Η επαναφορά, στο προσκήνιο, του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας δεν αποτελεί έκπληξη. Η προεκλογική περίοδος, εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019, μπορεί να είναι, υποτονική, λόγω της βέβαιης και άνετης νίκης της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι, μέσα σε αυτό το κλίμα, δεν είναι δυνατόν να προκύψουν ζητήματα, τα οποία είναι ενδιαφέροντα και θα αποτελέσουν, περίπου άμεσα, μέρος της ατζέντας, που θα αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση.
 
Το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό ζήτημα της χώρας, με την αντικατάσταση του λεγόμενου "νόμου Κατρούγκαλου", δηλαδή του καταστροφικού Ν. 4387/2016, που εισήγαγε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και που υποτίθεται ότι το ρυθμίζει, μέσω της εισαγωγής των κανόνων της νοητής κεφαλαιοποίησης, οι οποίοι μετατρέπουν το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, σε κεφαλαιοποιητικό, με την ρήτρα των μηδενικών ελλειμμάτων, την περικοπή των συντάξεων, όταν προκύπτουν ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία, όπως και η, περαιτέρω, απελευθέρωσή του, από τους κανόνες της κοινωνικής ασφάλισης, με την αναμενόμενη εκτεταμένη εισαγωγή του θεσμού των επαγγελματικών ταμείων, τα οποία πρόκειται να λειτουργήσουν, ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και η παραχώρηση μιας μεγαλύτερης ασφαλιστικής πίτας, στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, που σχεδιάζει το επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας, είναι γεγονός ότι πρόκειται να διαταράξει την ζωή εκατομμυρίων συμπολιτών μας. Αυτό είναι βέβαιο.
 
Παρά το γεγονός ότι οι ευρωθεσμοί και το ΔΝΤ έχουν δώσει τις κατευθύνσεις, πάνω στις οποίες κινείται το σύνολο του μνημονιακού πολιτικού κόσμου της χώρας, έχουν αρχίσει οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις, για το ποιό ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα είναι καλύτερο και ποιό πιο ασφαλές, για το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό κοινό του τόπου μας. Όμως, αυτές οι συζητήσεις και οι - υποτιθέμενες ως - αντιπαραθέσεις, στα πλαίσια του ευρώ και της ζώνης του, στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου. Οι διάφορες κραυγές, που απαιτούν την "κρατική εγγύηση των συντάξεων", την "μη περικοπή των συντάξεων", ή την "μη απορρόφηση των επικουρικών συντάξεων, από την επαγγελματική και την ιδιωτική ασφάλιση", κρούουν θύρες κλειστές. Ερμητικά, κλειστές.
 
Η πικρή αλήθεια είναι ότι όλη αυτή η προστατευτική φιλολογία, που αναπτύσσεται όλη αυτή την δεκαετία της βαριάς οικονομικής κρίσης και της χρεωκοπίας της χώρας, συνυπάρχει, με την διαδοχική και συνάμα, δραματική μείωση των συντάξεων και την συγκέντρωση των ασφαλιστικών ταμείων, σε δύο ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΕΦΚΑ, για την κύρια ασφάλιση και ΕΤΕΑΕΠ, για την επικουρική), παράλληλα, με την οικονομική τους συρρίκνωση, η οποία το μόνο που εγγυάται, είναι η, παραπέρα, μείωση των συντάξεων, σύμφωνα, με τις οικονομοτεχνικές διαδικασίες της επίτευξης μηδενικών ελλειμμάτων. 
 
Η σκληρή πραγματικότητα, που αντιμετωπίζει και θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία είναι ότι αυτή η φιλολογία βρίσκεται έξω από το πνεύμα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης και του κοινού νομίσματος, γεγονός, που σημαίνει ότι κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να είναι - και δεν είναι - εγγυημένο. 
 
