"  Έτυχε, ωρέ Μήτσο, να τον δεις, τον βλάχο, τον Μαχλέπα;
Του’πες, που σού’πα να του πεις, την όμορφη κουβέντα;
Είπες, δεν μπόρεσες να δεις αυτό το μαύρο φίδι,
γιατ’ ήσουνα και έλειψες, σε μακρινό ταξείδι.
 
 
 
Δεν πειράζει, Μήτσο μου, που δεν τον είδες τώρα,
αλλά πιστεύω να τον δεις, μια κάποια άλλη ώρα.
Πες του, λοιπόν, τις απειλές, εγώ δεν τις σηκώνω
και πως τα λόγια του αυτά, εγώ τα προσγειώνω.
 
 
 
Αχ, βλάχο μου, Μαχλέπα μου, τα έμπλεξες, τα γέρικά σου μπούτια,
όλα αυτά τα γράφω εγώ, εις τα παλιά παπούτσια.
Γι’ αυτό, στην στάνη σου, εσύ να κάνεις τα κουμάντα,
κοίτα μην της την πέσουνε λύκοι, σαν τα κομμάντα.
 
 
 
Λυκάκια, εκεί, μαζεύονται και είναι πεινασμένα
πάνε, για κατασπάραγμα και είναι όλα χεσμένα,
τα πρόβατα, που σού'φεραν κουτά σπακιστηρόνια
αφού βλέπουν να κυκλώνονται, από πολλά λυκόρνια.
 
 
 
Άσ'τα, λοιπόν, βλαχάκο μου, Μαχλέπα κακιστομοίρη, 
κοίταξε μ' άλλα να πιαστείς, όπου εκεί πρέπει να βρεις, ήλιο λιγάκι, να λιαστείς,
έτσι κι αλλιώς, δεν τον μπορείς,
τον τίτλο του εμίρη.
 
 
 
Και με αυτές τις συμβουλές,
που είναι, άλλωστε, μεστές, 
σ'αφήνω εγώ τώρα, 
μαζί σου θε ν' ασχοληθώ
μια κάποια άλλη ώρα.     " *
 
 
 
 
 
*(Τα πρόσωπα και τα περιστατικά, που αναφέρονται, στο, παραπάνω, στιχούργημα, είναι, τελείως, φανταστικά και δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα).