Η τεράστια διόγκωση των "κόκκινων δανείων" της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και ο φαύλος κύκλος της, εκ νέου, επερχόμενης τραπεζικής και κρατικής χρεωκοπίας.

 
Δεκέμβριος 2004 - Μάρτιος 2018 : Η απεικόνιση της δραματικής και κατακρημνιστικής πτώσης της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή προκύπτει, από το παραπάνω διάγραμμα, που προέρχεται από τα τηρούμενα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Αυτήν την πτώση προσπαθούν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και το επιτελείο του, έστω και προσωρινά, να ανακόψουν, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της προεκλογικής εκστρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, με εργαλείο την άρση των περιορισμών των κινήσεων των κεφαλαίων και την κατάργηση των ορίων των αναλήψεων, από τις τραπεζικές καταθέσεις, στο εσωτερικό. Αν και η ενέργεια αυτή είναι υψηλού ρίσκου, δεν θα τα καταφέρουν. Ίσως και εξ αιτίας αυτού, αφού η κίνηση αυτή της κυβέρνησης είναι άκαιρη και μη ενδεικνυόμενη, όσο η χώρα μας χρησιμοποιεί, ως νόμισμά της, το ευρώ και ενόσω, η τραπεζική ένωση, στην ευρωζώνη, αργεί να έλθει (και που δεν φαίνεται να έλθει).

Με δεδομένη την επιδείνωση όλων των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας προχώρησαν, στην πλήρη άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, στο εσωτερικό της χώρας και στην μερική άρση της κίνησης των κεφαλαίων, προς το εξωτερικό, από την 1η Οκτωβρίου. Δηλαδή από την ερχόμενη Δευτέρα.

Με, επίσης, δεδομένη την πολύ κακή κατάσταση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, μπορούμε να κατανοήσουμε τους επείγοντες λόγους, για τους οποίους, η ηγεσία της εντόπιας ελίτ προχώρησε, σε αυτή την παράτολμη, ριψοκίνδυνη και άκρως, επικίνδυνη ενέργεια, η οποία μετριάζεται από την εξακολούθηση των περιορισμών, στην κίνηση κεφαλαίων, προς το εξωτερικό, αλλά αυτό το γεγονός δεν αλλάζει το άκαιρο της εσφαλμένης αυτής ενέργειας και την επικινδυνότητα του εγχειρήματος.

Τί επιδιώκει η κυβέρνηση, με την άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, στο εσωτερικό;

Γιατί οι ευρωθεσμοί, δηλαδή η Ε. Κ. Τ., επέτρεψαν, στους εγχώριους, να προβούν, σε αυτή την ενέργεια, το αχρείαστο και το εσφαλμένο περιεχόμενο της οποίας είναι γνωστό στον Mario Draghi και στην μπατιροτραπεζοκρατία της Φρανκφούρτης;

Το δεύτερο ερώτημα είναι εύκολο να απαντηθεί. Η Ε. Κ. Τ. πειραματίζεται και δεν ενδιαφέρεται, για το τί θα γίνει, με τις ελληνικές τράπεζες. Ξέρει ότι χρειάζονται ανακεφαλαιοποίηση και αυτό απαιτεί. Το πώς θα φθάσουν οι εγχώριοι, σε αυτό το σημείο, δεν την ενδιαφέρει, αφού θεωρεί δεδομένο ότι δεν θα βάλει η ίδια κεφάλαια, σε αυτή την διαδικασία.

Από την άλλη πλευρά, οι στόχοι της ελληνικής κυβέρνησης, όπως είναι φυσικό και απολύτως, αναμενόμενο, είναι πολιτικοί και οικονομικοί. Και επίσης οι στόχοι αυτοί κλιμακώνονται. Είναι άμεσοι, αλλά και απώτεροι.

Αυτό, που, άμεσα, επιδιώκει ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι η αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων, προκειμένου να ενισχυθούν τα αποθεματικά των ελληνικών τραπεζών και να αυξηθεί η ρευστότητα, στην εσωτερική αγορά  η οποία, με την σειρά της υποτίθεται και ελπίζεται ότι θα προωθήσει την όποια - αναιμική, έστω - ανάπτυξη, η ύπαρξη της οποίας, εν όψει της ουσιαστικής προεκλογικής περιόδου, στην οποία έχει εισέλθει η χώρα, θα δώσει μία ώθηση και κάποια πραγματικά και χειροπιαστά επιχειρήματα, στην εκλογική καμπάνια της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ (για τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου δεν γίνεται λόγος, αφού το συγκυβερνόν κόμμα βρίσκεται, σε κωματώδη κατάσταση και είναι, κλινικά, νεκρό).