Το γιατί συμβαίνει αυτό, όπως και το γιατί όλα αυτά, που λέγονται, για την διάσωση και την εγγύηση των συντάξεων, είναι ανοησίες, δεν είναι δύσκολο να το κατανοήσουμε. Ας δούμε τις αιτίες αυτής της κατάστασης, οι οποίες εντοπίζονται, στους όρους δόμησης του ευρώ, λιγότερο ως χρήματος και περισσότερο, ως ενός κρυφού και συνάμα σκληρού, έως παγωμένου, μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών.
 
Το σύγχρονο κράτος της εποχής του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης των αγορών, από την ίδια την λειτουργία του, είναι ένα πολύ μεγάλο κράτος, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων, το οδηγεί, στο να πραγματοποιεί πολύ μεγάλες δαπάνες, προκειμένου να μπορέσει να κρατήσει, σε ισορροπία, την λειτουργία του συγκεκριμένου οικονομικού συστήματος.
 
Αυτές οι μεγάλες δαπάνες, βέβαια, πρέπει να χρηματοδοτηθούν, είτε μέσα από φορολογία, είτε μέσα από αυξανόμενο δανεισμό, είτε, μέσα από την διαδικασία της κρατικής νομισματοκοπής. Αυτοί είναι οι μηχανισμοί χρηματοδότησης των δαπανών ενός κράτους, όταν αυτό είναι κυρίαρχο. Και φυσικά, ένα κράτος είναι κυρίαρχο, όταν εκδίδει το δικό του νόμισμα.
 
Για την χώρα μας, η χρηματοδότηση των υψηλών κρατικών δαπανών της δεν θα ήταν ένα αξεπέραστο πρόβλημα, εάν η Ελλάδα δεν είχε, ως νόμισμα, το ευρώ, το οποίο, όμως, επειδή η έκδοσή του και η κυκλοφορία του ελέγχεται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, χωρίς να μπορούν, σε αυτή την διαδικασία να παρέμβουν οι ελληνικές αρχές, λειτουργεί ως ξένο νόμισμα, γεγονός, το οποίο καθιστά το ευρώ ακατάλληλο, ως χρήμα, για την ελληνική οικονομία.  
 
Με δεδομένο το γεγονός ότι η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και οι ευρωπαϊκές ελίτ, αποφάσισαν ότι, στα κράτη, που είναι μέλη της ευρωζώνης, οι κρατικές δαπάνες δεν πρέπει να χρηματοδοτούνται, από την κρατική νομισματοκοπή, προκειμένου το ευρώ να μπορεί να διατηρεί αλώβητη την συναλλαγματική και την εσωτερική συναλλακτική του αξία και προκειμένου να επιτρέπεται η ελεύθερη και απρόσκοπτη κίνηση των κεφαλαίων, είναι σαφές ότι όλη αυτή η διαδικασία εσωτερίκευσης των κανόνων της παγκοσμιοποίησης, στον χώρο της ευρωζώνης, θα οδηγούσε σε κρίση, είτε από καθαρά εσωτερικά αίτια, είτε από την πίεση εξωγενών παραγόντων, όπως ήταν αυτή της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης, στην Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2008 και της βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, που ακολούθησε.
 
Υπό το καθεστώς αυτών των συνθηκών, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να κρατάει τις δαπάνες του, σε ένα τέτοιο επίπεδο, το οποίο να οδηγεί την οικονομία να λειτουργεί, σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης, ή, να βρίσκεται, υπό καθεστώς ελεγχόμενης ανεργίας και υποαπασχόλησης. Κάτι που, άλλωστε, συμβαίνει και με όλα τα εθνικά κράτη της ευρωζώνης.
 
