(Η Άγκυρα αφήνει να εννοηθεί ότι έχει αποφασίσει να κάνει γεωτρήσεις, στο Καστελλόριζο. Τί θα κάνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με δεδομένο το γεγονός ότι η απραξία και η παθητικότητα των Αθηνών θέτουν ζήτημα, για το αν υφίσταται η πραγματική και η ουσιαστική ενότητα του ελληνικού έθνους;).

 


 

 
 
 
 
 
 
Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, το Καστελλόριζο είναι ο βασικός στόχος της Άγκυρας, στην περιοχή, που από το Αιγαίο, περνάμε στο Λύκιο Πέλαγος. Αυτή η περιοχή της, που ενώνει την ελληνική και την κυπριακή ΑΟΖ, περιορίζοντας, δραστικά, την αντίστοιχη τουρκική, αποτελεί το βασικότερο εμπόδιο, στην υλοποίηση των σχεδίων της κυβέρνησης του Recep Tayyip Erdoğan, για την επιβολή της τουρκικής κυριαρχίας, στον ευρύτερο χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου και στην επιδίωξη των ταγών της Άγκυρας, για την εκμετάλλευση του πραγματικού, ή υποτιθέμενου υποθαλάσσιου πλούτου του χώρου αυτού, με την μέγιστη δυνατή επέκταση της τουρκικής ΑΟΖ.
 
Όπως φαίνεται, η τουρκική ηγεσία έχει αποφασίσει, μετά τις γεωτρήσεις, στην κυπριακή ΑΟΖ, που πραγματοποιήθηκαν, δίχως καμμία πραγματική και ουσιαστική αντίσταση, από την ελληνική πλευρά - η οποία είχε και εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση να μην επιτρέψει την διενέργεια αυτών των γεωτρήσεων, στην κυπριακή ΑΟΖ - να προχωρήσει, παραπέρα και να ρίξει τρυπάνια, στην περιοχή της ΑΟΖ, που λογίζεται (και σωστά, λογίζεται), ως ελληνική, από την παρουσία του Καστελλόριζου, έχοντας την εδραιωμένη πεποίθηση ότι η κυβέρνηση των Αθηνών δεν πρόκειται να προβάλει αντίσταση και σε αυτή την ενέργεια, όπως, άλλωστε, έπραξε και στις αντίστοιχες τουρκικές ενέργειες, στην περιοχή της κυπριακής ΑΟΖ. 
 
Και φυσικά, εάν αυτή η πεποίθηση της τουρκικής ηγεσίας είναι βάσιμη (και στην οποία η αλυσίδα των γεγονότων φαίνεται να δίνει έρεισμα), τότε πρέπει να θεωρείται, ως δεδομένη η διάσπαση της ουσιαστικής και της πραγματικής ενότητας του ελληνικού έθνους, έτσι όπως την επιβεβαίωσε η ρήση του στρατηγού Γρηγόριου Μπονάνου, ο οποίος, στις τραγικές ημέρες του Αυγούστου του 1974, χαρακτήρισε την Κύπρο, ως ένα βάρος, για την Ελλάδα, από το οποίο, βέβαια, ο ίδιος φρόντισε να την απαλλάξει.
 
Το ερώτημα είναι τί είναι διατεθειμένη και τί πρόκειται να πράξει η ελληνική πλευρά, εάν και όταν η τουρκική ηγεσία κάνει πράξη - πιθανόν, εντός του Αυγούστου του 2019 - αυτόν τον σχεδιασμό και στείλει τα τρυπάνια της ανοικτά του Καστελλόριζου, προκειμένου να πραγματοποιήσει γεωτρήσεις, για να ερευνήσει, εάν υπάρχουν κοιτάσματα φυσικού αερίου, ή όχι. Και φυσικά, η Άγκυρα, ακολουθώντας μια σύγχρονη εκδοχή της πολιτικής των κανονιοφόρων, όπως έπραξε και στην Κύπρο, θα συνοδεύσει τα τρυπάνια αυτά, με μονάδες του πολεμικού της στόλου, προκειμένου να δείξει την αποφασιστικότητά της, για την χρήση βίας, εάν οποιοσδήποτε (δηλαδή η ελληνική πλευρά) προσπαθήσει να εμποδίσει τις γεωτρήσεις αυτές, οι οποίες υλοποιούν τις αξιώσεις κυριαρχίας της τουρκικής ελίτ, στην περιοχή.
 
Αλλά, πριν μιλήσουμε, για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, χρήσιμο είναι να δούμε το τί πρέπει να πράξει η κυβένηση της Νέας Δημοκρατίας. Και φυσικά, η νέα ελληνική κυβέρνηση πρέπει να στείλει μονάδες του πολεμικού ναυτικού της χώρας, προκειμένου να απαγορεύσει, στα τουρκικά ερευνητικά σκάφη, να πραγματοποιήσουν τις γεωτρήσεις, που έχουν διαταχθεί να κάνουν, στην περιοχή του Καστελλόριζου.
 
