Έχουμε μιλήσει άπειρες φορές, για τις αιτίες της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, που έχει ξεσπάσει, από τον Σεπτέμβριο του 2008 και ταλανίζει τον σύγχρονο κόσμο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Τεράστιες ποσότητες ηλεκτρονικού και φυσικού μελανιού έχουν σπαταληθεί και θα εξακολουθήσουν να σπαταλώνται, γύρω από ατέρμονες συζητήσεις, που προσπαθούν - ή υποτίθεται ότι προσπαθούν - να διελευκάνουν τις αιτίες αυτού του φαινομένου, αλλά η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, αυτό, που κάνουν, είναι το να συσκοτίσουν τα πράγματα και να αποπροσανατολίσουν το ευρύ κοινό, που ασχολείται, με το ζήτημα αυτό, όπως και ολόκληρες τις κοινωνίες των σύγχρονων καιρών.
 
Αυτά δεν συμβαίνουν τυχαία. Κάθε άλλο, μάλιστα. Οι συζητήσεις αυτές και οι σχετικές αναζητήσεις των ειδικών (και των μη ειδικών) δεν διεξάγονται, στο κενό, ούτε αποτελούν καθαρές επιστημονικές έρευνες, ή εργασίες. Συνήθως, εκφράζουν και εξυπηρετούν οργανωμένα συμφέροντα, τα οποία εξυπηρετούνται, από τις διάφορες θεωρίες, που παρουσιάζονται και ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να είμαστε όλοι επιφυλακτικοί, απέναντι στα διάφορα ακούσματα και στα σχετικά διαβάσματα, που αφορούν τις αιτίες της παρατεταμένης σύγχρονης παγκόσμιας ύφεσης και ως εκ τούτου, στα προτεινόμενα μέτρα, για την αντιμετώπιση και την υπέρβασή της.
 
Το παραπάνω σχήμα, του Robert Reich, το οποίο μας περιγράφει την πορεία της παραγωγικότητας, της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών, στην αμερικανική οικονομία, από το 1947, έως το 2009, είναι, απολύτως, χαρακτηριστικό των αιτιών, που οδήγησαν, στην παρούσα και εξελισσόμενη οικονομική ύφεση, η οποία είναι επίμονη και δεν συγκαλύπτεται, από την χρηματοπιστωτική παράνοια, που συνίσταται, στην, με διάφορους τρόπους και με ποικίλα μέσα, διόγκωση της προσφοράς του χρήματος και του ονομαστικού ΑΕΠ, προκειμένου οι οικονομικοί δείκτες να εμφανίζουν, μια, εν πολλοίς, εικονική μεγέθυνση, ενώ η πραγματική οικονομία, στην ουσία, παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, στάσιμη.
 
Το σχήμα αυτό χωρίζεται, χαρακτηριστικά και πολύ παραστατικά, σε δύο μέρη, στα οποία η απόκλιση της μακροπρόθεσμης εξέλιξης της πορείας των τριών μακροοικονομικών μεγεθών της παραγωγικότητας, της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών είναι, απολύτως, εμφανής και εξηγεί, πλήρως, τις αιτίες της παρατεταμένης ύφεσης της διεθνούς οικονομίας, αφού οι εξελίξεις, στην αμερικανική οικονομία, αποτελούν ένα παραστατικό μοντέλο των αντίστοιχων εξελίξεων, στις λοιπές οικονομίες του αναπτυγμένες του σύγχρονου καπιταλισμού.
 
[Εξαίρεση όλων των παραπάνω, αποτελεί η Κίνα, όπου το μοντέλο της, εκεί, πορείας της οικονομίας υπάκουσε, σε άλλους κανόνες, οι οποίοι προσδιορίζονται, από τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό του συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού, τον οποίο επέβαλε η ηγεσία του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από την εποχή του Ντενγκ Ξιάοπινγκ, με αποτέλεσμα η κινεζική οικονομία να αποφύγει την ύφεση και να συνεχίζει, ακόμη και τώρα, να εμφανίζει μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, τους οποίους οι χώρες της Δύσης δεν μπορούν να τους παρακολουθήσουν. (Τουλάχιστον, προς το παρόν και για πολύν καιρό ακόμη)].
 
Το πρώτο τμήμα του σχήματος του Robert Reich, που αφορά την περίοδο 1947 - 1979, μας δείχνει την παράλληλη πορεία της παραγωγικότητας, της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών (ανά ώρα), μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και την σταδιακή, αλλά, πάντως, σχετικά, μικρή και ελεγχόμενη απόκλιση αυτών των μακροοικονομικών μεγεθών, μέχρι το 1979.
 
