Εξετάζοντας την, κατά στάδια, εξελισσόμενη ελληνοτουρκική κρίση, στο Αιγαίο και στην ΝΑ Μεσόγειο, είμαστε υποχρεωμένοι (με πρώτον, από όλους εμένα) να μιλήσουμε, για αυτά που έρχονται.
 
Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο να προϊδούμε τα επερχόμενα γεγονότα και να μην φοβηθούμε ότι είναι πιθανό να διαψευστούμε. Οι πιθανότητες, για κάτι τέτοιο, άλλωστε, είναι μικρές, έως αμελητέες. Δυστυχώς, ή ευτυχώς, ανάλογα, με την θέση, που έχει πάρει, ή, που πρόκειται να πάρει ο οποιοσδήποτε, από εμάς, κατά την πορεία, που πρόκειται να ακολουθήσει η ελληνοτουρκική κρίση.
 
Εκείνο, που οδηγεί, στην παρούσα όξυνση αυτής της παλαιάς και χρόνιας κρίσης, δεν είναι, απλώς, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, της περιοχής. Αυτή η υπόθεση έρχεται, από το μακρινό παρελθόν - από το 1973 - και περιοδικά, έχει οδηγήσει, σε κρίσεις, στις σχέσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά, τώρα, αυτόν τον καιρό, είναι, που η κρίση αποκτά ένα ουσιαστικό και ενεργώς, πραγματικό περιεχόμενο, επειδή η σοβαρή πιθανολόγηση της ύπαρξης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και κυρίως, μεγάλων πηγών φυσικού αερίου, στην περιοχή, έχει οδηγήσει την Άγκυρα, στην έμπρακτη επιβολή των θέσεών της, όσον αφορά το Αιγαίο και την ΝΑ Μεσόγειο.
 
Αυτό το γεγονός, το οποίο εκδηλώθηκε, με την αγορά των ερευνητικών και των γεωτρητικών σκαφών, από το τουρκικό κράτος, κλιμακώθηκε, με την σύναψη του τουρκολυβικού συμφώνου, για τις έρευνες και γεωτρήσεις, στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτω από την Κρήτη και κυρίως με την δημοσίευση, στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, των αιτήσεων της κρατικής εταιρείας πετρελαίων (TRAO), για την διεξαγωγή ερευνών, σε θαλάσσια οικόπεδα, που ξεκινούν έξω από τα 6 μίλια, στην Ρόδο και καταλήγουν νοτιοανατολικά της Κρήτης, τα οποία βρίσκονται εντός της υφαλοκρηπίδας μιας συστοιχίας ελληνικών νησιών (αν και αυτή δεν έχει, επίσημα, ανακηρυχθεί).
 
Τί επιδιώκει η Άγκυρα;
 
Η Άγκυρα δεν επιδιώκει την κατάκτηση του Αιγαίου, ή κάποιων νησιών και νησίδων του. Όχι ότι θα της έπεφτε άσχημα μια τέτοια εξέλιξη. Κάθε άλλο, αν μπορούσε και αν της επιτρεπόταν να πράξει κάτι τέτοιο, δεν θα είχε καμμία αντίρρηση να αλλάξει τα δεδομένα, που δημιούργησαν, στο Αιγαίο, οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13.
 
Αλλά κάτι τέτοιο δεν της το επιτρέπει η διεθνής πραγματικότητα και πιθανότατα, δεν το μπορεί κιόλας (πέραν, από την κατάληψη κάποιων ακατοίκητων νησίδων και βραχονησίδων, που αν συμβεί, θα είναι ένα διαπραγματευτικό ατού, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί, στα πλαίσια μιας ευρύτερης ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και της όποιας διαπραγμάτευσης διαδεχθεί αυτήν την σύγκρουση).
 
Η Άγκυρα επιδιώκει, από το 1973, μέχρι σήμερα και εις το διηνεκές, την εκμεταλευσιακή διχοτόμηση του Αιγαίου, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, με βάση τις ηπειρωτικές ακτές των δύο χωρών. 
 