Βέβαια, μια τέτοια πράξη του ελληνικού πολεμικού ναυτικού είναι, σφοδρότατα, πιθανό ότι θα ενεργοποιήσει τις μονάδες του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, οι οποίες είναι πιθανό να συνοδεύουν τα σκάφη αυτά, ή, εάν αυτά δεν συνοδεύονται, από τον τουρκικό στόλο, είναι πιθανό το τουρκικό πολεμικό ναυτικό να στείλει τις απαραίτητες μονάδες, από τα παρακείμενα λιμάνια, τα οποία, άλλωστε, δεν βρίσκονται, καθόλου, μακριά, από την περιοχή. 
 
Μια τέτοια ενέργεια είναι φυσικό ότι θα φέρει, σε αντιπαράθεση τα ελληνικά και τα τουρκικά πολεμικά πλοία, οπότε το ζήτημα, που τίθεται, είναι το τί θα πρέπει να πράξει ο ελληνικός στόλος, στην περίπτωση, που ελληνικός πολεμικός στόλος εμποδιστεί, από τον τουρκικό, να πράξει αυτό που πρέπει.
 
Εάν ο ελληνικός πολεμικός στόλος βρεθεί ενώπιον μιας τέτοιας κατάστασης, οι διαταγές, που θα πρέπει να έχουν, ήδη, δώσει ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος και η στρατιωτική ηγεσία, δεν μπορεί να είναι άλλες, από την προσβολή των μονάδων του εχθρού, που θα επιχειρήσουν να μην επιτρέψουν, στα ελληνικά πολεμικά πλοία, να εμποδίσουν τις γεωτρήσεις των τουρκικών ερευνητικών σκαφών, στην περιοχή, που βρίσκεται ανοικτά του Καστελλορίζου και εντός της ΑΟΖ, που η παρουσία αυτού του ελληνικού νησιωτικού συμπλέγματος (νήσος Μεγίστη κλπ) προσδιορίζει. Αυτή η πράξη, προφανώς, είναι μια σαφής πολεμική πράξη. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, γι' αυτό. Αλλά είναι μια αναγκαία πολεμική πράξη, η οποία πρέπει να συνοδευτεί, από την κήρυξη της χώρας, σε κατάσταση γενικής επιστρατεύσεως, με ό,τι αυτό σημαίνει, για την δημοσιονομική διαχείριση.
 
Όμως, πριν από την πράξη αυτή - ή, έστω, κατά την διάρκειά της -, είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί μια άλλη πράξη της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και όλες τις άλλες κυβερνήσεις, που προηγήθηκαν, από το 1982 και μετά. Και αυτή η πράξη είναι αυτή, που έκανε η κυπριακή κυβέρνηση και την οποία δεν τόλμησε να κάνει η ελληνική πλευρά.
 
Η Ελλάδα πρέπει να να ανακηρύξει την ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, στην περιοχή του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου. Και μαζύ με αυτήν, πρέπει να ανακηρύξει την ελληνική ΑΟΖ, στο Αιγαίο, στο Κρητικό και βέβαια, στο Λυβικό Πέλαγος.
 
Δεν είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αυτή η ανακήρυξη. Αρκεί η υπογραφή και η δημοσίευση των προεδρικών διαταγμάτων, που είναι, στα συρτάρια. Από εκεί και πέρα, παρά τις όποιες υστερικές κραυγές της τουρκικής πλευράς, όλα θα γίνουν πιο εύκολα, αφού η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, για την ελληνική ΑΟΖ, αλλά και την ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπως και τα  αλλά και ελληνικά χωρικά ύδατα, τα οποία και αυτά πρέπει να επεκταθούν, στα 12 μίλλια - τουλάχιστον, στις περιοχές εκείνες, που οι ακτές τους, δεν βλέπουν, τα μικρασιατικά παράλια -, θα έχει δημιουργηθεί η κατάλληλη νομική και η υλική βάση, που θα προσδιορίζει την ελληνική κρατική κυριαρχία και τα αντίστοιχα δικαιώματα.
 
Αυτά είναι που πρέπει να πράξει η ελληνική κυβέρνηση. Μα, αυτά θα οδηγήσουν, σε πόλεμο, θα αντιτείνουν πολλοί. Όμως, αυτό, που ξεχνούν, είναι ότι είναι οι αποφάσεις και οι ενέργειες της τουρκικής ηγεσίας, που οδηγούν, σε πόλεμο, αφού παραβιάζουν την, μέχρι τώρα, υπογείως, συμφωνημένη πρακτική της μη διενέργειας πράξεων, από τα δύο μέρη, τα οποία έχουν κοινές θάλασσες, οι οποίες πράξεις πλήττουν τις νόμιμες, αλλά και τις παράνομες, αξιώσεις των δύο πλευρών.
 
