Αυτό που κάθε αντικειμενικός παρατηρητής παρατηρεί, αναφερόμενος, στην εξέλιξη των διεθνών σχέσεων δεν είναι καθόλου δύσκολο να περιγραφεί. Είναι πολύ εύκολο και είναι είναι χρήσιμο να το διατυπώσουμε :
 
Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο αναδεικνύονται τα στρατηγικά αδιέξοδα του παλαιού καπιταλιστικού κόσμου της Δύσης, όσον αφορά τις σχέσεις του, με την μετασοβιετική Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, εξ αιτίας της ταχύτατης πορείας της Κίνας του Σι Τζινπίνγκ, προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία.
 
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 2010 και για να είμαστε ακριβείς, στο μεγαλύτερο τμήμα της, οι δυτικές ελίτ, με πρώτην, απ' όλες, την αμερικανική έβλεπαν - και μεγάλα κομμάτια τους, βλέπουν, ακόμη και σήμερα - ότι η μετασοβιετική Ρωσία, υπό την αυταρχική ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, προσανατολίζεται, σε μια στρατηγική πολιτική, η οποία συγκλίνει προς την συγκρότηση ενός νέου τύπου "σοβιετικού" ιμπεριαλισμού και στην ανασυγκρότηση της παλαιάς "σοβιετικής" αυτοκρατορίας, που κατέρρευσε, εξ αιτίας των στρατηγικών βλακειών, που διέπραξε η ύστερη "σοβιετική" ελίτ, υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και του Μπόρις Γέλτσιν.
 
Αυτού του είδους οι δοξασίες των αμερικανικών ελίτ, αλλά και των λοιπών ελίτ της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού τις οδήγησαν, στηνπεποίθηση ότι η αλλαγή ηγεσίας, στην Μόσχα, θα ήταν αρκετή, για τον τερματισμό της σύγχρονης πολιτικής του ρωσικού ρεβανσισμού. Όμως, όλες οι προσπάθειες των Δυτικών να ανατρέψουν, ή, έστω, να παρακάμψουν, τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την ομάδα των συνεργατών, που τον περιστοιχίζει, υπήρξαν ανεπιτυχείς και έχουν οδηγηθεί, σε αδιέξοδο.
 
Οι δυτικές ελίτ - και πρωτίστως, οι αμερικανικές - ουδέποτε αναρωτήθηκαν, γιατί ο Ρώσος ηγέτης και οποιοσδήποτε άλλος, στην θέση του, κρίνει ότι πρέπει να αντιτεθεί, στις πλούσιες ελίτ του δυτικού κόσμου και στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, ενώ, κάλλιστα, θα μπορούσε - και μπορεί - να έλθει σε συνεννόηση μαζύ τους, εξασφαλίζοντας μιαν αδιατάρακτη μακροημέρευσή του, στην εξουσία.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν έπραξε ό,τι έπραξε, διότι η μακροημέρευσή του, στην εξουσία, δεν εξαρτάται, από τις δυτικές ελίτ, αλλά η αλήθεια είναι, επίσης, ότι και οι δυτικές ελίτ δεν ενδιαφέρθηκαν να εξετάσουν, στα σοβαρά, αυτό το ερώτημα, επειδή, απλούστατα, δεν τις συνέφερε να το θέσουν. Η κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης" τους εξασφάλισε τεράστια στρατηγικά κέρδη, την ύπαρξη των οποίων δεν είχαν καμμία διάθεση να επανεξετάσουν και φυσικά, δεν είχαν καμμία θέληση να τα επαναδιαπραγματευθούν.
 
Στις δυτικές ελίτ δεν αρκούσε η κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης" και της "σοβετικής" οικονομίας, που μέσα από την χοτική κατάσταση, που δημιούργησαν, κόντεψαν να οδηγήσουν την ρωσική κοινωνία, στην διάλυση του κοινωνικού της ιστού, αφού ουδέποτε, στο παρελθόν, μια κοινωνία γνώρισε μια πτώση του βιοτικού της επιπέδου, σε επίπεδα, άνω του 40% (επί "Ε.Σ.Σ.Δ.", το αντίστοιχο ποσοστό ήταν αμελητέο και με δυσκολία, έφθανε, στο 2%) και μιαν αντίστοιχη άνοδο του ποσοστού της φτώχειας, συνοδευόμενες, από μια δραματική συρρίκνωση της συνολικής παραγωγής της οικονομίας της, σε επίπεδα άνω του 50% και από μια τεράστια μείωση του προσδόκιμου της ζωής του πληθυσμού της. Όλα αυτά ήσαν, πλήρως, ανεπαρκή, για να αποδεχθούν οι δυτικές ελίτ την πλήρη ενσωμάτωση της Ρωσίας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. 
 
Για να ενσωματωθεί, πλήρως, στην παγκοσμιοποίηση, δεν έπρεπε η Ρωσία να αντιμετωπισθεί, με όρους ισοτιμίας. Έπρεπε να αποδεχθεί την μοίρα, που της ετοίμασαν οι ελίτ της Ουάσινγκτων και του παλαιού καπιταλιστικού κόσμου, ως μια επαρχία, ως μια νέου τύπου αποικία της Δύσης, με την εξουδετέρωση των όποιων συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ρωσικής οικονομίας.
 