Στο δυτικό Αιγαίο, μέχρι την μέση γραμμή, η Άγκυρα αναγνωρίζει ότι η Eλλάδα έχει δικαιώματα εκμετάλλευσης, ενώ, επό εκεί και πέρα, μέχρι την ακτογραμμή της Μικράς Ασίας, διεκδικεί την εκμετάλλευση του ανατολικού Αιγαίου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ελληνικά νησιά της περιοχής, τα οποία κρατούν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης, μέχρι το όριο των χωρικών τους υδάτων των 6 μιλίων. Ούτε σπιθαμή περισσότερο.
 
Αυτή είναι η τουρκική τοποθέτηση και αυτή η τοποθέτηση είναι, που απεικονίζεται, ξεκάθαρα, στον παραπάνω χάρτη της περιοχής, που προσδιορίζεται, από το memorandum της Άγκυρας, με την κυβέρνηση της Τρίπολης, στην, ουσιαστικά και εν τοις πράγμασι, διχοτομημένη Λιβύη. Στο ανατολικό Αιγαίο, από την Ρόδο, μέχρι νότια της ανατολικής Κρήτης, τα νησιά, σύμφωνα, με αυτό το Σύμφωνο, που εκφράζει, απολύτως, τις επίσημες τουρκικές θέσεις, δεν έχουν, ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε ΑΟΖ. Έχουν, μόνον, 6 μίλια, ως χωρικά ύδατα και σε καμμία περίπτωση περισσότερα από αυτά, αφού η τουρκική εθνοσυνέλευση, εδώ και πάνω, από 25 χρόνια, έχει ψηφίσει το διαβόητο casus belli, εάν η Αθήνα προχωρήσει, στην αύξηση των χωρικών της υδάτων, πάνω από τα 6 μίλια και έως τα 12, σε οποιαδήποτε περιοχή του Αιγαίου, ή ακόμη και του Ιονίου πελάγους (!).
 
Αυτή την επίσημη τουρκική θέση, η Άγκυρα, πλέον, έχει αποφασίσει να την εφαρμόσει, σε πρακτικό επίπεδο. Γι' αυτό και αγόρασε τα ερευνητικά και γεωτρητικά σκάφη, που αγόρασε, ξοδεύοντας, πάνω από 1 δισ. $. Γι' αυτό σύναψε την συμφωνία, που σύναψε, με την Λιβύη και γι' αυτό και δημοσίευσε, τις αιτήσεις της κρατικής εταιρείας TRAO, με τα προσδιορισμένα θαλάσσια οικόπεδα, στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
 
Εν πάση περιπτώσει η κυβέρνηση του Recep Tayyip Erdogan δεν έκανε όλα αυτά τα έξοδα, για να έχει τα αγορασμένα ερευνητικά και γεωτρητικά σκάφη, στα τουρκικά λιμάνια. Κάθε άλλο. Τα πήρε, για να τα χρησιμοποιήσει.
 
Αυτό σημαίνει ότι, μετά την πάροδο των σχετικών προθεσμιών, η τουρκική κυβέρνηση θα προχωρήσει, στην πράξη, τον σχεδιασμό της και θα στείλει σκάφος, ή σκάφη, στην περιοχή, από την Ρόδο, μέχρι νότια της Κρήτης. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είναι τί θα πράξει και το τί δεν θα πράξει η ελληνική κυβέρνηση.
 
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ισχυρίζεται - με όλη την σχετική διακριτικότητα - ότι, εάν η τουρκική κυβέρνηση προχωρήσει, στην αποστολή πλοίου, που θα διενεργήσει, έμπρακτα (θα ρίξει, δηλαδή καλώδια, για την διερεύνηση του βυθού), έρευνες, σε αυτή την περιοχή, είτε αυτό το πλοίο συνοδεύεται, από τουρκικά πολεμικά πλοία, είτε όχι, το ελληνικό πολεμικό ναυτικό θα προχωρήσει, στην λήψη στρατιωτικών μέτρων και κατ' αρχήν, θα εμποδίσει το τουρκικό σκάφος να προβεί, σε έρευνες.
 
