Ήλθαν τώρα οι ντόπιοι αστοί
πάνω εις την κουπαστή,
για πανέξυπνοι περνιούνται,
μα, σαν κορόϊδα κανονιούνται.
 
 
 
Απ’ τους ξένους δανειστές,
πού’ρθανε, σαν πειρατές,
πέφτει φάπα που αφρίζει,
σαν ψοφίμι, που μυρίζει.
 
 
 
Και σαν δούλοι οι ντόπιοι αστοί
δώσανε κάθε βρακί,
εις τους ξένους δανειστές,
που εκάναν αρπαχτές.
 
 
 
Κακομοίρηδες, γελοίοι
κι’ όπως πάντα όλοι αχρείοι,
πουλήσανε την κοινωνία,
εις την δουλοπαροικία.
 
 
 
Πήγ’ ο κόσμος να ελπίσει,
στους συριζαίους ν’ ακουμπήσει,
μα τον πούλησαν κι’ αυτοί,
με την πρώτη αφορμή.
 
 
 
Τώρα οι ανθρώποι έχουν μπλέξει,
μαζικά, τα έχουν παίξει
οι αστοί τους έχουν πείσει,
μα την έχουνε πατήσει.
 
 
 
Άλλος δρόμος, λεν’ δεν υπάρχει,
όμως, αυτός όχι, μόνο, υπάρχει, αλλά και παραϋπάρχει,
φτάνει ο κόσμος να πιστέψει
και τον δρόμο αυτόν να τρέξει.
 
 
 
Στα ψοφίμια, τους χαζούς,
τους αστούς πολιτικούς,
την πλάτη πρέπει να γυρίσει
και όλους, στην άκρη, να αφήσει.
 
 
 
Δύσκολο, μα μπορετό,
είναι και κατορθωτό,
θέλει πολλή υπομονή
και σταθερή επιμονή.
 
 
 
Η Ελλάδα πρέπει να αποτιναχθεί,
από την "Ευρωπαϊκή Ένωση" αυτή,
έτσι η χώρα θα ανθίσει
και θα ξαναπερπατήσει. *
 
 
 
 
 
*(Είναι αυτονόητο ότι τα πρόσωπα και τα περιστατικά, που αναφέρονται, στο παρόν στιχούργημα, είναι, απολύτως, υπαρκτά και περιγράφουν, πλήρως, την πραγματικότητα).