Πριν από τον τωρινό κυβερνητικό σχεδιασμό, ο ΙΟΒΕ, τον Απρίλιο του 2019, είχε κάνει τους δικούς του υπολογισμούς, για την κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη. Οι κυβερνητικοί υπολογισμοί δεν είναι πολύ διαφορετικοί. Μπορούμε, με ασφάλεια, να πούμε ότι είναι παραπλήσιοι. Όμως, σε κάθε περίπτωση, οι υπολογισμοί αυτοί είναι προϊόν φαντασίας, αφού οι παραδοχές, στις οποίες στηρίζονται, είναι, εξόχως, εξωπραγματικές και οι υπολογιζόμενες αποδόσεις μη υπαρκτές. Και φυσικά, οι ασφαλισμένοι (και τελικά, το κράτος) είναι αυτοί, που θα πληρώσουν τα σπασμένα. Προφανώς, κάποιοι σκέπτονται ότι - επειδή ό,τι είναι να συμβεί, υποτίθεται ότι θα συμβεί, σε ένα ικανό βάθος χρόνου -, μέχρι τότε, ποιός ζει και ποιός πεθαίνει...
 
 
 
 
 
 
Με την ανακοίνωση του σχεδιασμού της, για το νέο ασφαλιστικό σύστημα και ειδικότερα, για τομέα της επικουρικής ασφάλισης, η κυβέρνηση αποκαλύπτει, σταδιακά, το πρακτικό σκέλος των προθέσεών της, στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, ο οποίος, όπως γίνεται ορατό, πρόκειται να συρρικνωθεί και να παραχωρήσει σημαντικό χώρο, στις ιδιωτικές εταιρείες ασφάλισης.
 
Έτσι οι αποκαλούμενοι "θεσμικοί επενδυτές" και οι διάφοροι χρηματιστές του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας σχεδιάζεται, από 1/1/2021, να διαχειρίζονται τα αποθεματικά, που θα δημιουργηθούν, στο σημερινό πεδίο της επικουρικής ασφάλισης (του αποκαλούμενου δεύτερου πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης), γεγονός το οποίο δημιουργεί κινδύνους διεύρυνσης της αποεπένδυσης, στην ελληνική οικονομία, αφού η αναζήτηση - πραγματικών ή/και μόνον, υποτιθέμενων - αποδόσεων, που θα καλύπτουν τις απαιτήσεις του κλιμακούμενου αυξητικού κόστους των καταβληθησόμενων και εν συνεχεία, καταβαλλόμενων, κατά την πάροδο του χρόνου, επικουρικών συνταξιοδοτικών παροχών, πρόκειται να οδηγήσει τις επενδυτικές εταιρείες και τους χρηματιστηριακούς τους συμβούλους, στην επένδυση ενός σημαντικού τμήματος των εισφορών των ασφαλισμένων, στο εξωτερικό, προκειμένου να εξασφαλισθούν (πραγματικά, ή μη) εκείνες οι αποδόσεις αυτών των επενδύσεων, που θα κρίνονται, όχι, απλώς, ως κερδοφόρες, αλλά και με υψηλό κέρδος, το οποίο, πάντοτε, συνδυάζεται και με την υψηλή απόδοση. 
 
Αυτή η εξέλιξη, ακόμη και στο καλύτερο σενάριό της, το οποίο έχει να κάνει, με την ομαλή ροή των επενδύσεων των εισφορών των ασφαλισμένων και την αντίστοιχη ομαλή ροή των αποδόσεων, που αυτές οι επενδύσεις θα έχουν (αυτό το σενάριο, βέβαια, με δεδομένη την αστάθεια του διεθνούς χρηματιστηριακού συστήματος και των χρηματοπιστωτικών αποδόσεων, που έχει εμφανισθεί, μετά την κρίση του 2008, είναι και το λιγότερο πιθανό να συμβεί και φυσικά, το σχετικό επενδυτικό ρίσκο, όχι, μόνο, δεν πρόκειται να είναι μηδενικό, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά θα είναι μεγάλο και σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται να αποβεί καταστροφικό), πρόκειται να στραγγίξει, επενδυτικά, ακόμη περισσότερο, την παρακμάζουσα ελληνική οικονομία, στην οποία οι επενδύσεις ακαθάριστου παγίου κεφαλαίου, τα τελευταία χρόνια, κυμαίνονται, σε ετήσια βάση, κάπου ανάμεσα, στα 20, με 23 δισ. €.
 
Το γιατί θα συμβεί αυτό, παρά τους, περί του αντιθέτου, επικοινωνιακούς/προπαγανδιστικούς ισχυρισμούς της παρούσας συντηρητικής κυβέρνησης, μόλις το περιγράψαμε, αλλά, ας το ξαναπούμε, προκειμένου να γίνει περισσότερο κατανοητό και να εμπεδωθεί :
 
Η αναζήτηση υψηλών αποδόσεων, για την επένδυση των επικουρικών εισφορών των ασφαλισμένων, οι οποίοι πρόκειται να ωθηθούν, από τον νόμο, που σχεδιάζει να ψηφίσει, τον Οκτώβριο του 2019, η κυβέρνηση, να επιλέξουν την ιδιωτική ασφάλιση, θα οδηγήσει τις επενδυτικές εταιρείες, που θα αναλάβουν δραστηριότητα, σε αυτόν τον χώρο, να επιλέξουν να κατευθύνουν τις επενδύσεις αυτές, στο εξωτερικό. Κάτι, που, μέχρι τώρα, δεν συμβαίνει, αφού το χρηματικό απόθεμα των παλαιών επικουρικών ταμείων παραμένει, στο εσωτερικό και καλύπτει τις όποιες εσωτερικές ανάγκες (κυρίως κρατικές και τραπεζικές) μπορεί να καλύψει.
 
Με το νέο σύστημα ασφάλισης, η παραμονή, στο εσωτερικό, των αποθεμάτων των παλαιών επικουρικών ταμείων, έστω και εν μέρει, θα παύσει να συμβαίνει. Και φυσικά, τα προβλήματα, που πρόκειται να δημιουργηθούν, θα είναι σωρευτικά και θα καταλήξουν να είναι μεγάλα.
 
Τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα, εάν και όταν πραγματοποιηθεί, σε διάφορες παραλλαγές, το χειρότερο σενάριο (το οποίο είναι και περισσότερο πιθανό να συμβεί), σύμφωνα με το οποίο οι επενδύσεις των επικουρικών ασφαλιστικών εισφορών, από τις επενδυτικές εταιρείες, όχι μόνο, δεν πρόκειται να παρουσιάσουν απαδόσεις, αλλά θα έχουν και ζημιές. Στην περίπτωση αυτή, μέρος, ή/και το σύνολο των επενδυμένων ποσών των επικουτικών εισφορών των ασφαλισμένων θα χαθούν, με αποτέλεσμα, όχι μόνο, να μην μπορούν να επανεισαχθούν, αλλά και να μην μπορούν να καταβληθούν οι επικουρικές παροχές, στους συνταξιούχους, που, ως ασφαλισμένοι, οδηγήθηκαν, από την, υπό ψήφιση, νομοθεσία, να επιλέξουν να ενταχθούν, για την επικουρική τους ασφάλιση, στον ιδιωτικό τομέα, στον οποίο δραστηριοποιούνται οι ασφαλιστικές εταιρίες και οι "θεσμικοί επενδυτές", μέρος των οποίων πρόκειται να είναι και αυτές.
 
(Όπως σχεδιάζει το κυβερνητικό επιτελείο, το ίδιο μοντέλο διαχείρισης των επικουρικών ασφαλιστικών εισφορών θα επιχειρηθεί να ισχύσει και στα επαγγελματικά ταμεία που θα λειτουργούν από ασφαλιστικές εταιρείες τραπεζών και από επαγγελματικά ταμεία, γεγονός το οποίο θα καταστήσει τα πράγματα, ακόμη, χειρότερα).
 
Στην ουσία, αυτό που κάνουν οι σχεδιαστές της κυβερνητικής πολιτικής, στην επικουρική κοινωνική ασφάλιση, με την συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής της και την παραχώρηση ενός, υπό διεύρυνση, τμήματός της, στον ιδιωτικό τομέα, είναι να μεταθέτουν την ευθύνη της διαχείρισης των ασφαλιστικών εισφορών τους, προσωπικά, στους ασφαλισμένους, οι οποίοι πρόκειται να ωθηθούν, με το δέλεαρ των (υποτιθέμενων ως) μεγάλων αποδόσεων αυτών των επενδυόμενων εισφορών, στην επιλογή της ιδιωτικής ασφάλισης. Και φυσικά, μετά την όποια αποτυχία αυτών των επενδύσεων, οι ασφαλισμένοι θα κληθούν, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, να αναλάβουν και το σχετικό κόστος αυτών των αποτυχιών, αφού οι ίδιοι είναι αυτοί που επέλεξαν αυτόν τον τύπο ασφάλισης.
 