Στην ουσία, λοιπόν, το ελληνικό κράτος, όσο βρίσκεται, εντός της ευρωζώνης και έχει παραδώσει το δικαίωμα της δημιουργίας του χρήματος και της νομισματοκοπής, στην μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., οφείλει να λειτουργεί, σαν μία ιδιωτική εταιρεία και όπως μια οικογένεια, έχοντας ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, δηλαδή με, ασφυκτικά ελεγχόμενες δαπάνες, οι οποίες, όταν υφίστανται, θα πρέπει να οδηγούν την, εκάστοτε, κυβέρνηση να προσφεύγει, σε δανεισμό και έτσι να πληροί τα κριτήρια, που θέτει η μπατιροτραπεζοκρατία, η οποία από κυριαρχούμενος μηχανισμός, μετατρέπεται, σε κυρίαρχο. 
 
Φυσικά, το ελληνικό κράτος πρέπει, μέσα στα πλαίσια αυτά, να ακολουθεί μια μη πληθωριστική και στην ουσία, αντιπληθωριστική εισοδηματική πολιτική, που ως σύνολο, όμως, του αφαιρεί την αναγκαία δυνατότητα να λειτουργεί, σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, ως σταθεροποιητής της ελληνικής οικονομίας. Το ευρώ δηλαδή, όντας αποθησαυριστικό χρήμα και μη στηριζόμενο στην εκδαπάνησή του, ήτοι στην αναγκαία δαπάνη του, απαιτεί υψηλή ανεργία και συνεχόμενη λιτότητα. Το ευρώ, εξ ορισμού, δεν συμβαδίζει, με την πλήρη απασχόληση.
 
Κάπως έτσι, όμως, αναγκαστικά, το σύνολο των αναγκαίων πολιτικών, πέραν της νομισματικής πολιτικής, που, ήδη, είναι, στα χέρια της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης, περνάει και αυτό, στην δικαιοδοσία της Ε.Κ.Τ, υποβιβάζοντας, την ελληνική κυβέρνηση, στην θέση του απλού διεκπεραιωτή των εντολών του συμβουλίου των κεντροτραπεζιτών και της Commisssion.
 
Στα πλαίσια των παραπάνω διαπιστώσεων, όλες οι κουβέντες, που γίνονται και αφορούν ένα "βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα", τις "εγγυημένες συντάξεις" και την "μη περικοπή των συντάξεων" είναι λόγια του αέρα.  Εντός του ευρώ και της ζώνης του, κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο και καμμία σύνταξη δεν μπορεί να είναι εγγυημένη, ως προς την σταθερή και απρόσκοπτη καταβολή της.
 
Αυτό συμβαίνει επειδή η αποθησαυριστική συναλλακτική και συναλλαγματική αξία του ευρώ συνδέεται με ένα κυμαινόμενο, από χώρα, σε χώρα, ποσοστό ανεργίας, ανάλογα με την παραγωγικότητα της καθεμιάς, από αυτές.
 
Αυτή η διαπίστωση αποτελεί την βάση του παρόντος, από το 2002, προβλήματος της χώρας μας. Μόνο που ουδεμία συζήτηση διεξάγεται, επ' αυτού.
 
Αυτή η αποθησαυριστική συναλλαγματική και συναλλακτική αξία του ευρώ, εντός της ελληνικής οικονομίας, είναι πολύ ακριβή, για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας (και πολύ φθήνη, για την γερμανική). 
 
Το αποτέλεσμα, που προκύπτει, είναι ότι η ανεργία, διατηρείται και θα διατηρείται, μακροχρόνια, σε ακραία υψηλά επίπεδα, τα οποία καθίστανται απαραίτητα, για να παραμένει προστατευμένη αυτή η μη εκδαπανιστική αξία του ευρώ, γεγονός το οποίο πλήττει, ευθέως και ουσιωδώς, το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας, αφού η διηνεκής διατήρηση αυτής της υψηλής ανεργίας στερεί, από αυτό, τα αναγκαία έσοδα, για την λειτουργία του.
 
Από όλα αυτά, που, μέχρι τώρα, ειπώθηκαν, γίνεται κατανοητό ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται, στο νόμισμα, που έχει υιοθετήσει. Εντοπίζεται, στο ευρώ και την αποθησαυριστική του αξία, δηλαδή στην σπανιότητά του, που κρατά αυτή την αξία, σε υψηλά επίπεδα, την στιγμή, που η αναπτυξιακή διαδικασία, για να μπορέσει να εξελιχθεί και να παραγάγει αποτελέσματα, απαιτεί υψηλές δαπάνες, οι οποίες, ως μηχανισμός, πάντοτε, προηγούνται των αποταμιεύσεων, τις οποίες, εν τέλει, είναι οι δαπάνες που δημιουργούν, παρά την περί του αντιθέτου, δογματική θεωρητική προσέγγιση της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας (η οποία, στην πράξη, βέβαια, για να κρατήσει, σε μια παρατεταμένη κατάσταση ζόμπυ, την ευρωζώνη, πράττει, μέσω των προγραμμάτων νομισματικής χαλάρωσης, τα αντίθετα, με έναν, εντελώς, διεστραμμένο τρόπο), ότι είναι οι αποταμιεύσεις, που δημιουργούν τις δαπάνες.
 
Τα πράγματα χειροτερεύουν, για το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, όταν εξετάσουμε την αλληλεξάρτηση των γενεών, για την οποία υφίσταται ένας δείκτης, που αποκαλείται dependency ratio και ο οποίος αποδίδει τον βαθμό εξάρτησης όσων βρίσκονται, στις ηλικίες, από 1, έως 15 ετών και όσων βρίσκονται, σε ηλικίες, από 65, ή 67 και άνω, σε σχέση με τις ενδιάμεσες και ενεργές, εργασιακά, ηλικίες, ήτοι  :
 
[(ηλικίες 1 έως 15) + (ηλικίες 65, ή 67 και άνω) + ανάπηροι + φοιτητές + άνεργοι + λοιποί]  / (ηλικίες 15 έως 65, ή 67)  Χ  100.
 
Αυτό το κλάσμα δείχνει, ανάγλυφα, τα προβλήματα, που προκύπτουν, μέσα στα πλαίσια των κανόνων, που αφορούν τους δημοσιονομικούς στόχους, για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς του ελληνικού κράτους, μέσα στα πλαίσια της ευρωζώνης, αφού, με την αύξηση των εντασσόμενων, στις εξαρτημένες και μη ενεργές ηλικίες και κατηγορίες του πληθυσμού, σε σχέση με τις ενεργές εργασιακές ηλικίες, ο δείκτης αλληλεξάρτησης μεγαλώνει.
 
Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, το οποίο αφορά όλες τις χώρες της ευρωζώνης, με την αύξηση του πληθυσμού των μη ενεργών εξαρτώμενων και την μείωση των ενεργών και μη εξαρτημένων, είναι ότι το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να αυξάνει, συν τω χρόνω, την φορολογία, επειδή θα έχει λιγότερα έσοδα, καθώς και τις ασφαλιστικές εισφορές, στους εργαζόμενους. Αυτό το γεγονός καθιστά το συνταξιοδοτικό σύστημα (κοινωνικοασφαλιστικό, επαγγελματικό και ιδιωτικό) μη βιώσιμο και οδηγεί, σε ελλείμματα, σε περικοπές δαπανών, δηλαδή σε περικοπές των συντάξεων, ενώ ανακυκλώνει το πρόβλημα.
 
Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι όλη αυτή η ανοησιολόγα συζήτηση, που αναπτύσσεται, στους κόλπους της εντόπιας ελίτ και μεταφέρεται, στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, για την μετατροπή της κοινωνικής ασφάλισης, εν μέρει, σε επαγγελματική και καθαρά, ιδιωτική, είναι αδιέξοδη, αφού το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας, υπό το καθεστώς της ευρωζώνης, παραμένει να βρίσκεται και αυτό, σε αδιέξοδο, ακόμη και αν ενταχθούν, σε αυτήν οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί.
 
