(Η χώρα οδηγείται, εξ αιτίας της κυβερνητικής πολιτικής, προς μια νέα κρίση ρευστότητας).


 
 
 
 
 
 
 
Όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από την 1η Σεπτεμβρίου 2019, αίρονται και οι τελευταίοι περιορισμοί, στην κίνηση των κεφαλαίων, οι οποίοι, από την 1η Οκτωβρίου 2018, αφορούσαν, μόνο, ένα όριο εξαγωγής χρηματικών ποσών, προς το εξωτερικό. Έτσι, σε λίγες ημέρες, με την έγκριση του Γιάννη Στουρνάρα και της Ε.Κ.Τ., η κίνηση των κεφαλαίων, στην χώρα μας, επανέρχεται, στην διαδικασία και τους κανόνες, που ίσχυαν, πριν από την 28/6/2015, ημέρα, κατά την οποία τέθηκαν, με καθυστέρηση έξι ετών, αυτοί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, από τον, τότε, υπουργό Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη και την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ύστερα από την ασφυκτική πίεση του Mario Draghi και της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης, μια πίεση, η οποία ήλθε ως απάντηση, στην προκήρυξη, από τον, τότε, πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, το βράδυ της 26/6/2015, του δημοψηφίσματος της 5/7/2015 και ενώ, κατά το διήμερο, που ακολούθησε, μέχρι την επιβολή των capital controls, οι καταθέτες των ελληνικών τραπεζών απέσυραν, περί το 1 δισ. €.
 
Έκτοτε, οι περιορισμοί και οι έλεγχοι, στην κίνηση των κεφαλαίων μειώθηκαν, σταδιακά, για να φθάσουμε, στην 1/10/2018, οπότε και καταργήθηκε κάθε έλεγχος και περιορισμός, στην κίνηση των κεφαλαίων, στο εσωτερικό, αλλά όχι, όμως, στο εξωτερικό. (Για την πράξη αυτή του, τότε, υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, έχουμε μιλήσει και όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το σχετικό δημοσίευμα, εκείνης της εποχής, με τίτλο : Η εσπευσμένη άρση των τραπεζικών capital controls, ως μια υψηλού ρίσκου επικίνδυνη προεκλογική κίνηση ανακοπής της καταθλιπτικής οικονομικής πραγματικότητας, η τεράστια διόγκωση των "κόκκινων δανείων" της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και ο φαύλος κύκλος της, εκ νέου, επερχόμενης τραπεζικής και κρατικής χρεωκοπίας και φυσικά, όσα αναφέρουμε, σε αυτό το κείμενο, εξακολουθούν να ισχύουν. Και μάλιστα, τώρα, πολύ περισσότερο, από τότε).
 
Αυτούς τους περιορισμούς και τους ελέγχους, στην κίνηση κεφαλαίων, στο εξωτερικό, δηλαδή, στην εξαγωγή των κεφαλαίων, είναι που καταργεί ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας και η συντηρητική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που, προφσνώς, εξυπηρετούν την εντόπια και την διεθνή ελίτ, η οποία επιθυμεί να επιδίδεται, ανεμπόδιστα, στην μεταφορά, στο εξωτερικό, των κεφαλαίων, που κατέχει.
 
Η άρση των ελέγχων και των περιορισμών, στην κίνηση των κεφαλαίων, πρός το εξωτερικό, ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι, άκρως, ζημιογόνα, για την ελληνική οικονομία, όσο αυτή έχει, ως νόμισμα αναφοράς και λειτουργίας της, το ευρώ, το οποίο, στην ουσία, αποτελεί ένα ξένο νόμισμα, για την χώρα και το οποίο, φυσικά, όπως έχουμε τονίσει άπειρες φορές, ευθύνεται, για την χρεωκοπία της χώρας και την καταστροφή, που ακολούθησε.
 