Αντ' αυτών, τα οποία πρόκεται, με την πάροδο του χρόνου, να συμβούν, η κυβέρνηση επιχειρεί να επικοινωνήσει αυτόν τον σχεδιασμό, τον οποίο σκοπεύει να νομοθετήσει, με το "επιχείρημα" ότι οι αλλαγές αυτές θα οδηγήσουν, σε μια μεσοσταθμική αύξηση των συντάξεων, για τις μελλοντικές γενεές των συνταξιούχων, που θα κυμαίνεται, μέχρι και το 30%, με ένα κόστος, το οποίο, στον πρώτο χρόνο της εφαρμογής του, θα φθάσει, στα 100 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στα 40 χρόνια, που απαιτούνται, για την πλήρη ανάπτυξη του συστήματος (δηλαδή, μέχρι το 2061), το σωρευτικό κόστος της μετάβασης θα φθάσει, στο 0,5% του σωρευτικό ΑΕΠ της χώρας.
 
Οι κυβερνητικοί παράγοντες, μάλιστα, για να υποστηρίξουν τον σχεδιασμό τους, προχωρούν τον συλλογισμό τους, αναφερόμενοι, στους μισθωτούς ασφαλισμένους, οι οποίοι δίνουν το 6,5% του εισοδήματός τους, ενώ η μέση επικουρική σύνταξή τους φθάνει, στα 172,00 € - με το 70% των σημερινών συνταξιούχων να λαμβάνει μικρότερη σύνταξη -, η οποία σύνταξη υποτίθεται ότι, με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, που, τώρα προωθείται, ως συνέχεια του συστήματος της νοητής κεφαλαιοποίησης, που προώθησε, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Ν. 4387/2016 του Γιώργου Κατρούγκαλου (Με τον νόμο αυτόν, οι επικουρικές συντάξεις για όσους συνταξιοδοτούνται, από 1/1/2015 και μετά, έχουν στοιχεία κεφαλαιοποιητικού συστήματος και τα ποσά των συντάξεων, που λαμβάνουν, έχουν, ως βάση τις εισφορές, την ηλικία και τις υποθετικές αποδόσεις των αποθεματικών του ΕΤΕΑΕΠ), θα μπορέσει να αυξηθεί, έως και κατά 44%, μετά από 35 χρόνια εργασίας και με ετήσιο εισόδημα 12.000,00 €.
 
Περιττό να πούμε ότι αυτοί οι υπολογισμοί, οι οποίοι θυμίζουν, σε μια σύγχρονη έκδοσή τους, την ιστορία των αλβανικών πυραμίδων του 1997, την κατάρρευση των οποίων παρακολουθήσαμε, είναι προϊόν μιας καλπάζουσας φαντασίας, σύμφωνα με όσα έχουμε περιγράψει και δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν, διότι προεξοφλούν, αυτό, που δεν μπορεί και δεν πρέπει να προεξοφληθεί. Και αυτό γίνεται μάλιστα, με δεδομένη την σφοδρότατη πιθανότητα να πραγματοποιηθούν, όπως καταδείξαμε, σε διάφορες παραλλαγές, τα αντίθετα των όσων προεξοφλούνται, από τους κυβερνητικούς παράγοντες.
 
Το γιατί πρόκειται να συμβούν όσα θα επιχειρηθούν, από τον επερχόμενο κυβερνητικό σχεδιασμό, τα έχω περιγράψει, σε ένα πρόσφατο δημοσίευμά μου (Ιούνιος 2019), σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα και οι παραμυθολογίες της εντόπιας ελίτ. (Ευρώ και συντάξεις είναι έννοιες ασύμβατες. Τα αδιέξοδα της κοινωνικής, της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ασφάλισης, μέσα στα πλαίσια της σταθερής αποθησαυριστικής αξίας του ευρώ).
 
Ας θυμηθούμε ορισμένα πράγματα και ας τα συνδυάσουμε, με τον σχεδιασμό, που αναπτύσσει το κυβερνητικό επιτελείο.
 
Αυτό, που επιχειρεί η κυβέρνηση, είναι να απαλλαγεί, από ένα, όσο το δυνατόν μεγαλύτερο, μέρος των δημοσίων δαπανών. Δεν το πολυλέει, αλλά αυτό είναι που συμβαίνει, με την προσπάθειά της να στρέψει την επικουρική ασφάλιση, στα επαγγελματικά ταμεία (και πολύ περισσότερο), στην ιδιωτική ασφάλιση.
 
Με δεδομένη την ένταξη της χώρας, στην ευρωζώνη, το κράτος δεν μπορεί να διατηρεί, επί μακρόν, τις δαπάνες του, σε επίπεδα υψηλότερα των φορολογικών και λοιπών μη δανειακών εσόδων του. Πολύ περισσότερο, που, με το ευρώ, ως ξένο νόμισμα, του οποίου η έκδοση και η κυκλοφορία ελέγχεται, από την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., δεν επιτρέπεται η χρήση του όπλου της νομισματοκοπής, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι δημόσιες δαπάνες.
 