Που εδράζεται αυτή η επιδίωξη του οικονομικού επιτελείου του Ευκλείδη Τσακαλώτου, που τον ωθεί να άρει τους αναγκαίους, υπό τις παρούσες συνθήκες, με καθεστώς ευρώ, περιορισμούς, στην κίνηση των κεφαλαίων, στο εσωτερικό;

Η βάση εκκίνησης των ενοίκων του οικονομικού επιτελείου της Καραγεώργη Σερβίας είναι ασθενική, αλλά είναι υπαρκτή. Μπορεί να είναι  άπελπις, ως προς τους επιθυμητούς άμεσους στόχους των κυβερνώντων, αφού, ό, τι και να λένε οι συριζαίοι, το, εις βάρος της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ πολιτικό και κοινωνικό κλίμα δεν πρόκειται να ανατραπεί, αλλά αυτό, που ελπίζουν, στο Μέγαρο Μαξίμου, είναι ότι, τουλάχιστον, είναι δυνατόν να βοηθήσει, τα μάλα, στην συσπείρωση του μεγαλύτερου τμήματος των ψηφοφόρων, που είχαν ρίξει το ψηφοδέλτιο τους, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, αλλά και στην όποια δυνατή προσέλκυση άλλων ψηφοφόρων.

Έτσι, οι κυβερνώντες θεωρούν ότι είναι επαρκής βάση, για την άρση των περιορισμών, στις τραπεζικές αναλήψεις, στο εσωτερικό, το γεγονός ότι οι τραπεζικές καταθέσεις, τον περασμένο Ιούλιο, άγγιξαν το ύψος των 131,5 δισ. €, από τα 122 δισ. €, που είχαν κολλήσει, από την εποχή (Ιούνιος 2015), που τέθηκαν οι περιορισμοί, στην κίνηση των κεφαλαίων.

Αυτή η μη ουσιώδης και ανεπαίσθητη αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τον Δεκέμβριο του 2014, οι καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα  ανέρχονταν, στα 170 δισ. €, ενώ, τον Μάιο του 2010, δηλαδή την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, οπότε και θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν τα capital controls, οι καταθέσεις έφθαναν, στα 243 δισ. €), σε συνδυασμό  με την ελαφρύτατη βελτίωση του καταναλωτικου κλίματος, οδήγησαν τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, τον Γιώργο Χουλιαράκη και τους συνεργάτες τους, στην άρση των περιορισμών, στην κίνηση κεφαλαίων  στο εσωτερικό.
 
Κανονικά, βέβαια, η επιδείνωση όλων των άλλων μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, που παρατηρείται, από τον περασμένο Αύγουστο, με πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, στην βιομηχανία, στις κατασκευές, στο λιανεμπόριο και στον τομέα των υπηρεσιών, θα έπρεπε να τους κάνει επιφυλακτικούς, αλλά οι κυβερνώντες ευρισκόμενοι, ενώπιον των προεκλογικών αναγκών τους, προτίμησαν την φυγή προς τα εμπρός, ελπίζοντας, στην βελτίωση του οικονομικού κλίματος και μέσω αυτού, στην βελτίωση των δικών τους εκλογικών επιδόσεων.
 
Στην πραγματικότητα, η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει εισέλθει, σε μια νέα φάση οπισθοδρομικής εσωστρέφειας, ως αποτέλεσμα της ανισορροπίας, ανάμεσα, στην υπερβάλλουσα αύξηση των εισαγωγών, σε σχέση με τις εξαγωγές, οι οποίες αν και αυξήθηκαν και αυτές, αναιμικά, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την υπερμεγέθη αύξηση των εισαγωγών. 
 
Η αιτία αυτής της δυσμενούς εξέλιξης, κατά την γνώμη μου, εντοπίζεται, στο γεγονός ότι η μαζική απόσυρση των καταθέσεων, από τις τράπεζες και η αποφυγή της δημιουργίας νέων τραπεζικών καταθέσεων, όλα αυτά τα χρόνια, από το 2015, μέχρι σήμερα, έχουν εγκλωβίσει πολύ χρήμα  στο εσωτερικό της χώρας, μέρος του οποίου, από ένα χρονικό σημείο και μετά, κατευθύνεται, προς την κατανάλωση ειδών πολυτελείας και άλλων διαρκών καταναλωτικών αγαθών, τα οποία οι κατέχοντες το χρήμα αυτό αντιλαμβάνονται, ως μια μορφή ιδιότυπης "επένδυσης", με την διατήρηση της αξίας των χρημάτων, που δαπανώνται, για την αγορά αυτών των αγαθών. 