Έτσι, η μεγέθυνση της παραγωγικότητας, της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών, σε όλη την υποπερίοδο 1947 - 1961, υπήρξε, περίπου, ισομερής, ενώ, από εκεί και πέρα, μέχρι το 1979, άρχισαν οι διαφοροποιήσεις και οι αποκλίσεις αυτών των μεγεθών, με την, σαφέστατα, μεγαλύτερη ποσοστιαία μεγέθυνση της παραγωγικότητας (κατά 119%, από το 1947), από την αντίστοιχη ποσοστιαία μεγέθυνση της ωριαίας αποζημίωσης, όπως και από αυτήν των μισθών (ανά ώρα), με την ωριαία αποζημίωση να υπερισχύει, ως προς την μεγέθυνσή της (κατά 100%, από το 1947), από την μεγέθυνση των μισθών (κατά 72%, από το 1947).
 
Κάπως έτσι, ο αμερικανικός γραφειοκρατικός καπιταλισμός, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, είχε αρχίσει να ωριμάζει, για την είσοδό του, σε μια νέα οικονομική κρίση, η οποία αποτράπηκε, χάρη, στο γεγονός ότι ο πρόεδρος Ronald Reagan, μαζί με την εισαγωγή των "reaganomics", που στηρίζονταν, στην έμφαση, στους κανόνες της "ελεύθερης αγοράς", εφάρμοσε και μια παράλληλη οικονομική πολιτική αύξησης των κρατικών δαπανών και διόγκωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, προκειμένου να κλιμακώσει τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, με την "Σοβιετική Ένωση". 
 
Ο Ronald Reagan παρέκαμψε το εμφανιζόμενο πρόβλημα, στηρίζομενος, στο απλούστατο και ακαταμάχητο γεγονός της διεθνούς πρωτοκαθεδρίας του αμερικανικού δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, που επέτρεπε (και εξακλολουθεί να επιτρέπει), στην Ουάσινγκτων, να μπορεί, χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς, να αυξάνει την προσφορά της ποσότητας του χρήματος και να εκδίδει, να τυπώνει και να κυκλοφορεί το νόμισμά της, σύμφωνα με τις βουλήσεις της. 
 
Παρ' όλα αυτά, η διόγκωση του χρηματιστηριακού τζόγου, που ήλθε ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας της, ολοένα και περισσότερο, μεγεθυνσης της παραγωγής της ποσότητας του χρήματος, το οποίο ανακυκλωνόταν, στις μεγάλες επιχειρήσεις και στο τραπεζικό σύστημα, οδήγησε, τον Οκτώβριο του 1987, στο ξέσπασμα της πρώτης σημαντικής κρίσης, στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η οποία κρίση έβαλε την αμερικανική οικονομία, σε μια διαδικασία ύφεσης, την οποία ο George H. Bush, ο διάδοχος του Ronald Reagan, στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν στάθηκε ικανός να αντιμετωπίσει.
 
Αυτό που δεν κατάφερε ο George H. Bush, το κατάφερε ο Bill Clinton, ο οποίος αυτό, που έκανε, ήταν να ολοκληρώσει την συγκρότηση και την εφαρμογή των κανόνων της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία ήλθε ως αποτέλεσμα και ως απάντηση, στην πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και της "Σοβιετικής Ένωσης", στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Και φυσικά, αυτό σήμανε την, ακόμη, μεγαλύτερη μεγέθυνση της προσφοράς του χρήματος, με την κυκλοφορία μυθωδών ποσών, που ενέτειναν την χρηματιστικοποίηση, όχι, μόνον, της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. 
 
Κάπως έτσι, το μπαλάκι του ξεσπάσματος μιας νέας οικονομικής κρίσης, κλωτσήθηκε, για να πάει, σε μιαν άλλη χρονική στιγμή, την οποία όλοι την έβλεπαν, ως μακρινή. Πολύ μακρινή. Πράγματι, η έλευση της κρίσης, εκείνον τον καιρό, αποτράπηκε. Όμως, σχεδόν, δύο δεκαετίες μετά, η επίμονη οικονομική ύφεση ήλθε και έκτοτε, έχει στρογγυλοκάτσει, στις χώρες του παλαιού Δυτικού Κόσμου, με τις επιπτώσεις της, στον υπόλοιπο.
 
Και εδώ, είναι που ερχόμαστε, στο δεύτερο τμήμα του αρχικού σχήματος του Robert Reich, που παρουσιάζω, στο τωρινό δημοσίευμα. Το τμήμα αυτό παρουσιάζει, με την σειρά του, την ανεξέλεγκτη μακροπρόθεσμη απόκλιση των μεγεθών της παραγωγικότητας, της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών (ανά ώρα), κατά την χρονική περίοδο, που ξεκίνησε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και φθάνει, έως το 2009 (σήμερα τα πράγματα είναι, ακόμη, χειρότερα).
 
