(Τα ασφυκτικά δεσμά του ευρώ, οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για την έκδοση ενός τοπικού νομίσματος και τα προκύπτοντα αδιέξοδα).

 


 

 
 
 
 
Η ολική επαναφορά της Νέας Δημοκρατίας, αυτή την φορά, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στην διακυβέρνηση της χώρας, με ποσοστά, τα οποία πιθανόν είναι να πλησιάζουν, σε, προ της κρίσης του 2008 και της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010, επίπεδα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, στην μνημονιακή πορεία της χώρας.
 
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον Αλέξη Τσίπρα, απέρχεται, κρατώντας, όπως φαίνεται, ένα όχι ασήμαντο κεφάλαιο, σε πολιτική επιρροή, στις τάξεις των ψηφοφόρων, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δεδομένο ότι αυτή η επιρροή θα παραμείνει αλώβητη, στην περίοδο, που θα ακολουθήσει, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019. Αποτελεί, όμως, μια καλή βάση εκκίνησης, για το κόμμα της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, το οποίο η θητεία του, στην κυβέρνηση, το μετάλλαξε σε μια, πλήρως, καθεστωτική συνιστώσα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
 
Με την αποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ, από την κυβέρνηση, η εξέταση της πολιτικής, που θα ακολουθηθεί, από την επόμενη ημέρα και μετά, είναι αυτό, που πρέπει να γίνει. Και όταν μιλάμε, για την πολιτική, ουσιαστικά, αναφερόμαστε, στην οικονομική πολιτική, αφού αυτή είναι εκείνη, που έχει σημασία, επειδή αποτελεί την καρδιά του όποιου (λιγότερο, ή περισσότερο) υπαρκτού κυβερνητικού σχεδιασμού του επιτελείου της Νέας Δημοκρατίας.
 
Για το κυβερνητικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, εάν και εφ' όσον αυτό επιχειρηθεί να εφαρμοσθεί, έχουμε, ήδη και μάλιστα, εγκαίρως, μιλήσει [όποιος θέλει, μπορεί να διαβάσει το δημοσίευμα σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : 2009 - 2019 : Η ελληνική οικονομία και τα αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας. (Η ανισορροπία αποταμιεύσεων και επενδύσεων και η πτώση της ροπής προς κατανάλωση, ως αιτίες της οικονομικής κρίσης, μέσα στα πλαίσια των Μνημονίων)] και έχουμε περιγράψει τα αδιέξοδά του.
 
Μια μεγαλύτερη εμβάθυνση, αυτών των αδιεξόδων, την οποία πρόκειται να επιχειρήσω, με αυτό, εδώ, το κείμενο, πιστεύω ότι είναι πολύ χρήσιμη και έχει την αξία της, αφού οι μετεκλογικές εξελίξεις, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, είναι σαφές ότι θα προσδιορισθούν, από όσα προτίθεται και από όσα μπορέσει να πράξει η συντηρητική κυβέρνηση, που θα διαχειρισθεί, μετεκλογικά, τις τύχες του τόπου και η οποία, μετά την σάρωση κάθε συνδικαλιστικού και κοινωνικού αναχώματος, από την υπερτετραετή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφές ότι θα έχει, μπροστά της, έναν ευρύ χρονικό ορίζοντα, που, πιθανότατα, θα υπερβεί την τριετία, για να πράξει ό,τι βούλεται, χωρίς ουσιαστική κοινωνική αντίσταση.
 
Η ουσία της όλης υπόθεσης βρίσκεται, στο απλούστατο και κυριολεκτικά, αφοπλιστικό γεγονός ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία θα διαδεχθεί την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θα βρίσκεται και αυτή, κάτω από τον αστερισμό του ευρώ, ως κοινού νομίσματος της ευρωζώνης.
 
Έτσι, το μόνο άμεσο πραγματικό και πρώτης προτεραιότητας πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η χώρα και η όποια κυβέρνησή της, αφορά το χρήμα. Δηλαδή την παραγωγή, την κυκλοφορία και την διαχείρισή του. Αυτό το πρόβλημα προσδιορίζεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μια εξαιρετικά μεγάλη, ως μια ασφυκτική στενότητα χρήματος, η οποία καθιστά το κεφάλαιο και τις επενδύσεις, ως πολύ ακριβά αγαθά.
 
Τί σημαίνει αυτό, στην πράξη; 
 
Σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να βρουν το απαραίτητο χρήμα και φυσικά, δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία προέρχονται, στην πλειοψηφία τους, από την, προ κρίσεως, εποχή και τα οποία χρέη τα αγοράζουν τα διάφορα funds, σε πολύ χαμηλές τιμές, οι οποίες φθάνουν, μέχρι και το 8% της αξίας τους.
 
