(Η "ευρωπαϊστική" ελίτ του Κολωνακίου οδηγείται στο να μετατρέψει την Ελλάδα, σε μια σύγχρονη νεοοθωμανική επαρχία, με καθεστώς περιορισμένης κυριαρχίας; Προφανώς, ναι).

 


 

 
1932 : Ο σύμφωνημένος, ανάμεσα, στην κεμαλική Τουρκία και την μουσσολινική Ιταλία, χάρτης, με τον οποίο προσδιορίστηκαν, λεπτομερώς, τα θαλάσσια σύνορα, μεταξύ των ιταλικών, τότε, Δωδεκανήσων και της Τουρκίας, καθορίζει ότι τα νησιά Καρντάκ (τα Ίμια), με το πορτοκαλί χρώμα, δεν ανήκουν, στην Τουρκία. Ανήκουν, στα Δωδεκάνησα, τα οποία περιήλθαν, στην Ελλάδα, με την Συνθήκη των Παρισίων του 1947. Αυτήν την πραγματικότητα γκρίζαρε ο Κώστας Σημίτης και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τον Ιανουάριο του 1996, μειώνοντας, για πρώτη φορά μετά το 1923, τον εδάφιο χώρο, στον οποίο ασκείται η κυριαρχία, όχι μόνο του ελληνικού κράτους αλλά και αποτελεί περιουσία και χώρος δραστηριοποίησης του πληθυσμού της χώρας μας. Τα γεγονότα εκείνης της εποχής, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν την συνέχεια της ελληνικής ήττας, στην Κύπρο, το 1974, αλλά και απαρχή της τωρινής ελληνικής παρακμής.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Καθώς έχουν περάσει 24 χρόνια, από την επονειδιστη ήττα του ελληνικού κράτους, στα Ίμια, η, σαφέστατα, ηγεμονική δήλωση ("Δεν μπορείτε, πλέον, να μας διαβάσετε"), που έκανε, στις 28/1/2020, ο πρέσβης της Τουρκίας, στην Αθήνα, Burak Özügergin, ενώπιον της θλιβερής κουστωδιας του ΕΛΙΑΜΕΠ, η οποία καθιδρη και έντρομη μετέφερε, στον πρωθυπουργό, τις απαιτήσεις και τις ωμές απειλές του - ευγενούς, κατά τα άλλα -, εξ Άγκυρας, αφανούς ανθυπάτου και αναδυόμενου, σε συγκυβερνήτη (μαζύ με τους ευρωδανειστές) της χώρας μας, καταδεικνύει την κατακρήμνιση κάθε έννοιας λελογισμένης ισορροπίας ισχύος, ανάμεσα, στην Ελλάδα και την Τουρκία.
 
Όπως έχουμε πει, ζούμε σε μια κρίσιμη μεταιχμιακή εποχή, κατά την διάρκεια της οποίας η αθηναϊκή ελίτ οδηγείται, στην αποδοχή της τερατογεννητικής σύζευξης της παραδοσιακής ευρωδουλείας, με την τουρκοδουλεία. Αυτήν την τερατογενή σύζευξη έρχεται να εκφράσει η προαναφερθεισα ηγεμονική δήλωση του, εξ Άγκυρας, ανθυπάτου. Και φυσικά, ο Burak Özügergin έχει δίκιο.
 
Το σημερινό ελληνικό κράτος δεν μπορεί να διαβάσει το σύγχρονο τουρκικό κράτος.
 
Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Όσο ωμή και αν φαίνεται η διαπίστωση αυτή.
 
Η ελίτ της Άγκυρας λειτουργεί, εδώ και καιρό, με την λογική της περιφερειακής υπερδύναμης, ανακατευόμενη, σε γεωπολιτικά παιχνίδια, τα οποία, εκτεινόμενα, από την Λιβύη και την Σομαλία, μέχρι το Κατάρ, ξεπερνούν, κατά πολύ, την νοτιοανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα φαίνεται, στα μάτια της, ως ένας παρίας, ο οποίος το μόνο, που έχει να κάνει, είναι το να αποδεχθεί την μοίρα του.
 