Και φυσικά, το απλούστατο γεγονός της μεταφοράς, όλα αυτά τα χρόνια, στο εξωτερικό, 800 δισ. €, όπως λέει η Τράπεζα της Ελλάδος (κατά την γνώμη μου το ποσόν αυτό πρέπει να ξεπερνά το 1 τρισ. €, από το 2002, που η Ελλάδα αντικατέστησε την δραχμή, με το ευρώ), αποδεικνύει την αλήθεια αυτής της διαπίστωσης.
 
Η ελληνική οικονομία, με αποκλειστική ευθύνη της εντόπιας ελίτ, αιμορραγεί και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ακολουθώντας τα βήματα των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, των σαμαροβενιζέλων, του Λουκά Παπαδήμου και του ΓΑΠ (όπως και των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή και του Κώστα Σημίτη, του βασικού υπεύθυνου, για την παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή), επαναφέρει, σε πλήρη ισχύ, με έναν ψυχρό τρόπο, που ξεπερνάει τα όρια της εγκληματικής αδιαφορίας, τις προϋποθέσεις της καταστροφής της. Και φυσικά, αυτό δεν το πράττει, ευρισκόμενη σε μια κατάσταση αφέλειας, ή ευήθειας. Το πράττει, εν πλήρη συνειδήσει, προφανώς, επειδή θέλει να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα όσων θέλουν να έχουν την ευχέρια να στέλνουν, "τα χρήματά τους", στο εξωτερικό.
 
Το χρονίζον πρόβλημα της φυγής των κεφαλαίων, που έλαβε εκπληκτικές και πρωτοφανείς διαστάσεις, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, άρχισε να αποκαλύπτεται, σε όλο του το μέγεθος, όταν η ελληνική οικονομία, τον Οκτώβριο του 2009, εισήλθε, στον αστερισμό της χρεωκοπίας. Εκείνη την εποχή, οι τραπεζικές καταθέσεις, στην Ελλάδα, έφθαναν, στα 240 δισ. €, ποσόν το οποίο, κουτσά-στραβά, παρέμεινε, μέχρι τον Απρίλιο του 2010, οπότε ο ΓΑΠ και η κυβέρνησή του επέλεξαν το 1ο Μνημόνιο, ως "λύση".
 
Από εκεί και πέρα, η κατρακύλα των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, στις ελληνικές τράπεζες, τις οποίες χρεωκόπησε η εμβάθυνση της βαριάς οικονομικής κρίσης, που έφερε η εφαρμογή του Μνημονίου - με την μεγάλη συνευθύνη της μπατιροτραπεζικής τεχνοδομής -, έλαβε τεράστιες διαστάσεις, αφού, τον Φεβρουάριο του 2012, με την σύναψη του 2ου Μνημονίου, από την κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου, με την συνευθύνη του ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ και της Νέας Δημοκρατίας του Αντώνη Σαμαρά, οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα κατρακύλισαν, στα επίπεδα των 150 δισ. €, για να ανακάμψουν, σταδιακά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014, στα 170 δισ. € και να κατρακυλίσουν, στην συνέχεια, με την έλευση της πρώτης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, κατά την διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, στα 121 δισ. € και έκτοτε να φυτοζωούν, φθάνοντας, τον τωρινό καιρό, στα 134 δισ. €, αφού, το 2017, αυξήθηκαν, κατά 5 δισ. € και το 2018, κατά 8 δισ. €.
 
Από τα 36 δισ. €, που "χάθηκαν", από τις τράπεζες, μόνο, κατά την διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, εκ των οποίων τα 10 δισ. € φαίνεται να κατευθύνθηκαν, στο εξωτερικό και τα υπόλοιπα φαίνεται να μπήκαν, στα σεντούκια, σε τραπεζικές θυρίδες, ή οπουδήποτε αλλού, η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία περιμένει να επιστρέψουν, ως τραπεζικές καταθέσεις, κάπου 3 δισ. €, έως το τέλος του 2019. Υπολογίζει, δηλαδή, ότι, μέχρι τον ερχόμενο Δεκέμβριο, οι τραπεζικές καταθέσεις θα φθάσουν τα 137 δισ. €. Οι ελπίδες της, όμως, είναι, απολύτως, επισφαλείς.
 
