πολλά χρόνια - δεκαετίες ολόκληρες - από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, που, το 1987, μπορούσε, αξιόπιστα, με την βοήθεια της Βουλγαρίας του Τοντόρ Ζίφκωφ και της "Σοβιετικής Ένωσης" (που δεν είχε εισέλθει, ακόμη, στην διαδικασία της αυτοδιάλυσής της) του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, να υποχρεώσει τον, τότε πρόεδρο της Τουρκίας Halil Turgut Özal, να αποσύρει, υπό την απειλή της βύθισής του, από τον ελληνικό στόλο, το τουρκικό σκάφος «Πίρι Ρέϊς», που είχε στείλει η τουρκική κυβέρνηση στο Αιγαίο, κατά παράβαση της ως αντίποινα για την παραβίαση της Συμφωνίας της Βέρνης, στην οποία είχαν καταλήξει, οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών Κωνσταντίνος Καραμανλής και Suleyman Demirel, για να λήξει η ελληνοτουρκική κρίση του Αυγούστου του 1976 και η οποία  Συμφωνία επέβαλε αμοιβαίο πάγωμα των ερευνών, στο Αιγαίο.

Όπως δείχνουν οι εξελίξεις και τα προαναφερθέντα μεγέθη των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων, η Ελλάδα της δεκαετίας της κρίσης και των Μνημονίων δεν μπορεί να παρακολουθήσει την περιφερειακή δύναμη που λέγεται Τουρκία και δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει, παρά το γεγονός ότι η γειτονική χώρα έχει εισέλθει, σε μια σημαντική ύφεση της οικονομικής της δραστηριότητας (το 2019, αναμένεται ότι η τουρκική οικονομία, θα παρουσιάσει μια ύφεση της τάξεως του -2% του ΑΕΠ, ενώ και το 2018, είχε ανακοπεί, η φρενήρης οικονομική μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας, με μτον περιορισμό της ανάπτυξής της, στο 2,8% του τουρκικού ΑΕΠ, από το 7,4% του 2017), η οποία, όμως, ουδόλως, επιδρά στο μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών της χώρας, οι οποίες αυξάνονται, αλματωδώς, κατά την περίοδο, που οι αντίστοιχες στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας μειώνονται, διαρκώς.

Δεν είναι, μόνο, ο πόλεμος στην Συρία και η τουρκική ανάμειξη, σε αυτόν, που οδηγεί την Άγκυρα, στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, η οποία συνοδεύεται, από την φρενήρη ανάπτυξη της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας (τον καιρό, μάλιστα, που ελληνική αμυντική βιομηχανία οδηγείται, στην κατάρρευση). Η τουρκική ελίτ επιθυμεί και κάνει πράξη την επιθυμία της, να κυριαρχήσει στην περιοχή, που περιβάλλει την χώρα της. Και ιδίως, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.

 

 

 

Η κυβέρνηση της Άγκυρας είναι αποφασισμένη να σπάσει τον κλοιό, που έχει δημιουργήσει η πολιτική γεωγραφία της περιοχής, όχι, μόνο, με το Καστελλόριζο και τα Δωδεκάνησα, αφού οι τουρκικές φιλοδοξίες φθάνουν, μέχρι τα θαλάσσια ύδατα, στον νότο της Κρήτης, όπως δείχνει ο παραπάνω χάρτης και οι συντεταγμένες του, που περιέχονται στο Μνημόνιο Συνεργασίας της Τουρκίας, με την Λιβύη.

Και αυτόν τον κλοιό, δυστυχώς, θα τον σπάσει, διότι η ελληνική πλευρά έχει φροντίσει, με τον αφελή "ευρωπαϊσμό" της, να οδηγηθεί, σε έναν ιδιότυπο αφοπλισμό της, έναντι των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στηριζόμενη, στην, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμη και στους "Ευρωπαίους" συμμάχους της, που, όμως, δεν πρόκειται να την στηρίξουν, έμπρακτα και θα την φέρουν, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, πριν, ή μετά από ένα συγκρουσιακό/πολεμικό επεισόδιο, ατα ανοικτά της νότιας Κρήτης, ή στο Καστελλόριζο.

Λέγεται ότι η κυβέρνηση της Άγκυρας, μετά τις στρατιωτικές και λοιπές αυθαιρεσίες της, στην ΑΟΖ της άοπλης Κύπρου, έρχεται, με όσα πράττει, να δοκιμάσει τις αντιδράσεις μιας χώρας - της Ελλάδας -, που διαθέτει στρατιωτική δύναμη.

Ανοησίες. Κατ' αρχήν, είναι απαράδεκτο να λέγεται ότι η Κύπρος είναι άοπλη. Η Ελλάδα ήταν και παραμένει εγγυήτρια δύναμη, στην Κύπρο, έστω και με βάση την κακή και άκρως, προβληματική Συμφωνία Ζυρίχης - Λονδίνου, που υπέγραψαν οι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ευάγγελος Αβέρωφ, το 1959. 

Ως εκ τούτου, η Κύπρος δεν είναι άοπλη. Αφέθηκε (από το 1974, μέχρι σήμερα) άοπλη. Η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, με μια επίδειξη ανυπόκριτης δειλίας δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Αυτή είναι η αλήθεια.

Και φυσικά, αυτό που, η ελληνική πολιτική τάξη δεν πράττει, για την Κύπρο, δεν πρόκειται να το πράξει, ούτε για την θαλάσσια περιοχή νοτίως του Καστελλορίζου και της Κρήτης.

Θα κάνει πίσω και θα οδηγηθεί, ως πρόβατο, επί σφαγή, σε διαπραγματεύσεις, άνευ ισχύος.

Κότες λιράτες. Και μάλιστα, ξεπουπουλιασμένες...