Και αυτή η μοίρα είναι σαφής και συγκεκριμένη. Η ελληνική ελίτ πρέπει να αποδεχθεί τον κυριαρχικό ρόλο της Τουρκίας, στην περιοχή και να καταστήσει την χώρα μας υποτελή και έρμαιο, στις επιθυμίες της Άγκυρας.
 
"Μην ασχολείσθε μαζυ μας και δεν θα πάθετε τίποτε" διαμηνύει, δημόσια, ο πρόεδρος της Τουρκίας Recep Tayyip Erdogan, εκφράζοντας την εναργέστατη απαίτηση της τουρκικής ελίτ, για την νεοαποικιοποίηση του ελληνικού κράτους και της Ελλάδας, ως χώρας, η οποία, έτσι, οδηγείται, ταχύτατα, στην μετατροπή της, οπως 200 χρόνια πριν, σε μια σύγχρονη αυτόνομη επαρχία της νέας Οθωμανιας, η οποία επαρχία, απλώς, θα τεθεί, υπό την λεπτομερή συνεπικυριαρχία των ευρωθεσμικών δανειστών και της Άγκυρας και το (ας το πούμε) κράτος της επαρχίας αυτής θα είναι ένα κράτος περιορισμένης κυριαρχίας.
 
Γι' αυτόν τον λόγο, όπως είπε ο Τούρκος πρόεδρος, οι Έλληνες δεν πήγαν, τώρα, στα Καρντάκ (στα Ίμια), για να ρίξουν στεφάνι, υπακούοντας, στην σχετική απαίτηση της τουρκικής κυβέρνησης. Και αυτό, φυσικά, δεν εμπόδισε τον Recep Tayyip Erdogan να στείλει την ίδια ημέρα, το ερευνητικό σκάφος Oruc Reis, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας (έστω και αν αυτή δεν έχει, ακόμη, ανακηρυχθεί ακριβώς επειδή η αθηναϊκή ελίτ δεν θέλει μπλεξίματα, αφού, πριν την ανακηρύξει θα έπρεπε να ορίσει ότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα φθάνουν στα 12 ναυτικά μίλια).
 
 
 
Ως εκ τούτου, ο, εξ Άγκυρας, νέος ανθύπατος διασαφήνισε, ως φωνή του κυρίου του, το τί πρόκειται να πάθει η αθηναϊκή ελίτ (και ο πληθυσμός της χώρας μας), εάν ασχοληθούμε μαζυ τους. "Αν συνεχίσουμε, έτσι θα υπάρξει κλιμάκωση" είπε, χωρίς περιστροφές, στον αφελή Γιώργο Παγουλάτο και στην λοιπή ομάδα του ΕΛΙΑΜΕΠ. Και φυσικά, όλοι καταλαβαν ότι ο πρέσβης της Τουρκίας δεν μπλοφαρει. Εννοεί τα όσα λέει. Όσα ακολούθησαν, με την πολύωρη παραμονή του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Oruc Reis, στην ελληνική υφαλοκρηπιδα, στα ανοικτά του Καστελλόριζου, την ημέρα της επετείου της ήττας των Ιμίων, στις 31/1/2020, το οποίο έφθασε εκεί, με την αστεία δικαιολογία, που προβλήθηκε, από την ελληνική πλευρά, ότι παρασύρθηκε, από τον άνεμο (την στιγμή, που κάθε πλοίο, που έχει πηδάλιο και προπέλα, δεν έχει πρόβλημα καιρού, με ταχύτητα των ανέμων, στα 5 μποφόρ), είναι, απλώς, η αρχή της υλοποίησης των τουρκικών απειλών.
 
Οι τουρκικές απαιτήσεις είναι σαφείς.
 
Η Άγκυρα απαιτεί την πλήρη συνθηκολόγηση της ελίτ του Κολωνακίου, με προϋπόθεση, για την έναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου, την διμερή συζήτηση, για το νομικό καθεστώς του Αιγαίου.
 
Με λίγα λόγια, η Ελλάδα πρέπει να αποδεχθεί την απώλεια κάποιων νησιών, στο Αιγαίο, τα οποία η κυβέρνηση της Άγκυρας τα θεωρεί, ως ανήκοντα στην τουρκική επικράτεια, ακόμη και αν αυτά τα νησιά βρίσκονται, όχι μόνο, κοντά στις μικρασιατικές ακτές, αλλά και στην καρδιά του Αιγαίου.
 