Στην πραγματικότητα, η απρόσκοπτη παροχή των συντάξεων και το ευρώ αποτελούν φαινόμενα, τα οποία είναι ασυμβίβαστα και δεν μπορούν να συνυπάρξουν το ένα με το άλλο. Το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι χρηματοδοτικό, υπό την έννοια της αποταμιευτικής εξασφάλισης χρημάτων, μέσω μειώσεων των δαπανών και αύξησης των φόρων, δηλαδή με μείωση των συντάξεων, που χορηγεί ο ΕΦΚΑ και την διάλυση των παλαιών επικουρικών ταμείων, που εντάχθηκαν, στο ΕΤΕΑΕΠ, προκειμένου να συσσωρευθούν κεφάλαια, για το μέλλον, με τα οποία (υποτίθεται ότι) οι νέοι και οι μελλοντικοί συνταξιούχοι θα μπορούν να αγοράζουν αγαθά.
 
Εννοείται ότι όλα αυτά είναι παραληρηματικές κατασκευές και ανοησίες, αφού περικοπή των δαπανών και η αποταμίευση κεφαλαίων, τα οποία στερούνται, από την τωρινή παραγωγή, οδηγούν, στην μείωση του ΑΕΠ της χώρας και αυξάνουν την ανεργία, καθιστώντας το παραγωγικό εργατικό δυναμικό της χώρας πτωχότερο και παραγωγικά, χωρίς την κατάλληλη και απαραίτητη εμπειρική εργασιακή γνώση, όπου και αν επενδυθούν τα όποια κεφάλαια συσσωρευθούν, με αυτόν τον τρόπο.
 
Το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας θα αντιμετωπισθεί, μόνον, στα πλαίσια της αντιμετώπισης του προβλήματος της πραγματικής οικονομίας, με την έξοδο της Ελλάδας, από το ευρώ και την ζώνη του και την επαναφορά της δραχμής, ως τοπικού νομίσματος της χώρας μας, με δεδομένο το γεγονός ότι, με την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, το ελληνικό κράτος θα έχει απεριόριστη δυνατότητα να προβαίνει, στις απαραίτητες δαπάνες και θα μπορεί να αγοράσει κάθε τί που θα παράγεται, εντός των πλαισίων της ελληνικής οικονομίας, σε συνθήκες μηδενικής ανεργίας.
 
Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι, υπό το καθεστώς της νέας δραχμής, η οικονομική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων θα προβαίνει, σε αυτό το επίπεδο και σε αυτόν τον καταμερισμό των δαπανών, που απαιτούνται, ούτως ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες, που είναι απαραίτητες, για να μπορούν οι εργαζόμενοι του μέλλοντος να παράγουν, σε συνθήκες μηδενικής ανεργίας και να ανταποκρίνονται, στις απαιτήσεις του πληθυσμού της εποχής τους.
 
Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ότι το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι ένα χρηματοδοτικό πρόβλημα, αφού το κράτος, το οποίο θα μπορεί να ασκεί νομισματική και εισοδηματική πολιτική, με βάση το τοπικό νόμισμα της χώρας, θα έχει εξασφαλισμένο το απαραίτητο χρήμα για να χρηματοδοτήσει τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, χρηματοδοτώντας τους αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς, που αντιστοιχούν, σε κάθε συνταξιούχο.
 
Το πραγματικό ζήτημα αφορά την εντόπια παραγωγή και την προστασία της. Και αυτό το πρόβλημα αφορά το ύψος και των καταμερισμό των δαπανών, στο εσωτερικό της οικονομίας της χώρας, αλλά και στις εξωτερικές της συναλλαγές. Δηλαδή αφορά, το πόσα χρήματα θα δαπανήσουμε, για την κοινωνική πολιτική, για τις συντάξεις, για την κατανάλωση, για την άμυνα, για την υγεία κλπ. Όλα τα άλλα αποτελούν βλακείες. 
 
Ιδίως, όταν γίνει κατανοητό ότι ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ευρώ και ομαλή ροή των συνταξιοδοτικών παροχών είναι έννοιες ασύμβατες.