Πόσο βέβαιο είναι κάτι τέτοιο; 
 
Είναι πολύ πιθανό. Άλλωστε, το 2018, η ελληνική φρεγάτα "Νικηφόρος Φωκάς" είχε εμποδίσει ένα νορβηγικό ερευνητικό πλοίο, που είχε μισθώσει η Άγκυρα, από το να διενεργήσει έρευνες, ανοικτά, του Καστελλόριζου, παρά το γεγονός ότι αυτό το πλοίο συνοδευόταν, από τουρκικά πολεμικά σκάφη, τα οποία, μαζύ με το νορβηγικό σκάφος, τα μάζεψαν και έφυγαν.
 
Τότε, όμως, η τουρκική κυβέρνηση είχε ενεργήσει "πειρατικά". Δεν υπήρξε κάποια δημοσίευση, σε τουρκικό ΦΕΚ, κάτι, που, τώρα όμως, υπάρχει.
 
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το γεγονός ότι, εδώ και πολύν καιρό, η Άγκυρα, σε συμφωνία με το τουρκοκυπριακό κράτος - προγεφύρωμα, που έχει δημιουργήσει, στην Κύπρο, από τον Αύγουστο του 1974, έχει προχωρήσει, όχι, μόνο, σε έρευνες, αλλά και γεωτρήσεις, στην κυπριακή υφαλοκρηπίδα, χωρίς η Αθήνα να αντιδράσει, σε πρακτικό επίπεδο και να εμποδίσει, με την λήψη των απαραίτητων στρατιωτικών μέτρων, αυτές τις ενέργειες της Άγκυρας.
 
Η ελλαδική πλευρά είχε (και έχει) σαφέστατη υποχρέωση να προβεί, σε αυτήν την δέσμη των στρατιωτικών ενεργειών, όχι, μόνο, για να κόψει τον βήχα της Άγκυρας, αλλά και για να επιτελέσει το καθήκον της, ως εγγυήτριας δύναμης της ύπαρξης και των συμφερόντων του επίσημου κυπριακού κράτους, όπως, άλλωστε, πράττει - όταν την συμφέρει - και η Άγκυρα. Η ελλαδική πλευρά, υπό το καθεστώς του φόβου, ουδέν έπραξε, για την προστασία της κυπριακής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Ως εκ τούτου, η τουρκική πλευρά μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη της, τις όποιες, τωρινές δηλώσεις των Ελλήνων κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων. Μπορεί, κάλλιστα, να τις αγνοήσει.
 
Μάλιστα, μπορεί η Άγκυρα να αγνοήσει τις όποιες δηλώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων, για την λήψη στρατιωτικών μέτρων, που θα εμποδίσουν τις τουρκικές έρευνες, στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, επειδή, ακόμη και η πραγματοποίηση αυτών των απειλών εντάσσεται, μέσα στον τουρκικό πολιτικοστρατιωτικό σχεδιασμό, όσο και αν αυτός έχει τις δικές του δυσκολίες.
 
Πολλοί λέγουν ότι η Άγκυρα βολιδοσκοπεί, με όσα πράττει, τις πραγματικές προθέσεις της Αθήνας. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Τις προθέσεις της Αθήνας η Άγκυρα τις βολιδοσκόπησε, το 2018, με το επεισόδιο, που,παραπάνω, περιέγραψα, στα ανοικτά του Καστελλορίζου.
 
Τώρα, η Άγκυρα δεν βολιδοσκοπεί τις προθέσεις της ελίτ του Κολωνακίου. Τώρα, η τουρκική κυβέρνηση προχωράει, στην υλοποίηση του σχεδιασμού της, έχοντας, ως δεδομένο ότι η ελληνική πλευρά θα αντιδράσει και θα εμποδίσει το όποιο τουρκικό ερευνητικό σκάφος, σταλεί να πραγματοποιήσει έρευνες, στην επίμαχη περιοχή.
 
Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι η εμπλοκή του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, με το τουρκικό ερευνητικό σκάφος, θα οδηγήσει, σε ένα τοπικό επεισόδιο, με τα πλοία του τουρκικού πολεμικού στόλου, που θα το συνοδεύουν. Από εκεί και πέρα, βέβαια, τα πράγματα δυσκολεύουν και οι εξελίξεις μπορεί να ξεφύγουν, από τον έλεγχο. Κάτι τέτοιο, αν και δεν είναι εύκολο, δεν είναι αδύνατο να συμβεί, παρά το γεγονός ότι η ελληνική ελίτ δεν είναι αξιόπιστη, ως προς τα λόγια και τα έργα της.
 
