24/7/2020 Αγία Σοφία : Όπως δείχνει και η παρουσία του ξίφους, στα εγκαίνια του παλαιού χριστιανικού ναού, ως τζαμιού και στην μουσουλμανική προσευχή εκείνης της Παρασκευής, το οποίο σπαθί, προφανώς, πρέπει να είναι αυτό του Mohammed bin Murat - του σουλτάνου Μωάμεθ Β' του Πορθητή -, η τουρκική ηγεσία ουδέποτε έθεσε, στην άκρη την ωμή χρήση της βίας και του τρόμου, που σκορπά η απειλή αυτής της βίας...
 
 
 
 
 
 
 
 
Η προσωρινή (;) αποκλιμάκωση της ελληνοτουρκικής κρίσης, που ξεκίνησε, τον τρέχοντα μήνα, λόγω της διακήρυξης της Άγκυρας ότι θα στείλει το ερευνητικό σκάφος Oruc Reis, στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, για να πραγματοποιήσει έρευνες, για την ανίχνευση ύπαρξης υδρογονανθράκων, στην περιοχή, μπορεί να είναι ένα, κατ' αρχήν, θετικό γεγονός, αλλά δεν λύνει, σε καμμία περίπτωση, το πρόβλημα, που έχει προκύψει.
 
Σε όλους τους τόνους, η τουρκική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Recep Tayyip Erdogan, διακηρύσσουν ότι, μετά την γερμανική μεσολάβηση και τα όσα είπε, στον Τούρκο πρόεδρο η Angela Merkel (λέγεται ότι του είπε πως "οι Έλληνες δεν αστειεύονται" και ότι θα υπάρξει θερμό επεισόδιο, στο Αιγαίο, εάν η τουρκική πλευρά βγάλει, στην θάλασσα το Oruc Reis και πραγματοποιήσει έρευνες), η αναστολή των ερευνών, στην περιοχή ανοικτά του Καστελλόριζου, ισχύει, για έναν μήνα και ότι, εντός αυτού του μήνα η ελληνική πλευρά πρέπει να προχωρήσει, σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες, όμως, όπως επιδιώκει η Άγκυρα, πρέπει να είναι διαπραγματεύσεις, εφ' όλης της ύλης, που θέτει η τουρκική πλευρά και χωρίς περιορισμούς.
 
Όμως, εάν οι θέσεις αυτές της τουρκικής ηγεσίας έχουν πραγματικό περιεχόμενο, στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει να κάνει, με έναν κλάδο ελαίας, που προσφέρεται, από την πλευρά της Άγκυρας. 
 
Ουσιαστικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει να αντιμετωπίσει ένα τελεσίγραφο, με συγκεκριμένα χρονικά όρια.
 
Φυσικά, ένα τέτοιο τελεσίγραφο είναι απαράδεκτο και πρέπει να αποκρουσθεί, χωρίς πολλά λόγια.
 
Στην ουσία, η τουρκική ηγεσία εξακολουθεί να κάνει επίδειξη ισχύος και θέλει να επιβάλει την δική της ατζέντα, η οποία, τελικώς, αποσκοπεί, στην διεξαγωγή ερευνών, για την ύπαρξη υδρογονανθράκων, στην περιοχή, την οποία αρχίζει και αυτήν να την γκιρζάρει, μιλώντας, για "διαφιλονικούμενα ύδατα" και ενώ αυτό, που, στην πραγματικότητα, διεκδικεί είναι η εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου χώρου. 
 
Η Άγκυρα επιδιώκει την, όσο το δυνατόν, ταχύτερη εξόρυξη και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, που υποτίθεται ότι θα εντοπισθούν. Αυτό την ενδιαφέρει. Και αυτό, που την ενδιαφέρει - όπως αυτό είναι, που ενδιαφέρει και την Αθήνα -, είναι κάτι το πολύ αρνητικό.
 
Όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, οι υδρογονάνθρακες της περιοχής του Αιγαίου, του Καστελλόριζου και της Κρήτης δεν πρέπει να πειραχθούν. Πρέπει να αφεθούν, στα κοιτάσματά τους, εκεί, που βρίσκονται. Όπως, άλλωστε και όλης της ανατολικής Μεσογείου, στην οποία κακώς πρόκειται να αρχίσουν και κακώς έχουν αρχίσει να γίνονται οι γεωτρήσεις, για την εξόρυξή τους.
 
Οι λόγοι, για την μη εξόρυξη των υδρογονανθράκων, δεν είναι, μόνον, οι γενικοί περιβαλλοντικοί λόγοι, που έχουν να κάνουν, με την πολύ επικίνδυνη ρύπανση της περιοχής, η οποία είναι πολύ πιθανόν να συμβεί (αλλά και μπορεί να μην συμβεί, ή και να περιορισθεί)
 
Το κυριότερο πρόβλημα, που κάνει απαγορευτική την εξαγωγή των υδρογονανθράκων της περιοχής, έχει να κάνει, με την όξυνση της πολύ υψηλής σεισμικότητας, στον χώρο αυτόν, εξ αιτίας της αφαίρεσης του, πιθανώς, τεράστιου όγκου των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, που πρόκεται να εξορυχθούν, εφ' όσον εντοπισθούν, αφού οι εξορύξεις, προφανώς, όπως ισχυρίζεται ο σεισμολόγος Άκης Τσελέντης και δεν αμφισβητούν οι υπόλοιποι, πρόκειται να οδηγήσουν, στην όξυνση της σεισμικότητας των πολλών και μεγάλων ενεργών σεισμικών ρηγμάτων και στην πολύ πιθανή ενεργοποίηση πολλών άλλων ρηγμάτων, τα οποία, τώρα, δεν είναι ενεργά.
 
Ως εκ τούτου, η ενεργή απόπειρα της Άγκυρας να εξορύξει, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τα υποθαλάσσια κοιτάσματα της περιοχής, πρέπει να αποτραπεί. Και η αντιπαράθεσή της, με την Αθήνα, για τα δικαιώματα των εξορύξεων, βοηθάει την μη εξόρυξή τους, όσο αυτή η αντιπαράθεση είναι ενεργή, παρά το γεγονός ότι και η ελληνική πλευρά επιθυμεί και αυτή την διεξαγωγή ερευνών και εξορύξεων των κοιτασμάτων των υδρογονανθράκων.
 
Αυτή η κατάσταση μπορεί, προς το παρόν, να είναι βολική και να αφήνει, στην θέση τους, τα διεκδικούμενα κοιτάσματα, όμως, φαίνεται ότι κάποια στιγμή, στο μέλλον, θα παύσει να υφίσταται.
 
Ήδη, η τουρκική πλευρά κάνει λόγο, για συμφωνημένη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων, στα "διαφιλονικούμενα ύδατα" και αυτό μπερδεύει την κατάσταση, αφού δεν αποκλείεται κάποια στιγμή η Αθήνα να τείνει ευήκοα ώτα, προς αυτή την πρόταση, η οποία, φυσικά, θα τεθεί, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, που θέλει να στήσει η Άγκυρα.
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, δυστυχώς, είναι, εξόχως, πιθανόν οι φωνές, για την όσο το δυνατόν, ταχεία εξόρυξη των κοιτασμάτων να ακουσθούν και να φθάσουμε, στην υλοποίηση των εξορύξεων των κοιτασμάτων των υδρογονανθράκων της περιοχής.
 
Ως εκ τούτου, η ελληνική πλευρά πρέπει να κοιτάξει τα δικά της συμφέροντα και να εισέλθει σε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων, με την τουρκική πλευρά (άλλωστε, υπάρχει πλούσιο υλικό και συμπεράσματα, από τις διαπραγματεύσεις, που έχουν κάνει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, από παλιά), η οποία, όμως, δεν θα έχει συγκεκριμένα χρονικά όρια και φυσικά, θα διεξαχθεί, με συγκεκριμένη ατζέντα, με, όσο το δυνατόν περισσότερο, αυτοτελή θέματα, με παροχές και αντιπαροχές και σε κάθε περίπτωση, χωρίς το πιστόλι στον κρόταφο.
 