Έτσι, το ελληνικό κράτος υποχρεούται να λειτουργεί, ως μια ιδιωτική εταιρεία και να έχει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς (εκτός εάν καταφύγει σε δημόσιο δανεισμό, για τον οποίο, όμως, θα πρέπει να βρεθούν φθηνοί χρηματοδότες, κάτι που δεν είναι πρόσφορο, με δεδομένη την υπερχρέωση του ελληνικού δημοσίου και του γεγονότος ότι, σε κάθε περίπτωση, τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού είναι πολύ ακριβά). Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες του κράτους πρέπει να είναι, ασφυκτικά, ελεγχόμενες και θα πρέπει να μειωθούν.
 
Όπως έχουμε γράψει :  
 
"Το ελληνικό κράτος πρέπει, μέσα στα πλαίσια αυτά, να ακολουθεί μια μη πληθωριστική και στην ουσία, αντιπληθωριστική εισοδηματική πολιτική, που ως σύνολο, όμως, του αφαιρεί την αναγκαία δυνατότητα να λειτουργεί, σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, ως σταθεροποιητής της ελληνικής οικονομίας. Το ευρώ δηλαδή, όντας αποθησαυριστικό χρήμα και μη στηριζόμενο στην εκδαπάνησή του, ήτοι στην αναγκαία δαπάνη του, απαιτεί υψηλή ανεργία και συνεχόμενη λιτότητα. Το ευρώ, εξ ορισμού, δεν συμβαδίζει, με την πλήρη απασχόληση".
 
Αυτό, στην πράξη, σημαίνει μείωση των δημόσιων δαπανών, την οποία έχει διακηρύξει, προεκλογικά, η Νέα Δημοκρατία και την οποία έρχεται να εφαρμόσει η νέα συντηρητική κυβέρνηση. Και η σχεδιαζόμενη πολιτική, στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης, που παραδίδει ένα διευρυνόμενο τμήμα της επικουρικής ασφάλισης, στον ιδιωτικό τομέα και στα λεγόμενα επαγγελματικά ταμεία, αυτή την πολιτική της μείωσης των δημόσιων δαπανών έρχεται να υπηρετήσει.
 
Η κατάσταση, όσον αφορά το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα (είτε εαυτό είναι κοινωνικό, επαγγελματικό, ή ιδιωτικό) γίνεται χειρότερη, όταν θυμηθούμε το ζήτημα της αλληλεξάρτησης των γενεών και του δείκτη dependency ratio ([(ηλικίες 1 έως 15) + (ηλικίες 67 και άνω) + ανάπηροι + φοιτητές + άνεργοι + λοιποί] / (ηλικίες 15 έως 67) Χ 100), για τον οποίο έχουμε, μιλήσει, στο παρελθόν και ο οποίος περιγράφει τον βαθμό εξάρτησης όσων βρίσκονται στις ηλικίες, από 1, έως 15 ετών και όσων βρίσκονται, σε ηλικίες, από 67 ετών και άνω, σε σχέση με τις ενεργές ενδιάμεσες ηλικίες.
 
Κάπως έτσι, αρχίζει η διαδικασία της επισημοποίησης της απαγκίστρωσης του ελληνικού δημοσίου, από την υποχρέωση της καταβολής των συντάξεων, αφού αυτές οι συντάξεις, για τις οποίες κάνουμε λόγο, παύουν να είναι, έστω και ατύπως, εγγυημένες, από το κράτος.
 
Όπως έχουμε γράψει :
 
"Στα πλαίσια των παραπάνω διαπιστώσεων, όλες οι κουβέντες, που γίνονται και αφορούν ένα "βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα", τις "εγγυημένες συντάξεις" και την "μη περικοπή των συντάξεων" είναι λόγια του αέρα. Εντός του ευρώ και της ζώνης του, κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο και καμμία σύνταξη δεν μπορεί να είναι εγγυημένη, ως προς την σταθερή και απρόσκοπτη καταβολή της. Αυτό συμβαίνει επειδή η αποθησαυριστική συναλλακτική και συναλλαγματική αξία του ευρώ συνδέεται με ένα κυμαινόμενο, από χώρα, σε χώρα, ποσοστό ανεργίας, ανάλογα με την παραγωγικότητα της καθεμιάς, από αυτές. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί την βάση του παρόντος, από το 2002, προβλήματος της χώρας μας. Μόνο που ουδεμία συζήτηση διεξάγεται, επ' αυτού."
 
Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα, ενώπιον της οποίας ευρίσκεται η ελληνική κοινωνία. Και φυσικά, αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα ο κυβερνητικός σχεδιασμός, που στηρίζεται, στην ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, πρόκειται να την καταστήσει πολύ χειρότερη.  
 
Δυστυχώς...