Όμως, "στο τέλος της ημέρας", όταν δηλαδή - πραγματικά, ή υποτιθέμενα - παρέμβουν οι Η.Π.Α., το ΝΑΤΟ, η "Ευρωπαϊκή Ένωση" και η αποκαλούμενη, ως διεθνής κοινότητα, οι δύο πλευρές θα βρεθούν, στο τραπέζι των διαπράγματεύσεων, όπου η ελληνική πλευρά, ακόμη και εάν δεν έχει ηττηθεί, στο πεδίο της σύγκρουσης, θα έλθει να συζητήσει μια λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών, πάνω, στον καμβά των επίσημων τουρκικών θέσεων, που, μόλις προηγουμένως, εξέθεσα.
 
Μέσα στα πλαίσια αυτών των εξελίξεων η ελληνική κυβέρνηση και η ελίτ του Κολωνακίου είναι, σφοδρότατα, πιθανόν να χρησιμοποιήσεουν την πραγματική κατάσταση, που θα έχει δημιουργηθεί, για να προχωρήσουν, στις διαπραγματεύσεις, με την τουρκική κυβέρνηση, με την σύμφωνη γνώμη της ελληνικής κοινωνίας, η οποία θα επιζητεί την ειρήνη, πιθανότατα, με όποιο κόστος και τίμημα.
 
Κάπως έτσι, παρά τις, φαινομενικά, αντιπαραγωγικές θέσεις της Άγκυρας, οι οποίες δεν επιτρέπουν την διεξαγωγή οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων,  οι αληθινές προθέσεις της μπορούν να φανούν, στις πραγματικές τους διαστάσεις.
 
Έτσι, εάν η ελληνική πλευρά αποδεχθεί την εκμεταλλευσιακή διχοτόμηση του Αιγαίου, ανάμεσα, στις δύο χώρες, οι τουρκικές θέσεις, περί ανυπαρξίας υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ των νησιών, η Άγκυρα δεν έχει καμμία δυσκολία να δεχθεί ότι τα νησιά του δυτικού Αιγαίου και η ηπειρωτική ακτή της Ελλάδας έχουν και χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων και υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, αφού θα έχει πάρει, στα χέρια της, επισήμως, την εκμετάλλευση του χώρου του ανατολικού Αιγαίου.
 
Αυτή είναι η σκληρή, η αμείλικτη πραγματικότητα, που έχουμε μπροστά μας, την οποία, με αρκετή άνεση, προβλέπω, με το παρόν κείμενο.
 
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι επίσημες τουρκικές θέσεις πρέπει να καμφθούν, αφού και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και η Κρήτη δικαιούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Και φυσικά, δικαιούνται και χωρικά ύδατα περισσότερα των 6 μιλίων.
 
Βέβαια, το μέγεθος και η συγκεκριμένη έκταση αυτών των κυριαρχικών και λοιπών δικαιωμάτων της χώρας μας, χρήζουν συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, οι οποίες είναι περισσότερον, από σαφές ότι έχουν διεξαχθεί, τουλάχιστον, από την εποχή των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη.
 
Όπως και με την Ιταλία, δεν είναι δυνατόν η ελληνική πλευρά να περάσει όλες τις θέσεις της, γι' αυτά τα ζητήματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί οι τουρκικοί σχεδιασμοί. 
 
Δυστυχώς, για την Άγκυρα, οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1910 έχουν καταστήσει το Αιγαίο, οιονεί, ελληνική θάλασσα. Αυτό, βέβαια, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της σύγχρονης εποχής, μπορεί να μετριασθεί. Δεν μπορεί, όμως, να αγνοηθεί. Κάθε άλλο.
 
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι η ελληνική πλευρά έχει καταφέρει να οδηγήσει τον εαυτό της, την χώρα και το κράτος, σε κατάσταση αδυναμίας. 
 
Και αυτό είναι το πρόβλημα...