Μια ερευνητική ματιά, στις αιτίες της παρακμής της αναπτυγμένης Δύσης και στην ταχεία άνοδο των χωρών του αναπτυσσόμενου τρίτου κόσμου.

 
2013 - 2017 : Η ποσοστιαία εξέλιξη των πραγματικών μισθών, στην Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία, περιγράφει την ανισομερή αύξησή τους, ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, που βρίσκονται, στην Ευρώπη και ιδιαίτερα, στην ευρωζώνη και τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες, που έχουν μείνει έξω από νομισματικά και οικονομικά εγχειρήματα, που να προσιδιάζουν, στο "ευρωπαϊκό" τερατούργημα.

Ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την εξέλιξη των πραγματικών μισθών, μετά την χρηματοπιστωτική κρίση και την βαθιά οικονομική ύφεση του 2008, αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, για να ασχοληθούμε, με το τί έχει συμβεί, στον χώρο αυτόν, που αφορά την πραγματική ζωή του κόσμου της μισθωτής εργασίας, όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα, μετά το ξέσπασμα της συνεχιζόμενης και εντεινόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, στην ευρωζώνη, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας κρίσης αποτελεί η δημιουργία και η ταχύτατη εξάπλωση του κινήματος των "κίτρινων γιλέκων", στην Γαλλία, με τον προχωρημένο, ριζοσπαστικό και βίαιο ακτιβισμό του, που αυτές τις ημέρες εντείνεται και δεν προβλέπεται να σταματήσει, συμπαρασύροντας τον γνωστό "αυγουλά" Emmanuel Macron, που παριστάνει τον πρόεδρο της χώρας αυτής, ενώ δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από ένας στυγνός εκπρόσωπος της γαλλικής μπατιροτραπεζοκρατίας, από τις τάξεις της οποίας, άλλωστε, προέρχεται.

Για τους μισθωτούς εργαζόμενους, η αμοιβή τους, δηλαδή ο μισθός, τον οποίο εισπράττουν (συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών, που καταβάλλουν, μέσα από την παρακράτησή τους, που γίνεται, στην πηγή, δηλαδή στον μισθό), για την εργασία, που παρέχουν, στους, κάθε λογής, εργοδότες τους, είναι, κατά κανόνα, η κύρια και βασική πηγή του εισοδήματός τους και προσδιορίζει, σε σημαντικό βαθμό την  δυνατότητα και την ικανότητά τους να δαπανούν και να αποταμιεύουν και φυσικά αυτή η αμοιβή προσδιορίζει και τον βαθμό της ευημερίας κάθε κοινωνίας, αφού είναι η εισοδηματική βάση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού των σύγχρονων κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είτε στην κλασική εκδοχή του, όπως έχει διαμορφωθεί, στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, είτε, στην ανατολική εκδοχή του, με κυρίαρχο παράδειγμα την κομμουνιστική Κίνα (την χώρα της "σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς", όπως την αποκαλούν οι Κινέζοι κομμουνιστές).

Χωρίς να καταφεύγουμε, σε υπερβολικούς χαρακτηρισμούς (αφού είναι δεδομένη η, αστρονομικών διαστάσεων, μεγέθυνση της εισοδηματικής ανισότητας, όπως είναι δεδομένο και το γεγονός ότι η τεχνοδομική γραφειοκρατία των μεγάλων επιχειρήσεων εμφανίζει τα ολοένα και περισσότερο αυξανόμενα εισοδήματα των μελών της, ως προερχόμενα, εκ μισθωτής εργασίας, ενώ τα πλείστα, εξ αυτών, αποτελούν, ουσιαστικά, τμήμα των κερδών, το οποίο μεταβιβάζεται, στα εταιρικά στελέχη και θα πρέπει να συναθροίζονται, με τα εισοδήματα των μετόχων και όχι των μισθωτών εργαζομένων), η αλήθεια είναι ότι το μέσο ετήσιο εισόδημα, εκ της μισθωτής εργασίας  - και όχι τόσο το μέσο ετήσιο εισόδημα του γενικού πληθυσμού, το οποίο προσδιορίζει το, κατά κεφαλήν και το συναθροιστικό ΑΕΠ κάθε χώρας -, αποτελεί την πραγματική βάση, για τον προσδιορισμό μιας χώρας, ως αναπτυγμένης, ή αναπτυσσόμενης, ή υπανάπτυκτης.