Έτσι, για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των θαλάσσιων ζωνών, η μόνη αποδεκτή λύση είναι η συζήτηση, για την σύνταξη ενός συνυποσχετικού, το οποίο θα οδηγήσει την ελληνική και την τουρκική πλευρά, στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, προς έκδοση σχετικής απόφασης, την οποία και τα δύο κράτη θα δεχθούν, εκ των προτέρων, να εφαρμόσουν, όποιο και αν είναι το περιεχόμενό της.
 
Πέραν τούτου, ο διάλογος, για τα άλλα ζητήματα, που θέτει η Άγκυρα, αλλά και εκείνα, που πρέπει να θέσει η ελληνική πλευρά, είναι ευκταίος και αναγκαίος, αλλά και αυτός ο διάλογος πρέπει να γίνει, στην βάση του δούναι και λαβείν. Στην βάση, δηλαδή, ανταλλαγμάτων, η πραγματοποίηση των οποίων θα είναι εφικτή και επιβεβαιώσιμη, ενώ η όποια παρασπονδία της μιας ή της άλλης πλευράς θα πρέπει να αποφευχθεί, με συγκεκριμένα πρακτικά μέτρα και να έχει συγκεκριμένες και μετρήσιμες συνέπειες, εάν πραγματοποιηθεί.
 
Έτσι, παραδείγματος χάριν, η τουρκική πλευρά δεν μπορεί να απαιτεί την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, που γειτνιάζουν, με τα μικρασιατικά εδάφη, όσο υφίσταται κίνδυνος, για την κατάληψη οποιουδήποτε, από τα νησιά αυτά, από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Και φυσικά, δεν είναι αρκετή, η οποιαδήποτε φραστική διακήρυξη της Άγκυρας ότι δεν σκοπεύει να πράξει κάτι τέτοιο.
 
Βέβαια, η επίλυση της ελληνοτουρικής διαφοράς, για την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες (ΑΟΖ), από το διεθνές δικαστήριο της Χάγης, θα αποτρέψει κάθε ουσιαστικό κίνητρο της τουρκικής πλευρά να προβεί, σε οποιαδήποτε αιφνιδιαστική επίθεση, στα νησιά του Αιγαίου. Όμως, η Άγκυρα δεν επιθυμεί την δικαστική επίλυση της διαφοράς αυτής, διότι η όποια απόφαση του διεθνούς δικαστηρίου δεν θα εναρμονίζεται, με τις τουρκικές επιδιώξεις.
 
Προφανώς, η όποια δικαστική απόφαση δεν θα εναρμονίζεται ούτε και με τις επιδιώξεις της ελληνικής πλευράς, όμως, αυτό δεν είναι κάτι, που ενδιαφέρει την τουρκική ηγεσία, η οποία θέλει την διεξαγωγή διμερών διαπραγματεύσεων, με ανοικτή ατζέντα και χωρίς την μεσολάβηση οιουδήποτε δικαστικού, ή άλλου παράγοντα, διότι, από αυτού του είδους τις διαπραγματεύσεις, θα έχει, μόνο, να κερδίσει, αφού θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει την δική της ατζέντα - τουλάχιστον, στα βασικότερα σημεία της.
 
Ως εκ τούτου, η Άγκυρα προτιμά την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων, έχοντας την Αθήνα, με το πιστόλι, στον κρόταφο και υπό την απειλή της χρήσης της ισχύος του ξίφους.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι, όπως είπαμε, ένας τέτοιος "διάλογος" και μια τέτοιου είδους διαπραγμάτευση, πρέπει να απορριφθούν, χωρίς περαιτέρω συζήτηση.
 
Όλα τα άλλα είναι άνευ ουσίας.