Αυτό που βλέπουμε, είναι αποτέλεσμα της τεράστιας χρηματιστικοποίησης της αμερικανικής και της παγκόσμιας οικονομίας, που διόγκωσε τις φούσκες, στο αμερικανικό και στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο μετέτρεψε, σε μπατιροτραπεζικό.
 
Έτσι, ενώ η παραγωγικότητα, ανάμεσα στο 1979, μέχρι το 2009, αυξήθηκε, ποσοστιαία, κατά 80%, η αντίστοιχη ποσοστιαία αύξηση της ωριαίας αποζημίωσης έφθασε, κατά την ίδια χρονική περίοδο, στο 8%, ενώ η ποσοστιαία αύξηση των μισθών (ανά ώρα), επίσης, κατά την χρονική περίοδο 1979 - 2009, έφθασε, στο 7%.
 
Γιατί, όμως, φθάσαμε, σε μια τέτοια εξέλιξη, η οποία ενέτεινε την γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, την οποία, μάλιστα, ωθεί, σε, ακόμη, μεγαλύτερα επίπεδα;
 
Το γιατί το έχουμε γράψει άπειρες φορές. Δεν βλάπτει να αναφερθούμε και πάλι, στις αιτίες αυτής της εξέλιξης, τις οποίες, άλλωστε, έρχεται να επιβεβαιώσει το παραπάνω σχήμα του Robert Reich.
 
Από την εποχή του John Maynard Keynes, έχει καταστεί γνωστή η βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων. Η αιτία αυτή είναι πολύ απλή και εύκολα, εξηγήσιμη.
 
Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, με την πάροδο του χρόνου, ο συνολικός πλούτος, που παράγεται, μέσα στις κοινωνίες, όπως και ο πλούτος των νοικοκυριών, αυξάνει και σωρεύεται. Η αύξηση αυτού του πλούτου οδηγεί, με την σειρά του, τα νοικοκυριά να αυξάνουν την κατανάλωσή τους. Όμως, στην πορεία του χρόνου και όσο ο πλούτος αυξάνεται, η αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών υπολείπεται, από την αύξηση των εισοδημάτων τους.
 
Έτσι, η οριακή ροπή προς κατανάλωση των κοινωνιών, όσο περνάει ο καιρός και ενώ αυτές πλουτίζουν, οδηγείται, σε μια φθίνουσα πορεία, επειδή τα μέλη των κοινωνιών αυτών, που πλουτίζουν και τα οποία αυξάνουν τα εισοδήματά τους, αυξάνουν, με την σειρά τους, τα επίπεδα της κατανάλωσής τους. Όμως, αυτή η αύξηση των επιπέδων της κατανάλωσης των νοικοκυριών, προϊόντος του χρόνου, δεν έχει το ίδιο μέγεθος, με την αύξηση των εισοδημάτων τους. 
 
Τα νοικοκυριά, δηλαδή, αυξάνουν τα επίπεδα της κατανάλωσής τους, σε μικρότερο βαθμό, από τα εισοδήματά τους, αφού, για κάθε χρηματική μονάδα, που αυξάνονται τα εισοδήματα αυτά, η αντίστοιχη αύξηση της κατανάλωσής τους, δεν ισούται, με την μονάδα, όπως θα έπρεπε, προκειμένου να υπάρξει η απαραίτητη οικονομική (παραγωγική - επενδυτική - εισοδηματική) ισορροπία, αλλά είναι μικρότερη της μονάδας.
 
Αυτό σημαίνει ότι, από την εξέλιξη της όλης διαδικασίας, στο επίπεδο της κυκλοφορίας των αγαθών και των εμπορευμάτων και ακόμη, περισσότερο, στο επίπεδο της νομισματικής κυκλοφορίας (αφού οι καπιταλιστικές οικονομίες είναι οι, κατ' εξοχήν, νομισματοποιημένες οικονομίες), προκύπτει ένα πραγματικό καταναλωτικό κενό, το οποίο, αρχικά, είναι υποφώσκον και ελεγχόμενο, πλην όμως, όσο σωρεύεται ο χρόνος και ο πλούτος των κοινωνιών, των κοινωνικών ομάδων και των ανθρώπων, αυτό το κενό μεγεθύνεται, για να οδηγηθεί, από ένα χρονικό σημείο και μετά, να καταστεί ανεξέλεγκτο.
 
Από εκεί και πέρα, περνώντας, στην σφαίρα της διανομής των αγαθών και των υπηρεσιών, το γεγονός της ανισοκατανομής των εισοδημάτων έρχεται, με την σειρά του, να επιδεινώσει, κατά πολύ, αυτήν την αρνητική εξέλιξη, που παρατηρείται, στην σφαίρα της κυκλοφορίας.
 
Αυτό συμβαίνει, ακριβώς, επειδή εκείνοι, που πλουτίζουν, περισσότερο, καταναλώνουν λιγότερο, ενώ εκείνοι, οι οποίοι πλουτίζουν λιγότερο, έχουν την τάση να καταναλώνουν περισσότερο.
 
Το χρήμα, όμως, το έχουν αυτοί, που πλουτίζουν περισσότερο και καταναλώνουν λιγότερο και όχι εκείνοι, οι οποίοι πλουτίζουν λιγότερο και έχουν την τάση να καταναλώνουν περισσότερο, γεγονός το οποίο οδηγεί, σε πτώση και την μέση ροπή προς κατανάλωση, μέσα στις κοινωνίες, που ακολουθούν τους κανόνες της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και διανομής.
 
Η εξασθένιση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, κατευθύνει, με την σειρά της, το, επί πλέον της κατανάλωσης, εισόδημα, προς την αποταμίευση, στην οποία καταφεύγουν, συνήθως, σε μεγάλη έκταση και σε υψηλότερα επίπεδα, οι πλουσιότερες εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, οι οποίες αποταμιεύουν, φυσικά, πολύ περισσότερο, από τις λιγότερο πλούσιες και τις πτωχές εισοδηματικές κατηγορίες, καθιστώντας την αποταμίευση ένα είδος πολυτελείας, το οποίο είναι καταστροφικό, για την οικονομική ισορροπία, στον βαθμό, που αυτή η πλεονάζουσα αποταμίευση δεν επενδύεται.
 
Κάπως έτσι, παρουσιάζεται η έλλειψη της αγοραστικής δύναμης, μέσα σε μια καπιταλιστική οικονομία. Ένα μέρος των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών δεν βρίσκει αγοραστές. Και αυτό σημαίνει ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει οδηγηθεί σε μια ύφεση, η οποία, εάν δεν προσεχθεί, καταλήγει να μετεξελιχθεί, σε κρίση. Αυτό συνέβη, ουκ ολίγες φορές, στο παρελθόν. Αυτό συμβαίνει και σήμερα, με συμβολικό σημείο έναρξης, τον Σεπτέμβριο του 2008. Και τις αιτίες αυτής της πραγματικότητας είναι που απεικονίζει, σε μακροχρόνια βάση και σωρευτικά, το παραπάνω σχήμα του Robert Reich.
 
Η υπέρμετρη αύξηση της παραγωγικότητας, στην αμερικανική οικονομία, αλλά και σε όλες τις οικονομίες του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, συνοδεύτηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και αυξανόμενα, από το 1990 και μετά, από την ελάχιστη αύξηση της ωριαίας αποζημίωσης και των μισθών των εργαζόμενων πληθυσμών, με αποτέλεσμα την, επίσης, υπέρμετρη σώρευση του πλούτου, σε ένα μικρό ποσοστό κοινωνικών ομάδων, οι οποίες, όμως, δεν μπορούσαν να καταναλώσουν τα τεράστια εισοδήματα, που απέκτησαν, με αποτέλεσμα να στρέφουν αυτά τα εισοδήματα, στην πλεονάζουσα των επενδύσεων αποταμίευση.
 
Αυτό, στην πράξη, σημαίνει ότι διέστρεψαν την όλη διαδικασία, στο επίπεδο της σφαίρας της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και την οδήγησαν, στην τεράστια χρηματιστικοποίηση των οικονομιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με αποτέλεσμα την έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, η οποία μετεξελίχθηκε, στην σοβούσα χρόνια οικονομική ύφεση, η οποία, άλλωστε, έχει και μια πολύ σημαντική γεωπολιτική παράμετρο, αφού χρησιμοποιείται, από τις ελίτ του βαθέος αμερικανικού κράτους και ως ένα όπλο, το οποίο μπλοκάρει την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία έχει στραφεί, εις βάρος των συμφερόντων των χωρών του Δυτικού Συνασπισμού και λειτούργησε, στην πράξη, υπέρ των συμφερόντων των ανερχόμενων εθνικών κρατών, με επί κεφαλής, την Κίνα.
 
Το πώς και με ποιόν τρόπο θα απεμπλακούν οι οικονομίες και οι κοινωνίες του σύγχρονου κόσμου, από αυτή την τεράστια διαστροφή, που, για πολλοστή φορά, γέννησε το καπιταλιστικό σύστημα και οι εγγενείς ανεπάρκειές του, δεν είναι γνωστό. Ούτε και μπορεί να προβλεφθεί.
Όμως, είναι, πάντοτε επωφελές, για όλους, να γνωρίζουμε τις αιτίες αυτών των δυσάρεστων εξελίξεων.
 
Και μάλιστα, πολύ επωφελές...