Ο Τούρκος πρόεδρος και η κυβέρνησή του, τώρα, θεωρούν ότι μπορούν να επιβάλουν, με την άσκηση της πολιτικής των κανονιοφόρων, τις θελήσεις τους, στο Αιγαίο και στο Λύκιο Πέλαγος, όπως έπραξαν και πράττουν, στην περιοχή της Κύπρου. Και φυσικά, πιστεύουν ότι δεν θα βρουν αντίσταση, από την ελληνική πλευρά, ή ότι και αν βρουν μια κάποια αντίσταση, θα υποχρεώσουν την ελληνική πλευρά να εισέλθει, ευρισκόμενη υπό το κράτος της υπεροχής της τουρκικής ισχύος, σε διαπραγματεύσεις, για όλα τα επίδικα των ελληνοτουρκικών διαφορών, από την Θράκη, μέχρι την Κύπρο.
 
Ως εκ τούτου, η μόνη άλλη λύση, την οποία αφήνει η Άγκυρα, στην Αθήνα, είναι αυτή της παραδόσεως, άνευ όρων και την είσοδό της, σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα είναι τυπικές και ουσιαστικά, θα αποτελούν την αποδοχή του κειμένου αυτής της παράδοσης, του οποίου το περιεχόμενο θα έχει προσδιορισθεί, από την τουρκική ηγεσία. 
 
Για μια τέτοια ατιμωτική πράξη παράδοσης, στην τουρκική πλευρά και στις αξιώσεις της, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει εξουσιοδοτηθεί, από την ελληνική κοινωνία. Προφανώς, υπό τον φόβο του πολέμου, θα μπορούσε να αποσπάσει μια τέτοια εξουσιοδότηση, από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, αλλά, εάν αποφασίσει να παραδοθεί, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει και να λάβει αυτή την εξουσιοδότηση.
 
Αλλά και στην περίπτωση, κατά την οποία η ελληνική πλευρά αντισταθεί, επί των κυμάτων της θάλασσας, στις τουρκικές ενέργειες, στην περιοχή του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επιδείξει, πέρα, από απαιτούμενη ισχύ και την αποφασιστικότητα να απαντήσει, αμυνόμενη και επιτιθέμενη, στις όποιες κλιμακώσεις των πολεμικών πράξεων της τουρκικής πλευράς και την προβλεπτικότητα του απαιτούμενου σχεδιασμού, για όσα συμβούν, στο στάδιο των ναυτικών και των λοιπών επιχειρήσεων, αλλά και στο μεταγενέστερο στάδιο, που θα προκύψει, μετά από αυτές.
 
Η ελληνική πλευρά, προφανώς, θα πρέπει να διαπραγματευθεί και να υποχρεώσει την τουρκική πλευρά να αποδεχθεί την προσφυγή, στα διεθνή δικαστήρια (στην Χάγη), για το αντικείμενο των διαφωνιών, που θα προκύψουν, αλλά αυτό πρέπει να το πράξει, όχι από θέση αδυναμίας, αλλά από θέση ισχύος, η οποία δεν θα υποτιμά τον αντίπαλο, ο οποίος γίνεται μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, αλλά και δεν θα φοβάται να τον αντιμετωπίσει.
 
Ως εκ τούτου, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να ανακηρύξει την ελληνική ΑΟΖ και να ασκήσει όλα τα δικαιώματά της, που δεν έχει ασκήσει, έως τώρα. Και από τακτική πλευρά, χρήσιμο είναι να τα πράξει όλα αυτά, κατά την διάρκεια των ναυτικών επιχειρήσεων, που θα αποσκοπούν, στην παρεμπόδιση των τουρκικών ερευνητικών σκαφών να κάνουν γεωτρήσεις, στην θάλασσα του Καστελλόριζου (εάν και όταν αυτές υπάρξουν) και στην αντιμετώπιση του τουρκικού στόλου, που θα αποπειραθεί (εάν αποπειραθεί) να αποτρέψει το ελληνικό πολεμικό ναυτικό, από το να ασκήσει αυτό το επιβεβλημένο, από τις περιστάσεις και από τις επιθετικές πράξεις της Άγκυρας, καθήκον του.
 
Το τί πρόκειται να πράξουν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του μένει να το δούμε.
 
Αλλά πρέπει να πούμε ότι όλα όσα έχουν γίνει, έως σήμερα, δείχνουν ότι οι εξελίξεις δεν πρόκειται να ακολουθήσουν τον δρόμο, που πρέπει να ακολουθήσουν.
 
Οψόμεθα.