Όλοι αυτοί, που εμπλέκονται στο ΕΛΙΑΜΕΠ, ο Θάνος Ντόκος, όπως και ο νέος γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ καθηγητής Γιώργος Παγουλάτος, αλλά και οι πρώην πρεσβευτές Παύλος Αποστολίδης, Γιώργος Ζέππος, Βασίλης Κασκαρέλης και οι καθηγητές-μέλη του ΕΛΙΑΜΕΠ, Χρήστος Ροζάκης, Ιωάννης Γρηγοριάδης, Αλέξης Ηρακλείδης, Λουκάς Τσούκαλης (πρόεδρος του δ. σ. του ΕΛΙΑΜΕΠ), Παναγιώτης Τσάκωνας και Δημήτρης Καιρίδης, ως "ρεαλιστές", δεν αποτελούν ό,τι το καλύτερο, ως σύμβουλοι του πρωθυπουργού, για την αντιμετώπιση των τουρκικών απαιτήσεων που φθάνουν, στο επίπεδο των εντολών, που αν αγνοηθούν, αυτή η πράξη θα επιφέρει συνέπειες. Και αυτές οι συνέπειες σημαίνουν κλιμάκωση. Δηλαδή πολεμική σύγκρουση.
 
Σε αυτές τις συνθήκες, ο "ρεαλισμός", που αποτελεί την αποκλειστική πολιτική που υπερασπίζονται οι "ευρωπαϊστές", οδηγεί, στην συνέχιση του υποτιθέμενου κατευνασμού του γειτονικού θηρίου και φυσικά, αφού ο κατευνασμός αυτός αποσκοπεί στην, πάση θυσία, αποφυγή μιας πολεμικής αντιπαράθεσης, με την Άγκυρα, οδηγεί, τελικά, στην αποδοχή των τουρκικών αξιώσεων.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι ο πόλεμος, με την γείτονα, είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί. Δεν μπορεί να είναι και δεν πρέπει να είναι σκοπός και στόχος. Και ως εκ τούτου, οι συνεχείς συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις, επί παντός επιστητού και για κάθε σχέδιο, που μπορεί να προταθεί, είναι απαραίτητες.
 
Αλλά εάν όλα αυτά δεν συνοδεύονται από την χρειαζούμενη ύπαρξη της αποτρεπτικής ισχύος και την βούληση, για την χρήση, πάση δυνάμει, της ισχύος αυτής, τότε, οι όποιες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις δεν είναι τίποτε περισσότερο, από έναν μανδύα, ο οποιος, απλώς, προσπαθεί να καλύψει την δειλία και την διάθεση των "ευρωπαϊστών" του Κολωνακίου, προς αποδοχή των απαιτήσεων της ελίτ της Άγκυρας και ουσιαστικά, για συνθηκολογηση, χωρίς πόλεμο, όπως ακριβώς επιδιώκουν και οι κυβερνώντες, στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου.
 
Κάπως έτσι, όμως, η Ελλάδα και ο πληθυσμός της οδηγούνται στο να μετατραπούν, εκτός από υποχείρια των ευρωθεσμικών δανειστών και σε υποχείρια οσων κυβερνούν και την Άγκυρα.
 
Και η επιβολή αυτής της συγκυριαρχιας είναι προ των πυλών.
 
Αλλά, για να γίνει κάτι τέτοιο, απαραίτητο είναι να ερωτηθεί η ελληνική κοινωνία, αφού προηγουμένως, χρησιμοποιηθεί, όταν χρειασθεί, η αποτρεπτική ισχύς της χώρας.
 
Και όταν μιλάμε για για την χρήση της αποτρεπτικής ισχύος αυτή δεν μπορεί να εξαντληθεί, σε κάποιο μεμονωμένο επεισόδιο κάποιων ωρών. Μιλάμε για πλήρη χρήση της ισχύος αυτής - όση έχει απομείνει, από την πολυετή αποδυνάμωση της, εξ αιτίας της βαριάς οικονομικής κρίσης, που συνεχίζεται.
 
Φοβούμαι, όμως, ότι κάτι τέτοιο η εντόπια ηγέτιδα τάξη θα το αποφύγει.
 
Δυστυχώς.