Ότι το Αιγαίο είναι μια ανοικτή ελληνική θάλασσα αποτελεί μια, εν τοις πράγμασι, πραγματικότητα, η οποία δεν έχει επισημοποιηθεί. Οι νικηφόροι, για το ελληνικό κράτος, βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, με την συντριπτική πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου να βρίσκεται, υπό την ελληνική κυριαρχία, διαμόρφωσαν μιαν αμείλικτη πολιτική γεωγραφία, στην περιοχή, η οποία πολιτική γεωγραφία επικυρώθηκε και οριστικοποιήθηκε, με τις Συνθήκες της Λωζάνης, το 1923 και των Παρισίων του 1947, η οποία είναι γεγονός ότι, υπό το φως των σύγχρονων εξελίξεων, που αφορούν το λεγόμενο διεθνές δίκαιο της θάλασσας, αποτελεί μια πραγματικότητα, η οποία περιορίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας, στην περιοχή του Αιγαίου, αλλά και της νοτιοανατολικής Μεσογείου και κάνει την ελίτ της Άγκυρας να ασφυκτιά.
 
Αυτήν την δυσάρεστη, γι' αυτήν, πραγματικότητα επιθυμεί και προσπαθεί να ανατρέψει η τουρκική κυβέρνηση, με όλες τις πράξεις της, κυρίως, τα τελευταία χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων έχει έλθει, στην τρέχουσα επικαιρότητα, το ζήτημα της εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου, πρωτευόντως, στην ανατολική Μεσόγειο και δευτερευόντως, στο Αιγαίο.
 
Οι συνεχόμενες "παλικαριές", με το Oruc Reis και το στραπάτσο του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, με την (παραπάνω εικονιζόμενη, μετά την "επακούμβηση") φρεγάτα Kemal Reis, που θέλησε να εμβολίσει την ελληνική φρεγάτα Λήμνος, αλλά βρήκε τον μάστορά της, δεν αποσκοπούν, πραγματικά, στην διενέργεια σεισμικών ερευνών - αν και όντως, το τουρκικό ερευνητικό σκάφος αποπειράται, έστω και χωρίς επιτυχία, να πραγματοποιήσει έρευνες, στην υφαλοκρηπίδα των νερών, που διεκδικεί η ελληνική πλευρά, στηριζόμενη, στην ύπαρξη του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου.
 
Η τουρκική πλευρά επιχειρεί, έμπρακτα, με τις πλάτες και της Γερμανίας, να σύρει την ελληνική, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με τους δικούς της όρους, που στηρίζονται στην ισχύ και στην απειλή πολέμου, με τελική επιδίωξη την αποδοχή, από την Αθήνα, μιας διευρυμένης ατζέντας, η οποία θα περιλαμβάνει όλα όσα η Άγκυρα θεωρεί ότι πρέπει, χωρίς πολλά-πολλά, να συζητηθούν και να συμψηφισθούν.
 
Σε αυτό το πολιτικό παίγνιο η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να συμμετάσχει. Και από ό,τι φαίνεται, τουλάχιστον, μέχρι τώρα, αποφεύγει να συμμετάσχει και καλώς πράττει, παρά τις κραυγές της ελίτ του Κολωνακίου, που επιθυμεί μια ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση ("διάλογο" τον αποκαλεί, αλλά εννοεί κάτι πολύ περισσότερο από αυτόν), εφ' όλης της ύλης και με την ατζέντα, που επιθυμεί να θέσει η τουρκική πλευρά. 
 
Βέβαια και ο διάλογος, με την Άγκυρα, χρειάζεται, όπως, στην συνέχεια και η διαπραγμάτευση. Πρώτα χρειάζεται ο διερευνητικός διάλογος, με σφικτή και αυτοτελή συζήτηαη, για τις υπάρχουσες διαφορές, προκειμένου να εντοπισθούν οι αποκλίσεις και οι όποιες συγκλίσεις των δύο πλευρών (και σε αυτό το επίπεδο οι συζητήσεις δεν πρόκειται να ξεκινήσουν, από το μηδέν, αφού υπάρχει ένα πολυετές αρχείο αντίστοιχων συζητήσεων, στο παρελθόν). Και στην συνέχεια, αφού όλα αυτά διευκρινισθούν, τότε, μπορεί να αρχίσει η διαπραγμάτευση.
 
Αλλά όλα αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να διεξαχθούν, χωρίς την αποδοχή, από την Άγκυρα του υπάρχοντος status quo. Η τουρκική ηγεσία πρέπει να αποδεχθεί την πραγματικότητα, που έχει διαμορφωθεί. Χωρίς αυτή την αποδοχή, κάθε συζήτηση καθίσταται περιττή.
 
Άλλωστε, αυτή η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας, στον μεσογειακό χώρο, είναι που έχει οδηγήσει, στην τωρινή σύμπηξη μιας διεθνούς αντιτουρκικής συμμαχίας, στην περιοχή, η οποία αν και ετερόκλητη, αφού περιλαμβάνει, εκτός από την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο και χώρες όπως η Γαλλία, η Σαουδική Αραβία και τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα, αποκτά σταθερά χαρακτηριστικά, οδηγώντας την τουρκική πλευρά, σε πολιτικά και στρατιωτικά αδιέξοδα, όπως επιδεικνύουν ο βομβαρδισμός της τουρκικής στρατιωτικής βάσης, στην Λιβύη, ο συνεχής και ασφυκτικός κλοιός, στον οποίο έχει βρεθεί το Oruc Reis, από το ελληνικό πολεμικό ναυτικό και οι αεροναυτικές δραστηριότητες του Παρισιού, στην ευρύτερη περιοχή.
 
Κάπως έτσι, η Άγκυρα μπορεί να την πατήσει, εάν η Αθήνα, ενθαρρυνόμενη, από την ισχύ της συμπηχθείσας αντιτουρκικής συμμαχίας, προχωρήσει, στην αύξηση των χωρικών της υδάτων, στο Αιγαίο και στην περιοχή του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου, ολικώς, ή μερικώς, έως τα 12 μίλια. Κάτι που, άλλωστε, όσον αφορά τον καθορισμό και την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι αναγκαίο, προκειμένου να αρχίσει μια διαπραγμάτευση, με την τουρκική πλευρά.
 
Αυτόν τον κίνδυνο της αύξησης του εύρους των χωρικών υδάτων του ελληνικού κράτους, η τουρκική κυβέρνηση πρέπει να τον αντιλαμβάνεται, διότι, εάν και όταν συμβεί κάτι τέτοιο, το Αιγαίο, από ανοικτή ελληνική θάλασσα, θα μετατραπεί, σε, οιονεί, ελληνική λίμνη.
 
Απλά πράγματα...