Έτσι θα διαμορφωθεί ο θαλάσσιος χάρτης, στο Αιγαίο, σε επίπεδο χωρικών υδάτων (με έντονο μπλε χρώμα τα ελληνικά χωρικά ύδατα), εάν εφαρμοσθούν τα 12 ναυτικά μίλια, ως έκταση του χώρου άσκησης της ελληνικής και της τουρκικής κυριαρχίας. Θα το τολμήσει η ελληνική πλευρά και θα αγνοήσει το τουρκικό casus belli; Μπα, δεν το βλέπω...
 
 
 
 
 
 
 
 
Η δημοσίευση, στην επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του τουρκικού κράτους, των 7 αιτήσεων της κρατικής Εταιρείας Πετρελαίων, για την χορήγηση αδειών, για έρευνες και εκμετάλλευση της θαλάσσιας περιοχής, που βρίσκεται, πέραν των 6 μιλίων γύρω από την Ρόδο,  την Κάρπαθο, αλλά και νότια της Κρήτης δείχνει ότι η Άγκυρα δεν μένει, στα λόγια, μετά την υπογραφή του τουρκολυβικού συμφώνου.
 
Η τουρκική κυβέρνηση, έχοντας ως δεδομένη την ανυπαρξία αποτρεπτικής πολιτικής, από την ελληνική κυβέρνηση και στηριζόμενη, στον τρόμο, που έχει δημιουργηθεί, στην αθηναϊκή ελίτ, η οποία, όλα αυτές τις δεκαετίες, που πέρασαν, από την ελληνοτουρική κρίση του Μαρτίου του 1987 και ιδίως, από την ντροπιαστική της ήττα, στην περιοχή των Ιμίων, τον Ιανουάριο του 1996, είναι προφανές ότι προχωρεί, στην υλοποίηση των σταδίων του βασικού της σχεδιασμού, που συγκροτείται, από την πολιτική της "Γαλάζιας Πατρίδας", η οποία δεν είναι τίποτε λιγότερο, από την επιβολή της κυριαρχίας της, στο Αιγαίο και στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου, ιδίως, στην περιοχή εκείν,η οποία σχετίζεται, με τα πραγματικά, ή υποτιθέμενα συμφέροντα της Ελλάδας.
 
Ως εκ τούτου, η τουρκική κυβέρνηση δεν λαμβάνει, στα σοβαρά, τις όποιες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια, για την υποτιθέμενη διάθεση και την όποια δυνατότητα της ελληνικής πλευράς να αντιμετωπίσει, αυτό, που η Αθήνα αποκαλεί ως τουρκική προκλητικότητα, αφού οι ενέργειες της ελληνικής πλευράς, όλα αυτά τα χρόνια της βαρύτατης οικονομικής κρίσης, που της προξένησαν τα Μνημόνια, αποδεικνύουν ότι η ελληνική πλευρά έχει μειώσει, στο έπακρον , την όποια δυνατότητα αποτροπής έμπρακτης εκδήλωσης της αυξανόμενης τουρκικής ισχύος.
 
Όταν δούμε τα νούμερα, που αφορούν την εξέλιξη των στρατιωτικών δαπανών Ελλάδας και Τουρκίας, αντιλαμβανόμαστε, εύκολα, περί τίνος πρόκειται. 
 
 
Έτσι το ελληνικό κράτος, το 1990, δαπάνησε, για τις ένοπλες δυνάμεις του, το ποσόν των 3,8 δισ. $ (ποσοστό 5,8% του ελληνικού ΑΕΠ), ενώ το τουρκικό κράτος είχε δαπανήσει 5,6 δισ. $ (ποσοστό 4,9% του τουρκικού ΑΕΠ).
 
Το 2000, το  ελληνικό κράτος δαπάνησε, για τις ένοπλες δυνάμεις του το ποσόν των 5,6 δισ. $ (ποσοστό 4,9% του ελληνικού ΑΕΠ), ενώ το τουρκικό κράτος είχε δαπανήσει 9,9 δισ. $ (ποσοστό 5% του τουρκικού ΑΕΠ).
 
Το 2010, το ελληνικό κράτος δαπάνησε, για τις ένοπλες δυνάμεις του, το ποσόν των 7,9 δισ. $ (ποσοστό 2,6% του ελληνικού ΑΕΠ), ενώ το τουρκικό κράτος είχε δαπανήσει 14,1 δισ. $ (ποσοστό 1,8% του τουρκικού ΑΕΠ).
 
Τέλος, το 2019, το ελληνικό κράτος δαπάνησε, για τις ένοπλες δυνάμεις του, το ποσόν των 4,9 δισ. $ (ποσοστό 2,3% του ελληνικού ΑΕΠ), ενώ το τουρκικό κράτος δαπάνησε 13,9 δισ. $ (ποσοστό 1,9% του τουρκικού ΑΕΠ).
 