Ένας βασικός λόγος, για την επισφάλεια των υπολογισμών της μπατιροτραπεζοκρατίας των αφελληνισμένων τραπεζών της χώρας μας, εκτός, από την, εξακολουθητικά, κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, είναι το απλούστατο γεγονός ότι οι τραπεζικές καταθέσεις έχουν βρεθεί, μέσα στον ασφυκτικό κοιό, που έχει θέσει η Εφορία, αφού είναι σαφές ότι το καταθετικό κοινό αποτρέπεται, από το να καταθέσει τα χρήματά του, στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, από τους πολλαπλούς ελέγχους και τις μαζικές αναληπτικές παρεμβάσεις των οργάνων της αποκαλούμενης, ως Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), για την οποία έχουμε κάνει λόγο. [Όποιος θέλει μπορεί να δει το σχετικό δημοσίευμα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : ΑΑΔΕ : Μία "ανεξάρτητη διοικητική αρχή", δίχως νομική προσωπικότητα! (Ο ΣΥΡΙΖΑ τα έκανε θάλασσα, αφού οι πολίτες καλούνται, από παράνομα και ανυπόστατα δημόσια όργανα, να εξοφλήσουν υποτιθέμενες ή/και πραγματικές οφειλές τους προς το Δημόσιο)].
 
Η πικρή αλήθεια, για όλους, είναι ότι, παρά το γεγονός ότι, από το 2017, η ελληνική οικονομία έχει σταθεροποιηθεί, με χαμηλούς, έως αναιμικούς, ρυθμούς ανάπτυξης, η μικρή αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων, που προαναφέραμε, δεν οφείλεται, καθόλου, στην επιστροφή χρημάτων, από το εξωτερικό, από τα σεντούκια, ή από τις θυρίδες των τραπεζών (στην τελευταία δεκαετία υπολογίζεται ότι έφυγαν, από τις ελληνικές τράπεζες, 104 δισ. €)
 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι, εκτός τραπεζικού συστήματος, υπολογίζεται ότι βρίσκεται το 15% του ελληνικού ΑΕΠ (κάπου, στα 26 δισ. €) και ενώ - υποτίθεται ότι -, υπό κανονικές συνθήκες, εκτός του τραπεζικού συστήματος θα έπρεπε να ευρίσκεται ποσόν ίσο, με το 6% του ΑΕΠ (κάπου, στα 10 δισ. €).
 
Δεν είναι η μείωση των επιτοκίων (στο 0,59% έπεσε το μεσοσταθμικό επιτόκιο, για καταθέσεις προθεσμίας ιδιωτών, το 2018, έναντι 0,64% το 2017, και 2,93% κατά την περίοδο 2010-2016) υπεύθυνη, για την αποφυγή του αποταμιευτικού κοινού να τοποθετήσει τα χρήματά του, στους τραπεζικούς λογαρισμούς. Άλλωστε, οι συνθήκες του αποπληθωρισμού, που επικρατούν, στην ελληνική οικονομία, καθιστούν επικερδείς τις τραπεζικές καταθέσεις.
 
Το πρόβλημα της στασιμότητας των τραπεζικών καταθέσεων εντοπίζεται, στο γεγονός ότι η ΑΑΔΕ προβαίνει, σε συνεχείς ελέγχους και μαζικές κατασχέσεις, σε αυτές. 
 
Ας δούμε το δημοσίευμα, με τίτλο Γιατί δεν επιστρέφουν οι καταθέσεις; Είναι η Εφορία ανόητε!, για να καταλάβουμε την συλλογιστική του αποταμιευτικού κοινού, στην χώρα μας :
 
