Στης Novartis τους καιρούς,
τους κακούς και πονηρούς,
οι αστοί πολιτικοί επιαστήκανε στην φάκα,
στου Εφ Μπι Άϊ τα κιτάπια.
 
 
 
Τα επαίρνανε χοντρά,
όλα μαύρα τα λεφτά,
που στα φάρμακα φορτώναν
και τους αρρώστους ζημιώναν.
 
 
 
Είναι αλήθεια, ρε παιδιά,
είχανε γι’ αθλοπαιδιά
όλη αυτή την μηχανή,
που εκράτησε πολύ.
 
 
 
Βαλιτσάκια, χαρτζηλίκια
πέφταν μέσα στα μανίκια
και οι τσέπες οι μεγάλες
γεμίζανε, με τις κουτάλες.
 
 
 
Ήσαν, όμως, αφελείς
κι ως συνήθως, αμελείς,
οι Αμερικανοί τους κουτουπώσαν
τους αυτοφωράκηδες καρφώσαν.
 
 
 
Έτσι ήρθαν οι συριζαίοι
το’παιξαν καλοί κι ωραίοι,
αλλά τα κάνανε μαντάρα
στης πλοκής την όλη σκάλα.
 
 
 
Τρέχουν τώρα οι αστοί
οι χαζοί πολιτικοί,
προσπαθούν τί ν’ αποδείξουν(;)
τον μπελά τους, θ' αναδείξουν.
 
 
 
Με όλα αυτά και πολλά άλλα,
τα μικρά και τα μεγάλα,
ο Ανδρέας τρέχει τώρα,
μα, τον βγάλανε στην φόρα.
 
 
 
Ό,τι τούτος και να κάνει,
τα πήρε, λέν' οι Αμερικάνοι,
γράφουν για δωροδοκία,
μεγάλη του ανοησία.
 
 
 
 

 

 
Από δίπλα κι ο Δημήτρης
βρέθηκε μεγάλος μπήχτης,
γέμιζε λογαριασμό,
σε συγγενή του κολλητό. 
 
 
 
Οι αστοί μας, λένε, λένε
μηρυκάζουν, μιξοκλαίνε,
μα, ο λαός τους πήρε χαμπάρι
ότι είναι για τ’ αμπάρι.
 
 
 
Όμως, έτσι τά'χουν φτιάξει
και την έχουνε εντάξει,
αφού τον νόμο καθορίζουν,
τί'ναι δίκαιο ορίζουν.
 
 
 
Είναι για την φυλακή,
μα θα την βγάλουν καθαρή,
εκτός κι αν τους πάρουν τα βρακιά
τα πονηρά Αμερικανιά.
 
 
 
Ναι, τους έχει φακελλώσει 
κι' απειλεί να τους γραπώσει,
το Εφ Μπι Άϊ το κακό,
πού'ναι, πάντα, πονηρό κι' οσονούπω, μοχθηρό.
 
 
 
Δεν είναι πρώτη φορά,
που τους έχουν μια χαψιά,
τους αστούς πολιτικούς
κι όλους τους, τους μπιστικούς.
 
 
 
Κι' άντε, τώρα πια, εσύ
Έλληνα φουκαρατζή
να πιστεύεις, στα σωστά,
πως θα βρεις απανεμιά.
 
 
 
Τους αστούς πολιτικούς
τους θωρούν όλοι χαζούς,
τους παίρνουν οι ξένοι, στον μεζέ,
ρε πολίτη καψερέ.
 
 
 
Στείλ'τους, λοιπόν, εκεί που πρέπει,
στου χωραφιού σου το αλέτρι
να μοχθήσουνε πολύ,
για να βγάλουν το ψωμί.
 
 
 
Δώσ'τους και μια κλωτσιά,
για να πέσουν, στα σκατά,
εκεί, άλλωστε, που ζούνε
και κατ' εσού, βυσσοδομούνε.