 
Όπως γίνεται κατανοητό, από την εξέλιξη των στρατιωτικών μεγεθών, κατά την διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας, η ισορροπία ισχύος, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, έχει ανατραπεί, άρδην, παρά το γεγονός ότι τα ποσοστιαία μεγέθη, ως προς το ΑΕΠ, έχουν μειωθεί, σημαντικά, για την τουρκική πλευρά. Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, λόγω της τεράστιας αύξησης των απόλυτων μεγεθών του τουρκικού ΑΕΠ, η οποία πραγματοποιήθηκε, κατά την διάρκεια της παρελθούσης 30ετίας, την ίδια στιγμή, που στην Ελλάδα, ιδίως, από το 210 και μέχρι τις ημέρες μας, έπεσε μεγάλη φτώχεια, με την τεράστια πτώση του ελληνικού ΑΕΠ, που έφεραν τα Μνημόνια.
 
Κάπως έτσι, φτάσαμε, στο σημείο η Άγκυρα να παίρνει την Αθήνα, στον μεζέ και κυριολεκτικά, "να την γλεντάει", μη λαμβάνοντας υπόψη της η τουρκική κυβέρνηση ο,τιδήποτε και να λέει η ελληνική πλευρά, η οποία, άλλωστε, δεν λέει και κυρίως, δεν πράττει τίποτε το σημαντικό.
 
Όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν, με άμεση αύξηση της ετοιμότητας του διαθέσιμου στρατιωτικού υλικού, στα επίπεδα, άνω του 80%. Η ετοιμότητα του ελληνικού στρατιωτικού υλικού είναι, τώρα, πολύ χαμηλή και αυτό πρέπει να αλλάξει, διότι ο Hulusi Akar και το τουρκικό υπουργείο Άμυνας γνωρίζουν, πολύ καλά, αυτή την κατάσταση και φυσικά, πράττουν ό,τι πράττουν, εκ του ασφαλούς.
 
Εννοείται ότι πρέπει να αλλάξει και η ελληνική ρητορική, αλλά το κυριότερο είναι ότι πρέπει να αλλάξει, άρδην, η ελληνική πρακτική.
 
Έτσι, οποιαδήποτε διαμαρτυρία, στην Άγκυρα, για την παραβίαση της αποκαλούμενης, ως ελληνικής υφαλοκρηπίδας, είναι άνευ ουσιώδους σημασίας, αφού η ελληνική υφαλοκρηπίδα δεν έχει προσδιορισθεί, ήτοι δεν έχει κηρυχθεί, από την ελληνική πλευρά. Η τουρκική κυβέρνηση θα κάνει την δουλειά της και θα προχωρήσει, στην πραγματοποίηση των σχεδιασμών της, αφού δεν υπάρχει επίσημη ελληνική υφαλοκρηπίδα, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο. 
 
Και φυσικά, όπως είναι κατανοητό και όπως έχουμε ξαναγράψει, η τουρκική κυβέρνηση (η όποια τουρκική κυβέρνηση) δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί προσφυγή, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, διότι προτιμάει την διεξαγωγή διμερών ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων, προκειμένου να επιβάλει τις θέσεις της, μέσω της ισχύος και όχι της πειθούς, ή του συμβιβασμού.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι μια εξαντλητική διαδικασία διαπραγματεύσεων, με την γείτονα είναι απαραίτητη και πρέπει να γίνει, έχοντας στο τραπέζι όλα όσα πρέπει να τεθούν. Αλλά όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν, εάν η άλλη πλευρά δεν σε παίρνει, στα σοβαρά, επειδή νομίζει - ή γνωρίζει - ότι δεν έχεις την πυγμή να υπερασπίσεις τα όποια δικαιώματα επικαλείσαι ότι έχεις.
 
Όμως, η όποια διπλωματία μπορεί να ασκηθεί, όταν συνοδεύεται, από την ανάλογη στρατιωτική ισχύ.
 
Ως εκ τούτου, το πρώτο μέτρο, που πρέπει να ληφθεί, είναι να εκδοθούν τα προεδρικά διατάγματα, που να προσδιορίζουν την ελληνική υφαλοκρηπίδα. Αλλά αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρκετό, διότι πριν την κήρυξη της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, η οποία αρχίζει, από το τέλος των ελληνικών χωρικών υδάτων, που σήμερα, φθάνουν τα 6 μίλια, θα πρέπει αυτά να επεκταθούν, με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, στα 12 μίλια και στην συνέχεια να προσδιορισθεί η ελληνική υφαλοκρηπίδα και να ανακηρυχθεί η ελληνική ΑΟΖ.
 
Αυτά είναι, που πρέπει, συνδυαστικά, να γίνουν και έτσι, έχουν τα πράγματα.
 
Αλλιώς, δεν υπάρχει τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από την παράδοση, στις βουλήσεις της τουρκικής ελίτ.
 
Όλα τα άλλα είναι άνευ ουσίας...