Κάπως έτσι, στην διάρκεια της εποχής του Μπόρις Γέλτσιν, οι δυτικές ελίτ προσπάθησαν να ελέγξουν όλους τους νευραλγικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας, κάτι, που, τελικά, δεν το κατάφεραν, διότι η ίδια η ρωσική ελίτ, που προσπάθησε να συνδιαλλαγεί με τους Δυτικούς, αντελήφθη ότι κάτι τέτοιο, απλούστα, οδηγούσε, στην διάλυση της Ρωσίας και στην απώλεια της δικής της εξουσίας. Γι' αυτό, άλλωστε, ο ίδιος ο Μπόρις Γέλτσιν έδωσε, τον Αύγουστο του 1999, την πρωθυπουργία και τον Ιανουάριο του 2000, την προεδρία της χώρας, στον Βλαντιμίρ Πούτιν, προκειμένου ο παλαιός καγκεμπίτης, που μετεξελίχθηκε, σε πολιτικό, να συμμαζέψει τα πράγματα.
 
Και φυσικά, δεν ήταν δυνατόν, εκεί που είχαν φθάσει τα πράγματα, το καλοκαίρι του 1999, να γίνει κάτι το διαφορετικό, εάν η ρωσική ελίτ ήθελε να αποφύγει τα χειρότερα, που της ετοίμαζαν οι δυτικοί της "εταίροι".
 
Δεν είναι, λοιπόν, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, που απορρίπτει την δυτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Είναι οι δυτικές καπιταλιστικές ελίτ, που απορρίπτουν την ισότιμη συμμετοχή της Ρωσίας, στον σύγχρονο δυτικό καπιταλισμό και στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.
 
Αλλά αυτή η σύγκρουση βουλήσεων, ανάμεσα στην Δύση και στην Ρωσία, που έκανε και κάνει πολλούς να μιλούν - τουλάχιστον -, από τον Φεβρουάριο του 2014, για την ύπαρξη ενός νέου "ψυχρού πολέμου", στις σχέσεις των δύο πλευρών, με αφορμή τα γεγονότα της Ουκρανίας και την προσάρτηση της Κριμαίας, στην ρωσική επικράτεια, φαίνεται ότι, εκ των πραγμάτων, οδηγείται, σε μετριασμό. Και αυτό δεν είναι, καθόλου, τυχαίο.
 
Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, διότι ηλιθιωδώς, η αμερικανική ελίτ και οι υπόλοιπες ελίτ της Δύσης, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενέταξαν την μεταμαοϊκή Κίνα, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μετατρέποντάς την, σε ένα παγκόσμιο εργοστάσιο, λόγω του φθηνού εργατικού κόστους της, αλλά και εξ αιτίας του γεγονότος ότι ήταν, εκείνη την εποχή, μια αμελητέα παγκόσμια δύναμη, της οποίας το κομμουνιστικό πολιτικό καθεστώς εθεωρείτο ακίνδυνο, αλλά και μακροπρόθεσμα, αναλώσιμο.
 
Αυτή η κατάσταση μετέτρεψε την τριτοκοσμική Κίνα του Μάο Τσετούνγκ και του Ντενγκ Σιάοπινγκ, στην σύγχρονη παγκόσμια δύναμη, η οποία, πλέον, όχι, μόνο, στοχεύει, στην απόσπαση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας, από τις Η.Π.Α., αλλά και στην πραγματικότητα, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, από τις ημέρες μας, δεν θα μπορεί να αντιμετωπισθεί, από την Ουάσινγκτων και τις λοιπές δυτικές ελίτ.
 
Το κινεζικό ΑΕΠ, με έναν πληθυσμό, που ξεπερνά το 1 δισ. 494 εκατομμύρια ανθρώπους, έχει πλέον, φθάσει, το 2018, στο επίπεδο των 25,36 τρισ. $ (κάπου, στα 22,44 τρισ. €), και το κινεζικό, κατά κεφαλήν, εισόδημα, στα 18.200 $ (κάπου στα 16.207 €), με ρυθμό ανάπτυξης, στα 6,9%, ενώ το αντίστοιχο αμερικανικό ΑΕΠ των 332,64 εκατομμυρίων ανθρώπων, υπολείπεται, εδώ και αρκετά χρόνια του κινεζικού και βρίσκεται, το 2018, στα 19,49 τρισ. $ (κάπου στα 17,25 τρισ. €), με κατά κεφαλήν, εισόδημα ίσο, με 59.800 $ (κάπου στα 52,923 €), με ρυθμό ανάπτυξης, στα 2,2%.
 
Με αυτά τα δεδομένα, που σημαίνουν ότι το μέσο κινεζικό, κατά κεφαλήν, εισόδημα φθάνει, γύρω στο 30,4% του μέσου αμερικανικού, είναι σαφές ότι, με τους παρόντες ρυθμούς ανάπτυξης, σε μια δεκαετία, το κινεζικό, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ θα φθάσει να είναι μεγαλύτερο, από το 50% του αμερικανικού ΑΕΠ και ως εκ τούτου, η απόσταση, που θα χωρίζει τις δύο αυτές δυνάμεις, πρόκειται να είναι χαώδης, με δεδομένο τον τεράστιο πληθυσμό της Κίνας.
 
Κάπως έτσι, όσον αφορά τις Η.Π.Α. και την παρακμάζουσα, πλέον, αλλά όχι ακόμη, αδύναμη Δύση, ο νέος ψυχρός πόλεμος, που αναδεικνύεται, στρατηγικά, στο πλανητικό επίπεδο η πραγματική ισορροπία δυνάμεων, δεν είναι ο ψυχρός πόλεμος, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά ο ψυχρός πόλεμος, με την Κίνα του Σι Τζινπίνγκ.
 
Ας πρόσεχαν.
 
Και αφού δεν πρόσεξαν τότε, που έπρεπε, ας προσέξουν τώρα. Διότι ο καιρός δεν είναι πολύς και τα περιθώρια, που έχουν, όσο ο χρόνος κυλά, λιγοστεύουν...