Κάπως έτσι, εξηγείται, π. χ. η μεγάλη αύξηση των αγοραπωλησιών αυτοκινήτων και πολλών άλλων αντίστοιχων εισαγόμενων αγαθών, παρά το γεγονός ότι η καταναλωτική δαπάνη, στην ελληνική οικονομία, εμφανίζεται ως μειωμένη. Βέβαια, με δεδομένη την υπερμεγέθη ελληνική παραοικονομία, η οποία μπορεί να φθάνει και στα επίπεδα ενός ολόκληρου ετήσιου ΑΕΠ της χώρας (ο Γιάννης Στουρνάρας και η Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζουν ότι φθάνει, στο 45% του ελληνικού ΑΕΠ), αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μια ολόκληρη ανεπίσημη οικονομία, στην οποία έχει διοχετευθεί ένα σημαντικό μέρος των κεφαλαίων, που δεν περνούν, μέσα από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, γεγονός το οποίο καθιστά εναργέστερη την κατάσταση, που επικρατεί.
 
 
Με την βοήθεια του παραπάνω σχήματος, μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους, για τους οποίους, όχι μόνο, η προσπάθεια της κυβέρνησης θα είναι, άμεσα, ατελέσφορη, αλλά και το γιατί είναι επικίνδυνη, ως κίνηση υψηλού ρίσκου.

Με δεδομένο το γεγονός ότι τα "κόκκινα" δάνεια των ελληνικών τραπεζών φθάνουν, στο ήμισυ του ενεργητικού τους, δηλαδή, περίπου, στα 75 δισ. €, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι, εξ ολοκλήρου, χρεοκοπημένο. Και αυτή η οικτρή κατάσταση επιδεινώνεται  διαρκώς, αφού ολοένα και περισσότερα, από τα εξυπηρετούμενα δάνεια, καθίστανται, όσο περνάει ο καιρός, "κόκκινα". Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία (που έχει περάσει σε ξένα χέρια) είναι ανίκανη να στηρίξει οποιαδήποτε, έστω και ασήμαντη, αναπτυξιακή προσπάθεια.

Αυτό, που συμβαίνει, είναι ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται κάτω από την σπάθη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, η οποία θα είναι η τέταρτη, στην σειρά και πιθανότατα, δεν θα γίνει, με κεφαλαία της ευρωζώνης, ενώ είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιηθεί, χωρίς την συμμετοχή ιδιωτών. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, όταν γίνει, θα είναι αιματηρή. Θα πραγματοποιηθεί, με κούρεμα των καταθέσεων και πιθανότατα, θα οδηγήσει, στην κρατικοποίησή τους (κάτι που έπρεπε να γίνει, εδώ και πολλά χρόνια και το οποίο αφορά, όχι, μόνο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και το σύνολο του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος). 

Με την κατάργηση των capital controls, στο εσωτερικό, η κυβέρνηση προσπαθεί να επιτύχει την κανονικοποίηση των ενδοελλαδικών χρηματικών ροών και την επιστροφή της εξωτραπεζικής χρηματικής ρευστότητας, αλλά και της αντίστοιχης χρηματικής αδράνειας, στο τραπεζικό σύστημα, προκειμένου να βελτιωθεί ο, χρόνια, άρρωστος δείκτης των ενεργητικών των τραπεζών, σε σχέση με τα "κόκκινα" δάνεια τους, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ανακεφαλαιοποίηση τους. 

Όμως, επειδή κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να επιτευχθεί, οι δεύτερες σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται να συσσωρευθεί το κατάλληλο έδαφος, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και να σχηματισθεί το απαραίτητο κεφάλαιο, για ένα κούρεμα των (όπως και όσο αυξημένων) τραπεζικών καταθέσεων, εάν ο ιδιωτικός τομέας δεν συμμετέχει στην ανακεφαλαιοποίηση και εφόσον οι ευρωζωνίτες δεν συνεισφέρουν νέα δανεικά. 

Φυσικά, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης πιστεύει ότι μια τέτοια δυσμενέστατη και καταστροφική εξέλιξη, εάν δεν καταστεί δυνατό να αποφευχθεί, θα πραγματοποιηθεί, μετά τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές (τις οποίες η άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων φέρνει, ακόμη, πιο κοντά) και δεν θα την χρεωθεί η ίδια, αλλά η επόμενη - η οποία, σύμφωνα με τις επικρατούσες πεποιθήσεις, στο Μέγαρο Μαξίμου και στην Κουμουνδούρου, θα είναι κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη

Ως εκ τούτου, η εσπευσμένη άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων και των αναλήψεων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς είναι άκαιρη, ριψοκίνδυνη (ακόμη και για την ίδια την παρούσα κυβέρνηση, εκτός εάν αποβλέπει, στην άμεση, ή στην γοργή προσφυγή στις κάλπες), πολλαπλώς, επικίνδυνη και με πολλές διαφορετικές και αντικρουομένες προθέσεις και επιδιώξεις. 

Ίδωμεν...