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, είτε αυτές είναι μεγάλες, ή μικρές, είτε είναι γραφειοκρατικοποιημένες, ή όχι, όπως και από την πλευρά των αντίστοιχων οργανισμών, ο μισθός αποτελεί κόστος και προστίθεται, στο αποκαλούμενο μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων και των οργανισμών αυτών, που αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, που καταβάλλουν οι, πάσης φύσεως, εργοδότες. Έτσι ο μισθός, αποτελεί πολύ σημαντικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και των διάφορων οργανισμών, η οποία, βέβαια, επηρεάζεται και από άλλα στοιχεία του επιχειρηματικού κόστους, όπως το κόστος του κεφαλαίου (τα δάνεια των επιχειρήσεων, τα μερίσματα, που καταβάλλονται, στους μετόχους και εδώ, βέβαια, θα έπρεπε να προσμετρώνται και οι υπερβάλλουσες αποδοχές των στελεχών των επιχειρήσεων, που εμφανίζονται, ως μισθοί, στο μισθωτικό κόστος τους. Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα την λιγότερη, ή περισσότερη στρέβλωση των πραγματικών στοιχείων του μισθωτικού κόστους), την παραγωγικότητα της εργασίας, η τοποθέτηση των προϊόντων και της επωνυμίας των επιχειρήσεων στην αγορά κλπ.

Όλα αυτά, όμως, δεν είναι αυτά, που ενδιαφέρουν τους εργαζόμενους. Και αυτό συμβαίνει, επειδή τα παραπάνω αφορούν τον ακαθάριστο μισθό τους και το κόστος των εργοδοτών. Αυτό που τους ενδιαφέρει, είναι το τί μπαίνει, στην τσέπη τους, που καταλήγει, στο οικογενειακό πορτοφόλι. Αυτό, που τους ενδιαφέρει, είναι ο καθαρός μισθός τους και οι καθαρές τους αποδοχές. Δηλαδή, με λίγα λόγια, αυτό που ενδιαφέρει, εδώ, είναι ο πραγματικός μισθός των εργαζομένων. Και εν τέλει, αυτό που ενδιαφέρει εμάς, είναι ο μέσος πραγματικός μισθός.

Ως εκ τούτου, ο μέσος πραγματικός μισθός ισούται, με το μέρος εκείνο του ακαθάριστου μισθού, που μένει, μετά τις όποιες κρατήσεις (ασφαλιστικές εισφορές, φόροι κλπ), που γίνονται, στον ονομαστικό μισθό, αφού ο ονομαστικός μισθός συσχετισθεί, με το επίπεδο των τιμών και αφού αφαιρεθεί, ο πληθωρισμός, που υπάρχει ή αφού προστεθεί ο όποιος αποπληθωρισμός (το τελευταίο με την πρέπουσα επιφύλαξη, του γεγονότος ότι, σε συνθήκες αποπληθωρισμού, η γενίκευση της φτώχειας και η συντήρηση και η αύξηση της ανεργίας αλλοιώνουν τα πραγματικά στοιχεία, αφού ο μέσος πραγματικός μισθός υπολογίζεται, επί τη βάσει των εργαζόμενων και όχι του, πραγματικού εργατικού δυναμικού, που συμπεριλαμβάνει και τον αριθμό των ανέργων).

Έτσι, ο πραγματικός μισθός (πμ) είναι ο λόγος του ονομαστικού μισθού (ομ) προς το επίπεδο των τιμών (ετ) [ομ / ετ].

Με αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος της ζημιάς, που έχει γίνει, στα επίπεδα του πραγματικού μισθού, στην χώρα μας, αλλά και γενικότερα, στις χώρες, που αναφέρονται, στον παραπάνω πίνακα.

Για να έχουμε μια εικόνα του τεράστιου μεγέθους της μείωσης των πραγματικών μισθών του ιδιωτικού τομέα, στην Ελλάδα, από την σαρωτική εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης, που έφεραν η ελληνική χρεωκοπία του 2010 και τα Μνημόνια, αρκεί να θυμηθούμε ότι, πριν την κρίση, οι μισθοί της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας υπολείπονταν, κατά μέσον όρο, 30% των μισθών των άλλων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Από το 2012, αυτά τα όρια της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας υπέστησαν μείωση, κατά 22% και επειδή έπαυσαν να ισχύουν οι περισσότερες άλλες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και όσες ισχύουν δεν είναι, πλέον υποχρεωτικές και ισχύουν, μόνο, για τα μέλη, ο μεικτός ονομαστικός μισθός των εργαζομένων μειώθηκε, περισσότερο, από 50%.

