Τραβηγμένη πριν 35 χρόνια αυτή η φωτογραφία μου, με γυρίζει πολύ πίσω, σε μια εποχή που, έχοντας ελευθεριακές θέσεις (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, ουδέποτε εγκατέλειψα) έδινα σκληρές μάχες, με τον, τότε, σκληροπυρηνικό σταλινικό καθοδηγητή και θεωρητικό του ΚΚΕ Νίκο Κοτζιά, τους όμοιους του και τον μεγάλο συρφετό των κνιτών, που τους ακολουθούσαν. Οι τωρινές θέσεις του Νίκου Κοτζιά, για το σύγχρονο Μακεδονικό πρόβλημα, μου δίνουν την ευκαιρία, για μια σύγχρονη αναζωπύρωση εκείνων των μαχών. Και μια τέτοια ευκαιρία, εγώ δεν την αφήνω. (Τελικά, ήμουν καλός γκομενάκος, στα νειάτα μου. Ή είναι τα τωρινά μου γεράματα, που με κάνουν να με βλέπω, έτσι; Το αναγνωστικό κοινό θα κρίνει. Και ιδίως, το θηλυκό τμήμα αυτού του κοινού, όποιο και να είναι το μέγεθός του). 

 

 

 

 

 

Στο "Independent Balkan News Agency", με αφορμή το βουλγαρικό βέτο, στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Σλαβομακεδονίας (της Βόρειας Μακεδονίας), στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", ο Νίκος Κοτζιάς, ο αρχιτέκτονας της Συμφωνίας των Πρεσπών, έγραψε ένα επικριτικό, για την ενέργεια αυτή της βουλγαρικής ηγεσίας, άρθρο, το οποίο είναι γεμάτο χολή και βρίθει ανακριβειών, βλέποντας να καταρρέει όλη εκείνη η προπαγανδιστική παραμυθία, πάνω στην οποία, ο πρώην σταλινικός - και πάντοτε ισχυρογνώμων - υπουργός Εξωτερικών εκείνης της εποχής, στήριξε το απεχθές πνευματικό και πραγματικό τέκνο του. 

Ας δούμε το άρθρο αυτό, για να γελάσουμε, με το πλήθος των ανοησιών, που γράφει, προκειμένου να στηρίξει όσα έπραξε και για να το αποδομήσουμε : 

 

"Σοβαρό πρόβλημα έχει δημιουργηθεί στην περιοχή μας εξαιτίας της σοβινιστικής αναμόχλευσης του Μακεδονικού ζητήματος από τους ακραίους εθνικιστές της Βουλγαρίας. Πρόκειται είτε για αμιγώς ακροδεξιούς, όπως ο νυν Υπουργός Άμυνας για κάποιους άλλους Βούλγαρους πολιτικούς που θέλουν να στηρίξουν τον προεκλογικό τους αγώνα και τις προσωπικές τους στρατηγικές. «Παραδόξως» κάποιοι στην Αθήνα «θαυμάζουν» τους ακροδεξιούς στη Σόφια και απαιτούν η Ελλάδα να παραδειγματιστεί και υποταχτεί στις επιλογές τους! Επί παραδείγματι να στηρίξουμε την βουλγαρική απαίτηση να μην χαρακτηρίζεται η κατάληψη της τότε νότιας Γιουγκοσλαβίας ως «φασιστική κατοχή». Οι κύκλοι που «θαυμάζουν» την βουλγαρική ακροδεξιά θα πρέπει να μας πούνε αν οφείλει και η Ελλάδα να πάψει να θεωρεί την βουλγαρική φασιστική κατοχή στη διάρκεια του Β’ ΠΠ ως κατοχή. 

Θυμίζω, το «Μακεδονικό» ξεκίνησε ως μια ενδοσλαβική διαμάχη. Οι κυρίαρχες (και ιστορικά ανόητες) ηγεσίες στην Ελλάδα, κατάφεραν να το μετεξελίξουν σε μια διαμάχη ανάμεσα στην Ελλάδα και τους Σλαβομακεδόνες / Γιουγκοσλαβία. Κάποια έντυπα των Αθηνών, ως φαίνεται, επιθυμούν επανάληψη αυτής της ανοησίας. 

Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα έβγαλε από πάνω της το πρόβλημα. Συμφωνία που στην κυριολεξία την «ζήλεψε» το διπλωματικό κατεστημένο στη Σόφια. Και αυτό παρά το γεγονός ότι εκείνοι υπέγραψαν πρώτοι με τη Βόρεια Μακεδονία ένα «Σύμφωνο Φιλίας». Σήμερα, φιλότουρκοι στη Βουλγαρία, θεωρούν ότι έχασαν από τη Συμφωνία των Πρεσπών μέρος του «σοβινιστικού τους αφηγήματος». Ως δεύτερος ταραξίας στην περιοχή θέτουν δύο νέες προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι να αποδεχτούν οι Βορειομακεδόνες ότι είναι Βούλγαροι. Δεν έχουν αντιληφθεί την εθνογένεση στη διάρκεια του 20ου αιώνα ενός νέου σλαβικού έθνους, των Σλαβομακεδόνων. Οι τελευταίοι, μετά την Συμφωνία των Πρεσπών και τις συνταγματικές αλλαγές που έχουν γίνει, έχουν ενταχθεί σε ένα πολυεθνικό κράτος που δημιουργεί ένα νέο «έθνος από εθνότητες» (όπως το ισπανικό) όπου συμμετέχουν Σλαβομακεδόνες, Αλβανοί, Βλάχοι και άλλοι. Αντίθετα με τις ιστορικές εξελίξεις και την πραγματικότητα, οι Βούλγαροι σοβινιστές ζούνε εκτός τόπου και χρόνου. Ζούνε ακόμα στην εποχή της Κομμουνιστικής Διεθνούς του μεσοπολέμου. Έχουν χάσει και το ιστορικό μέτρο καθότι ο βουλγαρικός φασισμός εξαιτίας της άγριας κατοχής της περιοχής της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας στη διάρκεια του Β’ ΠΠ, οδήγησε στην οριστική αποξένωση της Βουλγαρίας από τους Σλαβομακεδόνες και έδωσε περαιτέρω ώθηση στη γένεση ενός νέου έθνους. Πρόκειται δε, για ιστορικό θράσος να επικαλούνται κάποιοι στη σημερινή δημοκρατική Βουλγαρία χωρίς αναστολές τα επιχειρήματα του βουλγαρικού βάρβαρου φασισμού σε βάρος των Σλαβομακεδόνων. Ασφαλώς πρόκειται για ανοησία κάποιων στην Αθήνα να τα υποστηρίζουν. 

Αγνοώντας τις ιστορικές πραγματικότητες ο εκπορευόμενος από τα σκοτεινά χρόνια της βουλγαρικής κατοχής σοβινισμός θέλει να ονοματίζει τους Σλαβομακεδόνες και πάλι Βούλγαρους. Έχει μείνει στην εποχή των αιματολογικών-γενετικών προσδιορισμών των εθνών και δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι τα έθνη είναι σήμερα πολιτισμικές-πολιτικές οντότητες με συγκεκριμένα δικαιώματα ως προς τα δικά τους θεσμικά συστήματα. Δεν έχει καταλάβει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Σλαβομακεδόνων, και ακόμα περισσότερο ότι κάθε Αλβανός της Βόρειας Μακεδονίας ή Βλάχος με ελληνική συνείδηση ποτέ δεν θα δεχόταν να τον θεωρούν ως Βούλγαροι.

