Ότι οι δρόμοι της Ελλάδας και της Γερμανίας, είναι ασύμβατοι το έχουμε περιγράψει πολλές φορές. Αυτό, άλλωστε, ήταν γνωστό, στην εντόπια ελίτ, όταν αποφάσισε να προβεί, στην ολέθρια στρατηγική επιλογή της εισόδου, στην ευρωζώνη, με την κατάργηση της δραχμής, ως τοπικού μας νομίσματος και την αντικατάστασή της, από το ευρώ, το οποίο, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα.
 
Στο, αμέσως, προηγούμενο δημοσίευμα [Περνώντας από το ευρώ, στην νέα δραχμή. (Από τον Απρίλιο του 2010, έως σήμερα, το μόνο πρόβλημα είναι ότι το αναγκαίο και εύκολα, πραγματοποιήσιμο πρόγραμμα, για την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, δεν έχει την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας της εντόπιας ελίτ, ενώ ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αρνείται να αναλάβει την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος)] είδαμε την πορεία της σαρωτικής πτώσης της ανταγωνιστικότητας - δηλαδή του συνδυασμού της παραγωγικότητας, με τον πληθωρισμό - της ελληνικής παραγωγής, σε σχέση, με την αντίστοιχη γερμανική, αμέσως, μετά την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Τώρα, θα δούμε το πώς αυτή η σαρωτική πτώση απεικονίζεται, στα πραγματικά μεγέθη των οικονομιών των δύο χωρών, οι οποίες δεν έχουν κανένα κοινό στοιχείο, μεταξύ τους, πλην του κοινού νομίσματος.
 
Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε, με έναν εξαγωγικό γίγαντα, την Γερμανία και έναν εξαγωγικό νάνο, την Ελλάδα. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε, με μία οικονομία, η οποία έχει έναν σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό, αφού το 38,74% της ετήσιας παραγωγής της (3,276 δισ. €, μετρημένης, σε επίπεδο συναλλαγματικών ισοτιμιών και όχι αγοραστικής δύναμης), το 2017, κατευθύνεται, στις εξαγωγές (1,269 δισ. €) και στην δεύτερη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε, με μια εσωστρεφή οικονομία, της οποίας,  οι εξαγωγές (27,91 δισ. €) αντιπροσωπεύουν, το 2017, μόλις, το 15,71% της συνολικής της παραγωγής, η οποία ανέρχεται, στα 177,62 δισ. €).
 
Όταν εξετάσουμε τις αντίστοιχες ισορροπίες, στο επίπεδο των εισαγωγών της γερμανικής και της ελληνικής οικονομίας, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Η γερμανική οικονομία εισάγει προϊόντα, αξίας 1,004 τρισ. €  τα οποία αντιπροσωπεύουν το 30,66% του ΑΕΠ της (έτος μέτρησης το 2017), γεγονός το οποίο είναι, άνετα, ανεκτό, λόγω των υπέρογκων εξαγωγών της, ενώ η ελληνική οικονομία, στο ίδιο έτος μέτρησης, εισήγαγε προϊόντα αξίας 46,25 δισ. €, τα οποία αντιπροσωπεύουν, το 26,04% του ΑΕΠ της, γεγονός το οποίο οδηγεί την χώρα, σε αδιέξοδα, λόγω των, κατά πολύ, μικρότερων εξαγωγών της.
 
Από τα στοιχεία αυτά, επιβεβαιώνεται ο πίνακας, με τον οποίο αρχίζει το παρόν δημοσίευμα και ο οποίος περιγράφει την εξέλιξη του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος, κατά την περίοδο 1990 - 2011, ένα πλεόνασμα το οποίο διογκώθηκε, στα χρόνια που το ευρώ καθιερώθηκε, ως κοινό νόμισμα και αντιπροσωπεύει, περισσότερο, από το 90% των πλεονασμάτων των χωρών της ευρωζώνης. Έτσι, το γερμανικό πλεόνασμα, από τα 152 δισ. €, που ήταν το 2011, έχει φουσκώσει και έχει φθάσει, στα 261,65 δισ. €, το 2017.
 
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική οικονομία, παρά τα μακροχρόνια και επίμονα μέτρα λιτότητας, που έχουν ληφθεί, στα χρόνια των τεσσάρων Μνημονίων, που της έχουν επιβληθεί, παραμένει να είναι μια ελλειμματική οικονομία, της οποίας, μάλιστα, το εξωτερικό έλλειμμα διευρύνεται, όταν αυτή ισορροπεί, όπως συμβαίνει, από το 2017 και μετά, έστω και στα τωρινά χαμηλά επίπεδα, τα οποία είναι αποτέλεσμα των μακροχρόνιων μέτρων λιτότητας, που επέβαλαν οι ευρωθεσμικοί δανειστές και το ΔΝΤ. Μάλιστα το ελληνικό εμπορικό έλλειμμα, το 2017, φθάνει στα 18,34 δισ. €, ήτοι στο 10,31% του ΑΕΠ της χώρας μας.
 
Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, πρέπει να πούμε ότι το 2016, που ήταν το τελευταίο έτος του ελληνικού κατήφορου, ο οποίος ξεκίνησε το 2009 και επιτάθηκε, στον υπερθετικό βαθμό, από την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, από το 2010 και μετά, το ελληνικό εμπορικό έλλειμμα έφθασε, στα 16,24 δισ. €, γεγονός που αποδεικνύει ότι το φρένο, στην κατρακύλα του ΑΕΠ, συνδυάζεται με διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος της ελληνικής οικονομίας, επειδή η ελληνική παραγωγή εξακολουθεί να μην μπορεί να καλύψει την εσωτερική ζήτηση, αφού τα τέσσερα Μνημόνια, όχι, μόνο, δεν άλλαξαν, στο παραμικρό την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και χειροτέρευσαν τα πράγματα.
 
Στα πλαίσια των κανόνων του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού, που επικρατούν, στον χώρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, η ελλειμματική ελληνική οικονομία είναι ώριμη, για μέτρα λιτότητας και η γερμανική οικονομία είναι ώριμη, για μέτρα νομισματικής επέκτασης. Πλην, όμως, ενώ, η ελληνική οικονομία είναι σαφές ότι θα βρεθεί ενώπιον του (υποτιθέμενου ως) προβλήματός της και θα υποστεί, αργά, ή γρήγορα, τα αντίστοιχα μέτρα, προκειμένου να μαζευτεί η (εμφανιζόμενη ως) υπερβάλλουσα ζήτηση, που αυξάνει τις εισαγωγές και να εξισορροπηθεί το εμπορικό της έλλειμμα, η γερμανική οικονομία δεν πρόκειται να αναθερμανθεί, με αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, ούτε και πρόκειται να προχωρήσει, σε εξωτερικές επενδύσεις, στις χώρες της ευρωζώνης, επειδή οι μισές (και ακόμη περισσότερο) εξαγωγές των κεφαλαίων της - πρόκειται, για το ποσόν των 261,65 δισ. € του εμπορικού της πλεονάσματος - στρέφονται, προς τις χώρες, που βρίσκονται, εκτός ευρωζώνης.
 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ενώ υπάρχουν οι κανόνες οι οποίοι επιβάλλουν τους περιορισμούς των εξωτερικών ελλειμμάτων, από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχουν αντίστοιχοι κανόνες, οι οποίοι να υποχρεώνουν τις πλεονασματικές χώρες να εξισορροπούν τα πλεονασματά τους. Και πολύ περισσότερο, δεν υπάρχουν κανόνες, που να υποχρεώνουν αυτές τις χώρες της ευρωζώνης (δηλαδή, ουσιαστικά, την Γερμανία) να επενδύουν τα πλεονάσματά τους, εντός του χώρου της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.  
 
Στα πλαίσια αυτά, οι γερμανικές εξαγωγικές ελίτ προτιμούν τα κέρδη, που βγάζουν από τις συναλλαγές τους, με βάση το ευρώ, το οποίο, στην πράξη, λειτουργεί, ως ένα, επαρκέστατα, υποτιμημένο μάρκο (αλλά και ως υπερβολικά, ανατιμημένη δραχμή, λιρέττα, πεσέτα, εσκούδο κλπ), να τα επενδύουν, σε εκείνες τις χώρες, που θα τους αποδώσουν, περισσότερα κέρδη, είτε αυτές βρίσκονται, εντός ευρωζώνης, είτε εκτός αυτής. Και αυτό πράττουν, αφού η ευρωζώνη, ως νομισματικός χώρος, δεν είναι και δεν λειτουργεί, ως ομοσπονδιακό κράτος.
 
Πολλοί αναρρωτιούνται, γιατί συμβαίνει αυτό. Το έχουμε ξαναπεί. Η νομισματική πολιτική της Ε.Κ.Τ., αμέσως, μετά την λειτουργία της ευρωζώνης προσδιόρισε μια μέση ισοτιμία του ευρώ, η οποία, οδηγεί την γερμανική οικονομία να λειτουργεί, με ένα υπερβολικά υποτιμημένο νόμισμα, για να αποκτά πλεονεκτήματα, στις διεθνείς αγορές (γι' αυτό φωνάζει και παίρνει προστατευτικά μέτρα, απέναντι στην ευρωπαϊκή και κυρίως την γερμανική παραγωγή ο Donald Trump)
 
Η  αξία, όμως, του ευρώ, με μια σχέση ισοτιμίας, με το γερμανικό μάρκο, ισορροπεί, ως 1 "γερμανικό" ευρώ/1,88 δολλάριο. Αυτή η ισοτιμία σημαίνει ότι οι γερμανικές εξαγωγές, αντί να έχουν, ως συναλλακτική βάση το 1 μάρκο και 88 πφένιχ, έχουν μια πολύ φθηνότερη βάση, σε σχέση με το δολλάριο, η οποία ισούται, με το "μέσο" ευρώ, του οποίου η συναλλαγματική αξία ισούται, περίπου, με 1 δολλάριο και 13 σεντς. Φυσικά, αυτή η μέση συναλλαγματική ισοτιμία λειτουργεί πολύ ευνοϊκά, για την γερμανική παραγωγή, αφού φθηναίνει τις εξαγωγές και καθιστά ακριβές τις εισαγωγές.
 
Όμως, για τις ελλειμματικές χώρες του ευρωπαϊκού νότου και ιδίως, για την Ελλάδα, το ευρώ λειτουργεί καταστροφικά, αφού είναι πολύ υπερτιμημένο, όσον αφορά τα επίπεδα της ελληνικής οικονομίας και καθιστά μη ανταγωνιστική την ελληνική παραγωγή. Έτσι, η  ελληνική παραγωγή, αντί να έχει ως συναλλακτική βάση την μια αντίστοιχη δραχμή, που  θα έπρεπε να ισοδυναμεί, με 0,80 του δολλαρίου, έχει, ως βάση, το μέσο ευρώ, του οποίου η τρέχουσα ισοτιμία, όπως προαναφέραμε, κυμαίνεται, στο 1,13 του δολλαρίου. 
 
Από εκεί και πέρα, η κατάρρευση της ελληνικής παραγωγής ήταν αναμενόμενη, ως ένα, περίπου, φυσικό φαινόμενο. Αυτό άλλωστε, είναι το τεράστιο έγκλημα του Κώστα Σημίτη και της ελληνικής "ευρωπαϊστικής" ολιγαρχίας, σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας.
 
 
 
 
 
 
Με αυτά τα δεδομένα, αυτό, που καθίσταται, περισσότερο, από προφανές, είναι ότι η ελληνική οικονομία, όχι, μόνο, δεν πρόκειται να ανακάμψει, έχοντας το ευρώ, ως κοινό νόμισμα, με την Γερμανία, αλλά και θα συνεχίσει την καθοδική της πορεία, σε μακροχρόνια βάση, χωρίς ποτέ να αλλάξει την παραγωγική της δομή, η οποία, ως μέγεθος, θα συνεχίσει να φθίνει, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα, ο οποίος περιγράφει τα μαύρα χάλια της Ιταλίας, στα χρόνια της ευρωζώνης, με την δραματική συρρίκνωση του ΑΕΠ της, από το 2002, που εντάχθηκε, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και μετά, ως ποσοστού του παγκόσμιου ΑΕΠ, πέφτοντας, από το 4%, το 2000, κάτω από το 2,5%, το 2019.
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, που απαιτούν την άμεση προστασία, την γοργή επέκταση και την ταχεία ανάπτυξη της ελληνικής παραγωγής, μόνον, οι παράφρονες, αλλά και εκείνοι, που εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα, συνυφασμένα, με αλλότρια, μπορούν να επιμένουν να κρατούν την ελληνική οικονομία, στην ευρωζώνη. 
 
Δυστυχώς, αυτοί υπάρχουν (μιλάμε, για την εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ και τον στικό και τον κομμουνιστογενή πολιτικό κόσμο της χώρας, που, μαζύ με τους ευρωθεσμούς, έχουν δέσει, χειροπόδαρα, την ελληνική κοινωνία, στο καθεστώς της παρούσας νεοαποικιακής χρεωδουλείας) και εξακολουθούν να παραπλανούν και να πείθουν τους πολλούς ότι άλλη οδός δεν υφίσταται.
 
Βέβαια, άλλη οδός υπάρχει, αφού όλοι οι, περί του αντιθέτου, ισχυρισμοί των ευρωελίτ αποτελούνται από απάτες και αυταπάτες.
 
Και η αυτή η άλλη οδός είναι η επιστροφή, στο εθνικό μας νόμισμα. Την δραχμή.
 
Αλλιώς, η ελληνική οικονομία, στην καλύτερη περίπτωση, θα παραμείνει, σε μια κατάσταση μακροχρόνιας στασιμότητας, ενώ η ελληνική κοινωνία θα συνεχίσει να παραπαίει.