Αν, εδώ, προσθέσουμε την μείωση των αφορολογήτων ορίων και την αύξηση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, τότε βλέπουμε ότι ο καθαρός μισθός έχει μειωθεί, κατά 60%.

Οι μειώσεις, όμως, δεν σταματούν, σε αυτό το σημείο, αφού στην Ελλάδα, με τον υψηλό βαθμό ιδιοκτησίας ακινήτων περιουσιών ο καθαρός μισθός μειώνεται, από τον ΕΝΦΙΑ, περίπου, κατά 5%, επί πλέον.

Και φυσικά, μέσα σε όλες αυτές τις κρατήσεις, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τις μειώσεις που υφίστανται ο λεγόμενος καθαρός μισθός και τα καθαρά εισοδήματα, από τον πληθωρισμό. Αν δούμε τον πληθωρισμό έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από το 2009, μέχρι το 2017, θα μπορέσουμε να δούμε την ζημιά, που υπέστη, από το 2010 και μετά ο πραγματικός μισθός, στην Ελλάδα. Έτσι έχουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία, που τηρεί η ΕΛΣΤΑΤ (με την πρέπουσα επιφύλαξη, για την εγκυρότητά τους) :


Έτος        Πληθωρισμός
2009         1,21%
2010         4,71%
2011         3,48%
2012         1,62%
2013        -1,01%
2014        -1,43%
2015        -1,86%
2016        -0,87%
2017          1,17%

Με αυτά τα δεδομένα, και με έτος βάσης το 2009, αν κάνουμε τον σχετικό υπολογισμό, για να δούμε την αρνητική (ή την θετική) επίδραση του πληθωρισμού, στον πραγματικό μισθό (και το πραγματικό εισόδημα) των μισθωτών εργαζομένων, ιδιαίτερα, στον ιδιωτικό τομέα, έχουμε :


1,0471 Χ 1,0348 Χ 1,0162 Χ 0,9899 Χ 0,9857 Χ 0,9814 Χ 0,9913 Χ 1,0117 = 1,0574571081127568096225103000923. 

Δηλαδή ο πληθωρισμός, στο χρονικό διάστημα 2010 - 2017, έχει μειώσει, προσθαφαιρώντας τα πληθωριστικά και τα αποπληθωριστικά έτη, τον πραγματικό μισθό, κατά 5,74%, μειώνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, κατά την τελευταία οκταετία της οικονομικής κρίσης, που έφεραν η κρατική χρεωκοπία και τα Μνημόνια.

Αλλά και αυτή η απεικόνιση είναι μια αυταπάτη, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι ο πραγματικός μισθός αφορά αυτούς που τον λαμβάνουν. Δεν αφορά αυτούς, που δεν τον λαμβάνουν. Και φυσικά, πρώτ' απ' όλα, δεν αφορά τους άνεργους, ο αριθμός των οποίων έχει εκτοξευθεί, στα ύψη, όλα αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. φθάνοντας τώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο 20% του εργατικού δυναμικού. 

Φυσικά, αυτό το μέγεθος είναι πλασματικό, αφού δεν συμπεριλαμβάνει τον πληθυσμό, που μετανάστευσε, στο εξωτερικό, ενώ συμπεριλαμβάνει και όλους όσους υποαπασχολούνται, ή ημιαπασχολούνται, υπό το καθεστώς των νέων ελαστικών σχέσεων εργασίας, που έχουν επικρατήσει και είναι η κύρια αιτία της μείωσης των μισθών, στην χώρα μας. (Και όχι, μόνο, σε αυτήν).

Τελικά, αυτό που έχει συμβεί, είναι ότι, συνολικά, ο πραγματικός μισθός, στην Ελλάδα, κατά την χρονική περίοδο 2008 - 2017, μειώθηκε, με 3,1%, ετησίως, ενώ το 2017 μειώθηκε, κατά 3,5%. Αυτή είναι και η ουσιώδης αιτία, για την μακροχρόνια διαδικασία της υπανάπτυξης, στην οποία εισήλθε η χώρα μας, ήδη, πριν από το 2010 και εφεξής. Και αυτός είναι ο λόγος της μακροχρόνιας πτώσης της κατανάλωσης και της συρρίκνωσης των επενδύσεων.