"Με τις κατασχέσεις και τις δεσμεύσεις καταθέσεων για τα φυσικά πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που χρωστάνε στο Δημόσιο. Οι συνολικοί οφειλέτες είναι 3,7 εκατ. ενώ άλλοι 1,5 εκατ. χρωστάνε στα Ασφαλιστικά Ταμεία. Από αυτούς, οι περίπου 2 εκατ. οφειλέτες έχουν χρέη άνω των 500 ευρώ, που σημαίνει ότι μπορούν ανά πάσα στιγμή η εφορία να τους κατάσχει τα ποσά που οφείλουν ή να τους δεσμεύσει τον τραπεζικό λογαριασμό, αν ενταχθούν σε ρύθμιση και μέχρι να τα εξοφλήσουν. Στο πλαίσιο αυτό, κάποιος που χρωστάει στην Εφορία και έχει τα χρήματά του στο στρώμα ή στη θυρίδα ή στο εξωτερικό, δεν πρόκειται να τα καταθέσει στην τράπεζα αν, προηγουμένως δεν κλείσει τις όποιες εκκρεμότητες.
 
Με τους ελέγχους για φοροδιαφυγή, μέσω του «Ειδικού Λογισμικού Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας», το οποίο αντλεί στοιχεία από τις εγχώριες τράπεζες, τα οποία αφορούν στο σύνολο των χρηματοοικονομικών προϊόντων (καταθέσεις, ομόλογα, αμοιβαία κ.λπ.), καθώς και των διενεργηθέντων σε αυτά αναλυτικών κινήσεων. Στη συνέχεια, από το taxisnet αντλούνται τα δηλωθέντα εισοδήματα του εκάστοτε ελεγχόμενου και συγκρίνονται με τις κινήσεις των λογαριασμών των χρηματοοικονομικών προϊόντων για κάθε φορολογικό έτος χωριστά. Όλη η διαδικασία αυτή και η επεξεργασία των δεδομένων (τραπεζικών και φορολογικών) γίνεται αυτόματα, με την εκτίμηση πρωτογενών καταθέσεων, μέσω της χρήσης μηχανογραφικών ελεγκτικών εντολών, για κάθε φορολογικό έτος και προκύπτει το άθροισμα του συνόλου των δηλωθέντων πραγματικών εισοδημάτων/εσόδων (φορολογητέων, αυτοτελώς φορολογημένων και αφορολόγητων) στα υπό έρευνα έτη.
 
Σημειώνεται πως η διαδικασία είναι αυτοματοποιημένη και μόλις διαπιστώνεται δυσαρμονία εισοδημάτων και καταθέσεων, χτυπάει συναγερμός και ο καταθέτης/φορολογούμενος καλείται για εξηγήσεις.
 
Εκατοντάδες είναι οι περιπτώσεις των φορολογουμένων που «τσίμπησε» το συγκεκριμένο λογισμικό στους οποίους κυριολεκτικά, η εφορία τους άδειασε τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Με τους φόρους και τις προσαυξήσεις η συνολική επιβάρυνση ξεπέρασε το 70% ή και το 90%, όπως προκύπτει από χαρακτηριστικές περιπτώσεις που δημοσιοποίησε το Σin".
 
Αλλά η ΑΑΔΕ δεν σταματάει, εδώ. Τα έργα της έχουν και συνέχεια. Ας δούμε άλλο ένα σχετικό δημοσίευμα, με τίτλο Φόρος 75% για «μαύρες» καταθέσεις! Σαφάρι εφορίας στις τράπεζες, προκειμένου να εντοπίσουμε όλες τις πτυχές του προβλήματος της στασιμότητας των τραπεζικών καταθέσεων, στην χώρα μας, το οποίο πρόβλημα πρόκειται να επιδεινώσει, με την άρση της εξαγωγής του συναλλάγματος (διότι, κακά τα ψέμματα, το ευρώ λειτουργεί, στην ελληνική οικονομία, ως ξένο νόμισμα, αφού η έκδοση και η κυκλοφορία του ελέγχεται, αποκλειστικά, από την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης), στις τράπεζες του εξωτερικού, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας
 
"Μαζικούς ελέγχους σε καταθέσεις φορολογουμένων διενεργεί η Εφορία για την αποκάλυψη «μαύρου» και αδήλωτου χρήματος. Το ηλεκτρονικό σύστημα της ΑΑΔΕ εντοπίζει καθημερινά νέες σημαντικές περιπτώσεις απόκρυψης φορολογητέας ύλης και να επιβάλει τα ανάλογα πρόστιμα που φτάνουν περίπου στο 75% των «μαύρων» καταθέσεων.
 
Ενδιαφέρον έχει ωστόσο η νομολογία με την οποία προσδιορίζονται οι ύποπτες κινήσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς, με τα ποσά να ξεκινούν από τα 1.000 ευρώ. Ωστόσο στη διάρκεια του ελέγχου, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να εξηγήσει και καταθέσεις ποσών της τάξης των 50 ευρώ, ανάλογα με την υπόθεση.
 
Στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ έφθασε η υπόθεση ενός γιατρού και της συζύγου του, στους λογαριασμούς των οποίων οι ελεγκτές βρήκαν για το έτος 2012 καταθέσεις 162.208 ευρώ, που δεν δικαιολογούνταν από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
 
Από αυτές ο φορολογούμενος δικαιολόγησε το ποσό των 60.435 ευρώ και φορολογήθηκε για το υπόλοιπο των 101.773 ευρώ. Ο φόρος που καλείται τελικά να πληρώσει μαζί με πρόστιμα και ειδική εισφορά αλληλεγγύης ανέρχεται σε 81.220 ευρώ! Από αυτό το ποσό αφαιρείται ο φόρος 5.674 ευρώ, που πλήρωσε με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα του έτους 2012.
 
Δηλαδή οι αδήλωτες καταθέσεις των 101.773 ευρώ, "κόστισαν" στον εν λόγω φορολογούμενο και στη σύζυγό του 75.658 ευρώ!
 
Στη συγκεκριμένη απόφαση της ΔΕΔ (1171/Ενδικοφανείς Προσφυγές/Αθήνα/2019) αναφέρονται επίσης και τα ποσά των καταθέσεων που θεωρούνται «μεγάλα» και άρα ύποπτα προς διερεύνηση, τόσο με βάση αποφάσεις του ΣτΕ όσο και με την φορολογική νομοθεσία.
 
Όπως αναφέρει συγκεκριμένα, «Επομένως η διαπίστωση προσαύξησης περιουσίας πρέπει να εδράζεται σε «μεγάλα ποσά» (ΣτΕ 884/2016) για τα οποία ο φορολογούμενος οφείλει να γνωρίζει την πηγή προέλευσής τους. Η έννοια «μεγάλα ποσά» εξειδικεύεται κατά περίπτωση ανάλογα με το προφίλ και την οικονομική δυνατότητα του φορολογουμένου και ως εκ τούτου η διαπιστωθείσα προσαύξηση περιουσίας πρέπει να κρίνεται όχι μόνο με βάση συγκεκριμένο ύψος κατάθεσης, αλλά και από την συνεκτίμηση και άλλων παραγόντων, όπως το επάγγελμά του, το είδος των εισοδημάτων του, την περιοδικότητα των καταθέσεών του, το πλήθος των συνδικαιούχων εκάστου λογαριασμού κλπ το δε τιθέμενο όριο καταθέσεων πάνω από το οποίο θα πρέπει να ζητείται από τον φορολογούμενο συγκεκριμένη αιτιολογία της κάθε μίας κατάθεσης πρέπει να είναι τέτοιο, που ο φορολογούμενος ουσιαστικά να μην υποχρεώνεται στα αδύνατα.
 
Ακόμη προσθέτει ότι με απόφαση της φορολογικής υπηρεσίας έγινε δεκτό ότι δεν αποτελεί «μεγάλο ποσό» το όριο των 1.000,00 ευρώ αν πρόκειται για καταθέσεις σε ατομικό λογαριασμό, εφαρμοζόμενο όμως και επί του υπολοίπου της κατάθεσης που απομένει μετά την μερική αιτιολόγησή της, ενώ αν πρόκειται για κοινό λογαριασμό με τρεις συνδικαιούχους, δεν αποτελεί «μεγάλο ποσό» το ποσό των 3.000,00 ευρώ.
 