Η ανοησία κάποιων στη Σόφια ενισχύεται από την ανοησία των ψευδομακεδονομάχων των Αθηνών, οι οποίοι έχουν ξεχάσει ότι οι πραγματικοί μακεδονομάχοι πάλεψαν κύρια ενάντια στον βουλγαρικό κοτζαμπασισμό, ενώ αργότερα η Ελλάδα πάλεψε ενάντια στις βουλγαρικές κατοχές με τις οποίες συνεργάστηκε μεγάλο μέρος του πολιτικού-ιστορικού στρατοπέδου που θεώρησε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως προδοσία. Που παρέδωσε αμαχητί με όλο τον οπλισμό της το Δ’ Σώμα στρατού στην Καβάλα στα μέσα του Α’ ΠΠ στη διάρκεια του οποίου στην Ανατολική Μακεδονία οδηγήθηκαν στον θάνατο 60.000 Έλληνες πολίτες και πέθαναν άλλες 20.000 στην εξορία τους στη Βουλγαρία στα πλαίσια προσπάθειας της τελευταίας να αφανίσει το ελληνικό στοιχείο από την περιοχή. 

Κάνει πράγματι μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι για άλλη μια φορά οι «υπερπατριώτες» των Αθηνών να θέλουν να συμπαραταχθούν με τον ακραίο βουλγαρικό σοβινισμό. Να υποστηρίζουν μαζί του ότι πρέπει να απαγορευτεί να γίνει παραδεκτό ένα νέο έθνος ως τέτοιο, αλλά ότι αντίθετα, πρέπει όλοι μαζί να στηρίξουμε τον βουλγαρικό σοβινισμό. Ο τελευταίος πάντα υποστήριζε τη δημιουργία ενός δεύτερου βουλγαρικού κράτους, όπως ήλπιζε να γίνει η ΦΥΡΟΜ, και κατόπιν να το καταβροχθίσει. Οι ψευδομακεδονομάχοι των Αθηνών, λοιπόν, αντί να προβάλλουν τα βουλγαρικά βέτο, καλά θα κάνουν να μας πουν αν τάσσονται υπέρ της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και μάλιστα με ελληνική συναίνεση και αν σκοπεύουν να επιτρέψουν σε κάποιους να ξανακάνουν φασιστικά όνειρα ως προς ελληνικά εδάφη που η πολιτική τους οικογένεια παρέδωσε δύο φορές στην τότε φασιστική Βουλγαρία. Να μας πουν, επίσης, αν επιθυμούν ο εναέριος χώρος της Βόρειας Μακεδονίας να μην ελέγχεται από την Ελλάδα, όπως γίνεται σήμερα, αλλά από τη Βουλγαρία και γιατί όχι και την Τουρκία. 

Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο αίτημα του βουλγάρικου σοβινισμού που στηρίζουν οι ψευδομακεδονομάχοι. Υποστηρίζουν ότι η σλαβομακεδονική δεν είναι αυτοτελής γλώσσα, αλλά βουλγάρικη. Δεν είναι μια νοτιοσλαβική γλώσσα, που συντέθηκε αρχικά από στοιχεία σερβικών, βουλγαρικών, τουρκικών, βλάχικών και ελληνικών στοιχείων και μετά απέκτησε τη δική της αυτοτελή πορεία, αλλά ότι πρόκειται «απλά» για μια βουλγαρική διάλεκτο. Και εδώ οι φίλοι μας οι Βούλγαροι έμειναν πολύ πίσω. Οι γλώσσες και τα έθνη μέσα στο χρόνο αναπλάθονται και διαφοροποιούνται. Ουδείς σήμερα δεν αμφισβητεί πλέον ότι το αυστριακό έθνος είναι ξεχωριστό έθνος από το γερμανικό, ή ότι τα σκανδιναβικά έθνη (Δανία, Σουηδία και Νορβηγία) έχουν σήμερα τρεις διαφορετικές γλώσσες και ρίζες αυτών, παρά την κοινή σκανδιναβική προέλευση τους. Κάτι που ισχύει σχεδόν πανομοιότυπα και για τις σλαβικές γλώσσες. Όλοι μας γνωρίζουμε, επίσης, ότι τα βιβλία από τις ΗΠΑ που μεταφράζονται σε ευρωπαϊκές γλώσσες όταν αναφέρονται στο πρότυπο δεν γράφουν πια μετάφραση από τα «εγγλέζικα», αλλά από τα «αμερικάνικα» διότι βαθμιαία γεννιούνται στην κάθε μία από τις δύο αυτές γλωσσικές παραλλαγές όλο και περισσότερες διαφορές. Και ακόμα περισσότερο, το αμερικάνικο έθνος των πολιτών των ΗΠΑ δεν μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο των Βρετανών ή ακόμα και των Εγγλέζων. Ότι το ίδιο ισχύει και για τους Νεοζηλανδούς, τους Αυστραλούς ή και τους Καναδούς.

Το ζήτημα είναι ότι ορισμένοι στην Βουλγαρία, με μικρομεγαλισμό μεσαιωνικού τύπου, επιθυμούν να δημιουργήσουν νέα θέματα στα Βαλκάνια και στην ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Ζητήματα που τα λύνει η ζωή, ή/και η επιστημονική έρευνα και διαβούλευση, δεν μπορούν να επιβάλλονται με προεδρικά διατάγματα και πράξεις ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής. 

Το ζήτημα είναι, επίσης, ότι ορισμένοι στην ελληνική πλευρά, αντί να αγκαλιάσουν την Βόρεια Μακεδονία, αντί να αντισταθούν στον μεγαλοβουλγαρικό σοβινισμό που τόσο ακριβά τον έχει πληρώσει και ο ελληνικός λαός και η ελληνική γη, τυφλωμένοι από το αντι-Πρέσπες μένος τους, στηρίζουν μια πολιτική που οι μακεδονομάχοι μας συνέτριψαν πολιτικά και στρατιωτικά πριν από 120 χρόνια". 

 

 

Νίκος Κοτζιάς.  Αφού παρουσίασα τον εαυτό μου νέο, αντίστοιχα, παρουσιάζω και τον κρινόμενο, στα νειάτα του.  Έτσι είναι το σωστό... 

 

 

 

Το να παρακολουθήσει κάποιος τις νοητικές διαδρομές του παλαιού σταλινικού Νίκου Κοτζιά δεν είναι δύσκολη δουλειά, όταν γνωρίζει το πρόσωπο και την ιστορία του. Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών έχει το βαρύ έργο να υπερασπιστεί μια βρώμικη υπόθεση. Αυτήν της Συμφωνίας των Πρεσπών, στην οποία πρωταγωνίστησε και η οποία είναι ένα έργο, το οποίο του ανήκει, αφού, όπως έχει πει ο ίδιος, κάθε της λέξη έχει γραφεί, από το χέρι του.

(Δεν ανήκει, βέβαια, μόνο, στον συγγραφέα της, η Συμφωνία των Πρεσπών. Ανήκει και στον, τότε, πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, που την ενέκρινε. Όπως, επίσης, ανήκει και στην κυβέρνηση των Η.Π.Α., που συντόνισε – και σύμφωνα, με όσα λένε οι ‘‘κακές’’ γλώσσες – χρηματοδότησε την διαδικασία υλοποίησης αυτής της Συμφωνίας).

 

Δυστυχώς, για τον Νίκο Κοτζιά, το έργο του έμπασε νερά και οδεύει, προς κατάρρευση. Βέβαια, την δουλειά, που είχε αναλάβει, την έκανε. Έδωσε ένα όνομα, στην πΓΔΜ και (το κυριότερο όλων) την έβαλε, στο ΝΑΤΟ.

 

Όμως, τώρα, η υπόθεση της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ‘‘Βόρειας Μακεδονίας’’ σκοντάφτει, στο βουλγαρικό veto, το οποίο η Σόφια μπορεί να μην το έθεσε, στο ΝΑΤΟ, προφανώς, για να μην δυσαρεστήσει τον Donald Trump και την νατοϊκή συμμαχία, αλλά το κράτησε, ως δικαίωμα και το χρησιμοποιεί, τώρα, στην ‘‘Ευρωπαϊκή Ένωση’’, προκειμένου να υποχρεώσει την σλαβομακεδονική ελίτ να αποδεχθεί, την πραγματικότητα. Ότι, δηλαδή, η γλώσσα, που χρησιμοποιούν, είναι ένα νοτιοβουλγαρικό ιδίωμα, μια διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας. Και φυσικά, μια τέτοια απαίτηση οδηγεί, στο σαφές συμπέρασμα ότι οι αποκαλούμενοι, ως ‘‘Μακεδόνες’’, είναι Βούλγαροι. (Που, άλλωστε, ως προς την καταγωγή – και για πολλούς και ως προς την συνείδηση – αυτό είναι). 