Όλα τα άλλα είναι άνευ ουσίας.

Αλλά και στις χώρες του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού η διαδικασία του μαρασμού των επιπέδων του πραγματικού μισθού καλά κρατεί. Η αύξησή του, στις χώρες αυτές, το 2017, μόλις, που έφθασε, στο 0,4%, ενώ το 2016, κυμαίνονταν, στο, ήδη, άσχημο, 0,9%, ενώ, σε πλανητικό επίπεδο, οι μισθοί, το 2017, αυξήθηκαν, στο 1,8%, από το 2,4%, που είχαν φθάσει το 2016.

Ειδικά, στην αποκαλούμενη, ως Ευρώπη, οι μισθοί, το 2017, διατηρήθηκαν, στο ψυγείο, λόγω της επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης των πραγματικών μισθών, στην Γερμανία, όπου έμειναν, στο 0,9% ενώ, το 2016, είχαν αυξηθεί κατά 1,3% και κατά 1,6%, το 2015.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι καθόλου περίεργη η μακροχρόνια αργοπορία της έλευσης της ανάπτυξης, στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο της παρηκμασμένης Δύσης και των δορυφόρων της.

Η πτώση των πραγματικών μισθών, στις αναπτυγμένες χώρες, κατά τα χρόνια, που ακολούθησαν την χρηματοπιστωτική κρίση και την βαθιά οικονομική ύφεση του 2008, βρίσκεται πίσω από την καθυστέρηση της ανάπτυξης, στις χώρες αυτές, αφού, κατά την τελευταία 20ετία, ο μέσος πραγματικός μισθός, στην περίπτωσή τους, έχει αυξηθεί, μόλις, κατά 9%.

Από την άλλη πλευρά, στον αναπτυσσόμενο κόσμο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί, κατά την τελευταία 20ετία, ο μέσος πραγματικός μισθός έχει τριπλασιασθεί, με χαρακτηριστικό δείγμα το γεγονός ότι, το 2016, η αύξησή του, στις χώρες αυτές, έφθασε, στο 4,9% και το 2017, στο 4,3%.

Ως εκ τούτου, μπορούμε, βάσιμα, να πούμε ότι, ακόμη και αυτή η αναιμική ανάπτυξη των χωρών του παλαιού κόσμου της αναπτυγμένης Δύσης, οφείλεται και έχει ωθηθεί, από την μεγάλη αναπτυξιακή διαδικασία, που εξελίσσεται, στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αλλά και αυτό το φαινόμενο έχει τα όριά του. 

Η Δύση παρακμάζει. Και θα συνεχίσει να παρακμάζει, αφού εφηύρε και υλοποίησε, από την δεκαετία του 1990, την σύγχρονη παγκοσμιοποιητική διαδικασία, η οποία ωφέλησε τις πολυεθνικές εταιρείες, την χρηματοπιστωτική μπατιροτραπεζοκρατία και εν μέρει και κατά περίπτωση, τις παλαιές χώρες του τρίτου κόσμου, με επί κεφαλής την Κίνα, η οποία κινήθηκε και εισήλθε, με έναν οργανωμένο, ιεραρχημένο και συστηματικοποιημένο σχεδιασμό, που την οδηγεί, στον παραγκωνισμό των Δυτικών, οι οποίοι, κυριολεκτικά, παραπαίουν.

Σε αυτήν την ξέφρενη παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι που ήλθε να βάλει χειρόφρενο, η αμερικανική ελίτ, με την μεθοδευμένη προώθηση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, τότε, που ξέσπασε ο ρωσογεωργιανός πόλεμος, ο οποίος σηματοδότησε την επανάκαμψη της Ρωσίας, στην παγκόσμια σκηνή και ενώ, ήδη, η Κίνα, με το πέρας των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου έδειξε ότι, πλέον, δεν αρκείται, στο να αποτελεί μια περιφερειακή δύναμη, που έχει τον ρόλο του κομπάρσου.

Και φυσικά, με δεδομένες τις εξελίξεις, που ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια, από εκείνη την κρίσιμη εποχή, μπορώ, με ασφάλεια, να ισχυρισθώ ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας.