(Ο Γιώργος Κατρούγκαλος, η Έφη Αχτσιόγλου και ο Τάσος Πετρόπουλος, ως πρωταγωνιστές, στον ρόλο του βαρώνου Μυνχάουζεν και στην επίδειξη νομοθετικής προχειρότητας και πρωτοφανούς πολιτικής ανικανότητας).

 


 

 
 
 
 
 
 
 
 
Είναι γεγονός ότι, με τον μνημονιακό Ν. 4387/2016, ο οποίος αποκαλείται και ως "νόμος Κατρούγκαλου" (αν και αποτελεί ένα συλλογικό εκτρωματικό έργο του, τότε, υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γιώργου Κατρούγκαλου, του, τότε, υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσου Πετρόπουλου και της Έφης Αχτσιόγλου, η οποία, εκείνη την εποχή, ήταν σύμβουλος του υπουργού), μειώθηκε, δραματικά, το 80% των νέων συντάξεων, που εκδόθηκαν, από την 1η Ιανουαρίου 2015, ενώ, παράλληλα, μειώθηκαν και οι επικουρικές συντάξεις των παλαιών συνταξιούχων, μετά από συμφωνία, με την τρόϊκα των ευρωθεσμικών δανειστών και του ΔΝΤ, σε εφαρμογή των προβλέψεων του 3ου Μνημονίου, που ψήφισε η βουλή, μετά από πρόταση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, με τον Ν.4336/2015. 
 
Αλλά η δραματική μείωση της μεγίστης πλειοψηφίας των συντάξεων, δεν είναι το μόνο "κατόρθωμα" της, τότε, πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου. Η απίστευτη νομοθετική προχειρότητα και η πρωτοφανής πολιτική ανικανότητά της, που, στο σύνολό τους, συνθέτουν την εικόνα της διαχειριστικής ανεπάρκειας των προσώπων, τα οποία προαναφέραμε και τα οποία αποτελούσαν αυτή την πολιτική ηγεσία, στον βαθμό, που το χαοτικό αλαλούμ, το οποίο προέκυψε από την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου, στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης, είναι σαφές ότι συνέβαλε, καθοριστικά, στην γρήγορη απομυθοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ και από εκεί και πέρα, στην μεγάλη ήττα του κόμματος αυτού, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, η οποία ήττα κατέστη, εκ των πραγμάτων, αναπόφευκτη. 
 
Αυτό το αλαλούμ, όμως, είχε και ένα "κερασάκι, στην τούρτα". Πέραν, από τις δραματικές μειώσεις των νέων συντάξεων, που προέκυψαν, από την 1/1/2015, ως αποτέλεσμα του νέου - του κατρουγκάλειου - τρόπου υπολογισμού τους, με την εισαγωγή των κανόνων της νοητής κεφαλαιοποίησης (δηλαδή, ουσιαστικά, του κεφαλαιοποιητικού συστήματος), μέσα από τα τερατογενήματα του Ν. 4387/2016, προέκυψε και μια μικρή - αλλά υπαρκτή - μειοψηφία, ακραία, πλουσιοπάροχων συντάξεων, ο υπολογισμός των οποίων κατέληξε να είναι χρυσοφόρος,  αφού, στην περίπτωση μιας συμβολαιογράφου, όπως έχει γίνει γνωστό, έφθασε και ξεπέρασε τα εξωπραγματικά επίπεδα των 23.000 ευρώ, τον μήνα.
 
Με λίγα λόγια, το τρίο των Κατρούγκαλου - Πετρόπουλου - Αχτσιόγλου τα έκανε χάλια.
 
Όταν, το καλοκαίρι του 2018, οι πολιτικοί ηγέτες του υπουργείου (Έφη Αχτσιόγλου, Τάσος Πέτρόπουλος) ενημερώθηκαν, από τον ΕΦΚΑ, για τις περιπτώσεις αυτές, στις οποίες ο κατρουγκάλειος υπολογισμός της νοητής κεφαλαιοποίησης των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες, από την 1/1/2002 και μετά, μετρούσαν, για τον καθορισμό του ύψους των, κατά περίπτωση, συντάξεων των ασφαλισμένων, στα ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης και οι οποίοι είχαν υποβάλλει το συνταξιοδοτικό τους αίτημα, από την 1/1/2015 και μετά, παρουσίαζε, σε υπαρκτές - έστω και αν αυτές ήσαν λίγες - περιπτώσεις εξαιρετικά, μεγάλες συντάξεις, θα περίμενε κάποιος ότι αυτοί οι συγκεκριμένοι πολιτικοί προϊστάμενοι θα ελάμβαναν μέτρα, ούτως ώστε να περιορίσουν, ή να εξαλείψουν αυτό το φαινόμενο των "μιδοφόρων συντάξεων", προωθώντας, έστω και εκ των υστέρων, τις απαραίτητες νομοθετικές αλλαγές, ή, έστω, θα έλεγαν, στις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, να προχωρήσουν, στην υποχρεωτική έδοση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων, για κάθε μία συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα, νομίμως, ισχύοντα, τα οποία οι ίδιοι είχαν προωθήσει και είχαν καταστήσει νόμο του κράτους.
 
Και όμως, το δίδυμο της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου (Τάσος Πετρόπουλος και Έφη Αχτσιόγλου - ο Γιώργος Κατρούγκαλος είχε, από τον Νοέμβριο του 2016 απομακρυνθεί, από το υπουργείο) επέλεξε να πράξει τα χειρότερα, που μπορούσε να πράξει. Άφησε τα πράγματα, όπως ήσαν και δεν προώθησε καμμία νομοθετική αλλαγή, ενώ, παράλληλα, δια του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έδωσε εντολή, στις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, να μην προχωρήσουν τις περιπτώσεις αυτές, παρά το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια ήταν, προφανώς, παράνομη. Και φυσικά, δεν βρέθηκε κανένας (π.χ., ο, τότε, πρωθυπουργός, ο οποίος, πιθανόν είναι να μην ενημερώθηκε, καν, ή ο αρμόδιος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, που και αυτός δεν είναι γνωστό, εάν έλαβε γνώση του θέματος) να τους τραβήξει το αυτί. 
 
Με λίγα λόγια, πέρα από την νομοθετική προχειρότητα, η επίδειξη της διαχειριστικής ανικανότητας των συγκεκριμένων προσώπων είναι σαφής. Άφησαν τα πράγματα όπως είχαν και απλώς, περίμεναν να περάσει ο καιρός, κουκουλώνοντας, όπως-όπως, την υπόθεση, δίνοντας έτσι, μια πολύ καλή πάσα, στην νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου, που προέκυψε, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, η οποία είχε ένα πολύ εύκολο και επικοινωνιακά, ωφέλιμο, για την ίδια, έργο μπροστά της και το οποίο, βέβαια, δεν εξαντλήθηκε, στην καταγγελία των πεπραγμένων της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με τις χρυσοφόρες συντάξεις του Ν. 4387/2016, αλλά συνοδεύτηκε και από την ψήφιση του άρθρου 120 του Ν. 4623/2019, με το οποίο ορίστηκε, αναδρομικά, ότι το ανώτατο ύψος των νέων συντάξεων του νόμου Κατρούγκαλου δεν μπορεί να υπεβαίνει το 12πλάσιο της εθνικής σύνταξης (κάπου στα 4.300 ευρώ, ή και λίγο παραπάνω).
 
Γιατί, όμως, συνέβησαν όλα αυτά;
 
Συνέβησαν διότι ουδείς επεσήμανε, όταν έπρεπε, ότι, π.χ., στην περίπτωση των συμβολαιογράφων, οι ασφαλισμένοι, στο πρώην Ταμείο Νομικών (και στο επικουρικό Ταμείο Ασφάλισης Συμβολαιογράφων) κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές, ως ποσοστό, επί των αμοιβών τους, οι οποίες υπολογίζονταν, μετά την 1/1/1983, σε ποσοστό 9% (6%, για την κύρια και 3%, για την επικουρική ασφάλιση), όπως ορίζουν τo άρθρo 10, παράγραφος 1, εδάφιο ιστ', περίπτωση γγ' του Ν.Δ. 4114/1960 και το άρθρο 4, παράγραφος 1 του Ν. 1090/1980. Σύμφωνα και με την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων - Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 5807/2017, Συμβούλιο της Επικρατείας 867/2000 και 1050/1992 -, αλλά και με την τρέχουσα πρακτική των ταμείων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ο πόρος αυτός, που αποτελείται, από το παραπάνω ποσοστό, που υπολογίζεται, επί των αναλογικών δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων (με βάση την αξία των συμβολαίων που συντάσσουν) και τα οποία είναι η αμοιβή τους, που εισπράττεται, για τις υπηρεσίες, που προσφέρουν, αποτελεί την, κατά περίπτωση, ασφαλιστική εισφορά τους.
 
Όμως, με βάση αυτόν τον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των συμβολαιογράφων, οι εισφορές αυτές, σε πολλές περιπτώσεις, φθάνουν σε πολύ μεγάλα μεγέθη, ιδιαίτερα όταν έχουν συνταχθεί πολλά συμβόλαια αξίας εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι, με δεδομένο ότι, για τον υπολογισμό του ποσού των συντάξεων, συνυπολογίζονται όλες οι ασφαλιστικές εισφορές, που καταβλήθηκαν, με αυτόν τον τρόπο, από την 1/1/2002, μέχρι και την συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων, είναι, απολύτως, φυσικό και αναμενόμενο ότι η υπολογιζόμενη σύνταξη, για λίγους συμβολαιογράφους, επρόκειτο να είναι πολύ υψηλή, ενώ, για τους περισσότερους, από αυτούς, επρόκειτο να είναι πολύ ικανοποιητική και πάντως, υψηλότερη, από τα, κατά ανώτατο όριο, 1.232 ευρώ, που έδινε το Ταμείο Νομικών, στους ασφαλισμένους δικηγόρους και συμβολαιογράφους.
 
Μετά από όλα αυτά, θα περίμενε κάποιος οι συριζαίοι - και ιδιαίτερα, οι πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης - να ζητήσουν συγγνώμη, για αυτή την επίδειξη της ανοησίας τους και της πολιτικοδιοικητικής ανεπάρκειας, που επέδειξαν. 
 
Αλλά και το κόμμα τους και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές προτίμησαν να ακολουθήσουν άλλη οδό. Την οδό του ωμού ψεύδους, με ισχυρισμούς, αλληλοσυγκρουόμενους και αλληλοδιαψευδόμενους.
 
Τα πιο χοντρά ψέμματα τα είπε ο πρωτεργάτης αυτής της απίστευτης νομοθετικής μπαρούφας του νόμου Κατρούγκαλου. Ο ίδιος ο Γιώργος Κατρούγκαλος, ο οποίος, όπως προκύπτει, από την εφημερίδα Αυγή, το επίσημο κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ,  χαρακτήρισε τα, περί συντάξεων 23.000 ευρώ «πρωτοφανή προσπάθεια αντιπερισπασμού, όπως συνηθίζει και η ΝΔ και ο κ. Βρούτσης, για να μην συζητήσουν για την ταμπακιέρα, δηλαδή το τι προτείνουν οι ίδιοι για την δική τους “αντιμεταρρύθμιση” του ασφαλιστικού και ιδίως την ιδιωτικοποίηση του συστήματος επικουρικής σύνταξης».
 
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος τόνισε ότι «το χαρακτηριστικό του “νόμου Κατρούγκαλου” όπως τον λένε είναι ότι για πρώτη φορά ενοποίησε όλους τους κανόνες που αφορούσαν τόσο τις εισφορές όσο και την παροχή συντάξεων. Επομένως, σε καθεστώς πλήρους εφαρμογής του νόμου (όταν όλοι οι ασφαλισμένοι θα υπάγονται απολύτως στους κανόνες) η ανώτατη σύνταξη που θα προκύπτει με τα σημερινά δεδομένα θα είναι κάπως παραπάνω από 3.000 ευρώ, για κάποιον που έχει εξαντλήσει τα όρια των ασφαλιστικών εισφορών και έχει πλήρη ασφαλιστική ζωή 40 ετών. Επομένως, αυτό που λέγεται ότι δεν υπάρχει ανώτατο επίπεδο συντάξεων δεν είναι ακριβές. Υπάρχει ανώτατο όριο εισφορών και επειδή οι συντάξεις είναι ανάλογες με τις εισφορές που έχει καταβάλει ο καθένας, υπάρχει πλαφόν. Όσο ανεβαίνει το ΑΕΠ, προφανώς θα ανεβαίνουν και οι συντάξεις».
 
«Γι’ αυτά τα απίθανα των 23.000 ευρώ, ρώτησα και τον κ. Πετρόπουλο, γιατί εκ των πραγμάτων μου φαινόταν εξωπραγματικό και απίθανο, αλλά ήθελα να δω που βασίζεται αυτό το fake news που εκτόξευσε ο κ. Βρούτσης. Μου είπε ότι αφορά μεμονομένη περίπτωση διεκδίκησης από συμβολαιογράφο σύνταξης που δεν βασιζόταν σε εισφορές που είχε καταβάλει η ίδια, αλλά στο ποσοστό που απέδιδαν οι συμβολαιογράφοι σε αναδιανεμητικό ταμείο, που αφορούσε το σύνολο των νομικών».
 
Αλλά η ψευδολόγα "επιχειρηματολογία" του νομικού Γιώργου Κατρούγκαλου δεν σταματάει εδώ. Προχωρεί και παρακάτω, ξεπερνώντας  και τα επίπεδα των παραμυθολογικών αφηγήσεων του επικού βαρώνου Μυνχάουζεν. Ας δούμε το αποκορύφωμα των ψευδών, που λέει ο εφευρέτης του νόμου Κατρούγκαλου :
 
«Οι δικηγόροι ξέρουν, ότι για κάθε συμβόλαιο, πέραν της αμοιβής που έπαιρνε ο δικηγόρος ή ο συμβολαιογράφος, πήγαινε και ένα ποσοστό σημαντικό ως κοινωνικός πόρος. Αλλά αυτό δεν ήταν δική της εισφορά και δεν μπορούσε να το υπολογίσει. Ποτέ επομένως δεν βγήκε τέτοια σύνταξη 23.000 ευρώ, από την συγκεκριμένη συμβολαιογράφο διεκδικήθηκε, επειδή δεν την πήρε έχει κινηθεί και νομικά ασκώντας ποινική δίωξη κατά υπαλλήλων του ΕΚΦΑ. Όμως, ούτε την δικαιούτο ούτε υπήρχε ποτέ περίπτωση να εκδοθεί τέτοια τερατωδώς υψηλή σύνταξη. Δεν παράγει ο νόμος τέτοια αποτελέσματα ... η μεμονωμένη περίπτωση δεν κατέληξε στο να δοθεί η σύνταξη, το ποσό αφορά την διεκδίκηση εκ μέρους της συγκεκριμένης ασφαλισμένης του ποσού που θεωρούσε ότι πρέπει να πάρει. Ποτέ δεν εκδόθηκε τέτοια σύνταξη».
 
Εννοείται ότι αυτός ο άνθρωπος είναι άτυπτος. Δεν αισθάνεται (όπως κάθε κλασικός πολιτικός) καμμία ντροπή, για τα χοντρά ψέμματα, που, δημόσια, εκστομίζει. Και φυσικά, μπορεί να τα λέει, διότι και τα υπόλοιπα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, που είναι οι κομματικοί του προϊστάμενοι, του επιτρέπουν, ασύστολα, να τα λέει.
 
Το αστείο - και συνάμα, τραγικό - είναι ότι την "επιχειρηματολογία" του βαρώνου Μυνχάουζεν Γιώργου Κατρούγκαλου ήλθε να διαψεύσει η Έφη Αχτσιόγλου (λέγοντας, βέβαια και αυτή, τα δικά της ψέμματα, για όσα έκρινε ότι την αφορούσαν). Για την Έφη Αχτσιόγλου, το πρόβλημα δεν ήταν ανύπαρκτο, όπως το παρουσιάζει ο Γιώργος Κατρούγκαλος. Το πρόβλημα, για την πρώην υπουργό, ήταν υπαρκτό, μόνο, που η ίδια δεν πρόλαβε (...λόγω εκλογών) να το λύσει.
 
Ας δούμε το τί λέει η Έφη Αχτσιόγλου, στην ανακοίνωσή της, όπως αυτή παρουσιάστηκε στον ιστότοπο της ηλεκτρονικής εφημερίδας iefimerida :
 
«Οι δηλώσεις του υπουργού Εργασίας περί έκδοσης πολύ υψηλών συντάξεων με τον νόμο 4387/2016, αποκρύπτουν σκόπιμα βασικά δεδομένα και δημιουργούν μία παντελώς ψευδή εικόνα για το τι πραγματικά ισχύει» και «για την αποκατάσταση της αλήθειας» λέει ότι «Για όσους ασφαλίζονται και συνταξιοδοτούνται με τον νόμο 4387/2016 υπάρχει ανώτατο πλαφόν στις εισφορές και ως εκ τούτου προκύπτει ανώτατο πλαφόν σύνταξης. Για 40 έτη ασφάλισης η ανώτατη σύνταξη που προκύπτει με τις διατάξεις του ν. 4387/16 είναι 3.166 ευρώ. Για όσους αιτήθηκαν συνταξιοδότησης πριν τον ν. 4387/2016, ο νόμος προέβλεπε ανώτατα πλαφόν σύνταξης στις 2.000 και στις 3.000 ευρώ, για μία και για περισσότερες συντάξεις αντιστοίχως, έως 31.12.2018. Για όσους ασφαλίζονταν με τα παλαιά καθεστώτα (πριν τον ν. 4387/2016) αλλά αιτήθηκαν συνταξιοδότησης μετά τον ν. 4387/2016 και μετά την 01.01.2019, ακριβώς επειδή το παλαιό σύστημα για κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων δεν προέβλεπε ανώτατα όρια εισφορών δεν προέκυπταν και ανώτατα όρια συντάξεων. Για τον λόγο αυτό είχαμε επεξεργαστεί και δρομολογήσει νομοθετική ρύθμιση, η οποία έθετε ανώτατο όριο σύνταξης το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης, όμως η ρύθμιση αυτή δεν πρόλαβε να περάσει από τη Βουλή καθώς προκηρύχθηκαν πρόωρα εκλογές. Επίσης, ως ηγεσία του υπουργείου Εργασίας είχαμε δώσει εντολή στον ΕΦΚΑ να μην εκδοθούν πολύ υψηλές συντάξεις, για τις οποίες είχαν καταβληθεί πολύ υψηλές εισφορές, έως ότου ψηφιστεί η νομοθετική ρύθμιση. Αυτός είναι, εξάλλου, και ο λόγος για τον οποίο οι συντάξεις αυτές δεν πληρώθηκαν τελικά και τις "ανακάλυψε" ο κ. Βρούτσης».
 
Και η Έφη Αχτσιόγλου κλείνει λέγοντας ότι «ο κ. Βρούτσης καθημερινά και σκοπίμως αντί να ασχολείται με το χαρτοφυλάκιό του επιλέγει να προβαίνει σε ψευδείς καταγγελίες εναντίον της προηγούμενης ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας».
 
Εννοείται ότι, πέρα από την διάψευση των ισχυρισμών του Γιώργου Κατρούγκαλου, που παριστάνει τον ανήξερο και που αποδίδει, σε μια προσωπική ερμηνεία και ατομική διεκδίκηση της συγκεκριμένης και μεμονωμένης συμβολαιογράφου, την συνταξιοδοτική της υπόθεση, η Έφη Αχτσιόγλου λέει τα δικά της ψέμματα, παραδεχόμενη την ύπαρξη του προβλήματος των χρυσοφόρων συντάξεων του νόμου Κατρούγκαλου.
 
Με λίγα λόγια, η διάδοχος του Γιώργου Κατρούγκαλου, στο υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης λέει ότι γνώριζε αυτό το πρόβλημα, αλλά δεν πρόλαβε να το ρυθμίσει, θέτοντας ένα ανώτατο όριο συντάξεων, στα ποσά των νέων συντάξεων, που υπολογίζονται, με βάση τον νόμο, επειδή έγιναν, ξαφνικά οι εκλογές της 7/7/2019.
 
Ανοησίες. 
 
Η Έφη Αχτσιόγλου λέει ψέμματα, διότι, εάν αυτή και ο Τάσος Πετρόπουλος ήθελαν να ρυθμίσουν το πρόβλημα των λίγων χρυσοφόρων συντάξεων του νόμου Κατρούγκαλου, μπορούσαν να το ρυθμίσουν, ανά πάσα στιγμή, με μια απλή τροπολογία, σε ένα οποιοδήποτε νομοσχέδιο, από αυτά, που πέρασαν και μαζύ με όλες τις άλλες τροπολογίες, που ψήφισαν, μέχρι την 11/6/2019, που έκλεισε, η προηγούμενη βουλή.
 
Δεν το έπραξαν. Και δεν το έπραξαν, επειδή δεν θέλησαν να το πράξουν.
 
(Εδώ, υπάρχει και ένα άλλο σημείο, το οποίο πρέπει να επισημανθεί. Λένε ο Γιώργος Κατρούγκαλος - που, ρώτησε τον πρώην υφυπουργό Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσο Πετρόπουλο - και η Έφη Αχτσιόγλου, ότι η πολιτική ηγεσία έδωσε εντολή, στις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, να μην εκδώσουν τις νέες συντάξεις, που ήσαν χρυσοφόρες, ή έστω, πολύ υψηλές. Δηλαδή, διέταξαν τους αρμόδιους δημόσιους υπαλλήλους να παρανομήσουν, με αποτέλεσμα οι υπάλληλοι αυτοί να μηνυθούν, στην συγκεκριμένη περίπτωση της συμβολαιογράφου, για παράβαση καθήκοντος. Για τέτοια χάλια, στα επίπεδα της διοίκησης και της διαχείρισης κρίσεων, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μιλάμε, ενώ από την άλλη πλευρά, πρέπει να επισημανθεί, επίσης, ότι και το επιτελείο της τρόϊκας των ξένων δανειστών δεν πήρε είδηση τίποτε, από όλα αυτά. Αγρόν ηγόρασε). 
 
Αλλά και η νέα κυβέρνηση των συντηρητικών, που έβαλε ανώτατο όριο, σε όλες τις συντάξεις, με το άρθρο 120, παράγραφο 1 του Ν. 4623/2019, έχει δημιουργήσει άλλα σοβαρά νομικά προβλήματα, διότι έδωσε αναδρομικότητα, στην διάταξη αυτή και με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όρισε ότι : «Ποσά συντάξεων που έχουν ήδη απονεμηθεί μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 και υπερβαίνουν το ανώτατο όριο της παραγράφου 1, προσαρμόζονται στο οριζόμενο από τις παραγράφους 1 και 2 ποσό από την ημερομηνία έναρξης καταβολής τους. Τυχόν επιπλέον διαφορές συντάξεων αναζητούνται άτοκα ως καλοπίστως εισπραχθείσες και επιστρέφονται με παρακράτηση σε ποσοστό 20% της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως».
 
Προφανώς, οι ενδιαφερόμενοι συνταξιούχοι (και οι υποψήφιοι συνταξιούχοι, μέχρι την ισχύ του νέου νόμου) θα εμπλακούν, σε δικαστικές διαμάχες με τον ΕΦΚΑ, διότι ο νέος νόμος δεν μπορεί να ισχύσει αναδρομικά και να μειώσει τα ποσά των δικαιούμενων συντάξεών τους. Ούτε και μπορεί, επειδή έτσι αρέσει, στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία και στην Διοίκηση, να υποχρεώνονται οι συνταξιούχοι να επιστρέψουν το υπερβάλλον μέρος των συντάξεών τους, αφού αυτά τα ποσά είχαν, νομίμως, υπολογισθεί και τους είχαν καταβληθεί.
 
Με λίγα, λόγια : 
 
Κομφούζιο...