 

Αυτή η απαίτηση της βουλγαρικής κυβέρνησης, φυσικά, προκαλεί το μένος του Νίκου Κοτζιά, επειδή αποδομεί όλη την παραμυθολογική προπαγανδιστική εκφορά του λόγου και των γραπτών κειμένων, που χρησιμοποίησε ο ίδιος και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να πείσουν, ιδεολογικά και πολιτικά, τον πληθυσμό της χώρας μας, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε αναγκαία και σύμφωνη με τις απαιτήσεις της εποχής μας και τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας.

 

Το κυριότερο επιχείρημα του παλαιού σταλινικού πολιτικού είναι ότι η βουλγαρική πλευρά – την οποία, προπαγανδιστικώ τω λόγω, την ταυτίζει, με την ακροδεξιά – υποτίθεται ότι δεν μπορεί να δει ότι, μέσα, από τις εξελίξεις,  που προέκυψαν, στον 20ο αιώνα, οι Σλαβομακεδόνες (οι ‘‘Μακεδόνες’’, όπως τους ορίζει η πολιτική ελίτ των Σκοπίων, που ήλθε ως κληρονόμος της παλαιάς τιτοϊκής γραφειοκρατίας της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών και της Ένωσης Μακεδόνων Κομμουνιστών, που υπήρξε τοπικό υποκατάστημα αυτής  της τιτοϊκής κατασκευής), χωρίστηκαν, από τους Βούλγαρους, μέσα από μια διαδικασία εθνογέννεσης, η οποία οξύνθηκε και υποτίθεται ότι περαιώθηκε, με την βουλγαρική κατοχή της Βαρδαρίας (έτσι ονομαζόταν, επί του καθεστώτος της μεσοπολεμικής Νοτιοσλαβίας, το οποίο υπήρξε το πραγματικό καθεστώς κατοχής της περιοχής, από την εποχή των βαλκανικών πολέμων,  που η Σερβία κατέλαβε τα εδάφη αυτά, ξεκινώντας τον αποβουλγαρισμό των κατοίκων της περιοχής).

 

Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά  τα χρόνια, μέχρι σήμερα, επιχειρήθηκε και βρίσκεται σε εξέλιξη μια εθνογέννεση. Αυτή των Σλαβομακεδόνων, οι οποίοι εμφανιζόμενοι,  ως ‘‘Μακεδόνες’’, προσπαθούν να αποκολληθούν, από το βουλγαρικό τους παρελθόν και να εμφανισθούν, ως χωριστό έθνος.

 

Όμως, παρά τα όσα λένε ο Νίκος  Κοτζιάς και ηελίτ των Σκοπίων, που εκπροσωπεί ο Ζόραν Ζάεφ, η πικρή, γι’ αυτούς, αλήθεια είναι ότι η εθνογέννεση, για την οποία μιλούν, δεν έχει ολοκληρωθεί. Βρίσκεται, σε  εκκρεμότητα και αμφισβητείται, από την Βουλγαρία,  αλλά και από πολλούς  Σλαβομακεδόνες, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων κατέχει  - πιθανότατα, λόγω και του αλβανικού παράγοντα - και βουλγαρικά διαβατήρια.