Προσδιορισμός καθαρού φορολογητέου εισοδήματος
 
Η ΔΕΔ εξηγεί επίσης τη μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση τους ελέγχους των καταθέσεων και τα ευρήματά τους.
 
Το καθαρό φορολογητέο εισόδημα, με την εφαρμογή μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού, προκύπτει από την άθροιση της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, όπως αυτή προσδιορίζεται με τις τεχνικές ελέγχου, ενώ η επιλογή του τελικού προσδιορισθέντος καθαρού φορολογητέου εισοδήματος γίνεται ως εξής:
 
Κατ αρχάς, προσδιορίζεται το συνολικό καθαρό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου από όλες τις πηγές/κατηγορίες εισοδήματος με τις γενικές φορολογικές διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν σε κάθε ελεγχόμενη/νο διαχειριστική περίοδο/φορολογικό έτος. Στην συνέχεια, προσδιορίζεται το συνολικό καθαρό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου από όλες τις πηγές/κατηγορίες εισοδήματος με τις τεχνικές ελέγχου της παρούσας απόφασης, όπως αναφέρεται παραπάνω. Συγκρίνονται, ανά φορολογική περίοδο, τα αποτελέσματα των δύο προσδιορισμών και ως τελικό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου λαμβάνεται το μεγαλύτερο".
 
Αυτό, που καθίσταται περισσότερο, από προφανές, είναι το ότι, με την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, προς το εξωτερικό, η οποία ολοκληρώνεται, αυτές τις ημέρες, η κυβέρνηση των συντηρητικών, που ανέλαβε, την εξουσία, μετά από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, διαπράττει τεράστιο σφάλμα, φέροντας, σε πέρας, τον σχεδιασμό της απελθούσας κυβέρνησης της αριστεράς και των ευρωτραπεζιτών.
 
Στην καλύτερη περίπτωση, η ελληνική οικονομία θα παραμείνει στάσιμη. Και στην χειρότερη περίπτωση - η οποία είναι και η περισσότερο πιθανή -, θα επανέλθει, στην κατρακύλα. Άλλωστε, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2019, οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα παρέμειναν στάσιμες, στα 134 δισ. €, όπως είπαμε ότι διαμορφώθηκαν, το 2018 (μαζύ, με τις καταθέσεις του δημόσιου τομέα, οι τραπεζικές καταθέσεις φθάνουν, στα 159,5 δισ. €).
 
Πάντως, μια νέα φυγή καταθέσεων - μικρότερη, ή μεγαλύτερη - βρίσκεται, επί θύραις, μετά την πλήρη άρση των capital controls, από την 1/9/2019, με δεδομένο το γεγονός ότι, ακόμη και τώρα, το ελληνικό ΑΕΠ εξακολουθεί, στα τελευταία δύο χρόνια της αναιμικής ελληνικής ανάπτυξης, να υπολείπεται, κατά 22%, σε σχέση με το μέγεθος, που είχε το ΑΕΠ, πριν την έλευση της κρίσης. Και μάλιστα, με, καθόλου, δεδομένη την πραγματοποίηση της πολύ φιλόδοξης προσμονής ότι, στην δεκαετία του 2030 (ανεξαρτήτως, του τεράστιου πλούτου, τον οποίο έχει απωλέσει και που πρόκειται να απωλέσει, μέχρι τότε, η χώρα), η ελληνική οικονομία θα καταφέρει να φθάσει, στα επίπεδα, που ήταν, το 2007. 
 
Παρά το γεγονός ότι η ψοφοδεής εντόπια ελίτ τρέφει αυτή την φρούδα ελπίδα, τα πραγματικά δεδομένα παραπέμπουν στην αντίθετη, από την ελπιζόμενη κατεύθυνση. Αυτά παθαίνει οποίος αποδέχεται την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων, για πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 3,5 % του ΑΕΠ, μέχρι το 2022 και του 2,2 % του ΑΕΠ, μέχρι το 2060. 
 
Απλά πράγματα...