 

Αυτή η πραγματικότητα, την  οποία προσπαθούν να συγκαλύψουν και να ακυρώσουν οι ενδιαφερόμενοι, προφανώς, δεν αρέσει,  στον  Νίκο Κοτζιά, στον Ζόραν Ζάεφ και τους περί αυτούς. Αλλά αυτή είναι η  αλήθεια. Και σε αυτή την αλήθεια είναι, που στηρίζεται η Βουλγαρία, η οποία θέλει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και να αναδείξει το απλούστατο γεγονός ότι αυτό, που οι αντίπαλοί της ονομάζουν, ως  φασιστική βουλγαρική κατοχή της γιουγκοσλαβικής  Μακεδονίας, στην πραγματικότητα, ήταν ένα καθεστώς εθνικής απελευθέρωσης των Βουλγάρων κατοίκων της περιοχής αυτής. Και σε αυτό έχει δίκιο, διότι η συνεργασία  εκείνου του καθεστώτος, με την ναζιστική Γερμανία είναι ένα άλλης τάξεως ζήτημα. Για τον ελληνικό πληθυσμό, η βουλγαρική κατάληψη της Μακεδονίας ήταν Κατοχή. Για τους Σλαβομακεδόνες, όχι, παρά τα όσα λέει ο Νίκος Κοτζιάς

 

Αλλά ο Νίκος Κοτζιάς θέτει και ένα άλλο, γεωπολιτικήςφύσεως, ζήτημα, το οποίο αφορά το, εάν την ελληνική  κοινωνία την συμφέρει η ύπαρξη μιας ‘‘Μεγάλης Βουλγαρίας’’, στην περιοχή μας και στο σχετικό ερώτημα, που ο ίδιος θέτει, απαντά, αρνητικά. Δεν έχει δίκιο. Έχει άδικο, διότι μια πιθανή μελλοντική προσάρτηση μέρους της περιοχής της πΓΔΜ, από την Βουλγαρία, δεν δημιουργεί κανένα γεωπολιτικό πρόβλημα, στην Ελλάδα. Η σημερινή Βουλγαρία, πλέον, δεν είναι η Βουλγαρία των βαλκανικών πολέμων του 1912-13, ούτε η Βουλγαρία της δεκαετίας του 1940 και της ‘‘σοσιαλιστικής’’ μεταπολεμικής εποχής. 

 

Από εκεί και πέρα, δεν θα μπω, στις ανοησίες, που γράφει ο Νίκος Κοτζιάς, για την διαφορά του αυστριακού έθνους, από το γερμανικό (δεν υπάρχει αυστριακό έθνος,  υπάρχει αυστριακός λαός, του οποίου το κράτος λέγεται Osterreich και σημαίνει Ανατολικό Κράτος).

 

Ούτε  θα πω πολλά, για όσα λέει, για τους Σκανδιναβούς, οι οποίοι ομιλούν διαλέκτους της σκανδιναβικής γλώσσας, την οποία τα τρία κράτη της Σκανδιναβίας και λιγότερο το ισλανδικό, προσπαθούν να διαφοροποιήσουν, προκειμένου να δικαιολογήσουν την χωριστή ύπαρξή τους. Οι απόγονοι των Βίκινγκς παραμένουν να είναι απόγονοι των Βίκινγκς, όσο και αν ο Νίκος Κοτζιάς θέλει να βλέπει, διαφορετικά, τα πράγματα.

 

Άλλωστε, δεν χρειάζεται να μιλήσω, για το ισπανικό έθνος, έτσι όπως το παρουσιάζει ο Νίκος Κοτζιάς. Ας πάει να τα πει αυτά, στους Βάσκους, ή στους Καταλανούς. Θα πάρει την απάντηση, που του αξίζει. 

 

Ούτε, άλλωστε, η  περίπτωση των  Βουλγάρων και των Σλαβομακεδόνων έχει σχέση,  με την περίπτωση των Άγγλων και των Βρετανών, με  τους λαούς των αποικιών τους, στις Η.Π.Α., στον Καναδά, την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία – αν και οι τρεις τελευταίοι λαοί κρατούν μια σχέση, με  το βρετανικό στέμμα.

 

Γενικά, ο Νίκος Κοτζιάς, προκειμένου  να δικαιολογήσει τα όσα διέπραξε, τα έχει κάνει, επιχειρηματολογικώς, κουλουβάχατα.

 

Τον  κατανοώ, αλλά δεν τον δικαιολογώ. Σε καμμία περίπτωση.