Έτσι, οι τράπεζες και τα funds, με την σειρά τους, ασκούν πιέσεις, για την αποπληρωμή των σχετικών δανείων, που έχουν κοκκινήσει, ή προχωρούν, σε πλειστηριασμούς, ενώ, παράλληλα, οι επιχειρήσεις αυτές, που, πριν από την κρίση αποτελούσαν, όπως και τώρα, αποτελούν την ραχοκοκκαλιά της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας, έχουν ως υποχρεώσεις να ανταποκριθούν, σε ένα συντελεστή φορολόγησης 29% και να προκαταβάλουν τον φόρο.
 
Αυτό, που λείπει, από τις ελληνικές επιχειρήσεις, είναι το χρήμα. Και το χρήμα, για να βρεθεί, από την κάθε παραγωγική μονάδα, αυτό, που απαιτείται, είναι πρωτίστως, η ύπαρξη κατανάλωσης, που δημιουργείται, από την ζήτηση των αγαθών. Η κατανάλωση, όμως, στα χρόνια της κρίσης, έχει καταβαραθρωθεί και συνεχίζει να είναι, απολύτως, ανεπαρκής, επειδή τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν έχουν το απαραίτητο μέσον. Δηλαδή το χρήμα.
 
Και αν δεν υπάρχει χρήμα, δεν μπορεί να υπάρξει καμμία σοβαρή επένδυση. Δεν νοείται επένδυση, σε μια αγορά προϊόντων, για τα οποία δεν υπάρχει ενεργός ζήτηση. Αυτή είναι η πεμπτουσία του ζητήματος της μακροχρόνιας, της  υπερδεκαετούς ελληνικής οικονομικής κρίσης.
 
Κάπως έτσι, μιλώντας, για το χρήμα και την ανεπάρκειά του, ερχόμαστε να μιλήσουμε, για το νόμισμα. Και μιλώντας, για το νόμισμα, από όλη την παραπάνω περιγραφή, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι το νόμισμα, και στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, το ευρώ, ως μια συγκεκριμενοποιημένη μορφή χρήματος, δεν είναι ουδέτερο, ως προς την παραγωγή, την οποία υποτίθεται ότι δεν επηρεάζει, όπως θέλει να μας κάνουν να πιστέψουμε οι θιασώτες της κλασικής φιλελεύθερης οικονομικής σκέψης και θεωρίας.
 
Το νόμισμα, ως ενεργό και ανενεργό χρήμα, δεν είναι άνευ σημασίας και δεν επηρεάζει, μόνο, τις τιμές, όπως διατείνονται οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι. Κάθε άλλο. Το νόμισμα, ως πραγματική υπόσταση, δηλαδή η παραγωγή και η κυκλοφορία του, ως προς την ταχύτητά της και ο πραγματικός δεσμός του, με την παραγωγή επενδυτικού και καταναλωτικού έργου, είναι σαφές ότι επηρεάζει την παραγωγή, η οποία εξασθενίζει, όταν η κατανάλωση είναι ανεπαρκής.
 
Στα πλαίσια αυτά, όταν η οικονομία έχει κατρακυλίσει, χάνοντας, περισσότερο, από το 1/4 της παραγωγής της, όταν οι άνεργοι υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο και οι μισθοί έχουν, αγρίως, περικοπεί, είναι σαφές ότι αυτό, που λείπει, για να ενεργοποιηθεί η οικονομία, είναι το χρήμα και έτσι, ουδείς μπορεί να ισχυρίζεται, στα σοβαρά, ότι το νόμισμα, ως ενεργό και ανενεργό χρήμα, είναι ουδέτερο.
 
Αυτό, που, μέχρι τώρα, περιγράψαμε, δεν είναι τίποτε άλλο, από αυτό που συμβαίνει, στην ελληνική οικονομία, πάνω από 10 χρόνια, τώρα και συνίσταται, στην πλήρη ανεπάρκεια των ιδιωτικών επενδύσεων να κρατήσουν την οικονομία της χώρας μας, σε έναν κάποιο ανεκτό ρυθμό ανάπτυξης. Αυτή είναι η πραγματικότητα, που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και αυτή την σκληρή πραγματικότητα θα βρει μπροστά της η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας
 
Ας συνοψίσουμε αυτή την πραγματικότητα :
 
Κατακρημνισμένη Κατανάλωση - Υποτονική Παραγωγή - Καταβαραθρωμένες Επενδύσεις.
 
Φυσικά, το πρόβλημα αυτό δεν είναι μη επιλύσιμο. Δεν είναι, ούτε καν, δυσεπίλυτο. Λύση υπάρχει. Και αυτή είναι εύκολη.
 
Από την εποχή της GREAT DEPRESSION και της "Γενικής Θεωρίας" του John Maynard Keynes, έχουμε μάθει ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος, όταν μια οικονομία έχει πέσει σε αυτή την αποκαλούμενη, ως παγίδα ρευστότητας, κατάσταση, η κυβέρνηση να περιμένει το πότε η ιδιωτική οικονομία θα καταφέρει, από μόνη της να απεμπλακεί, από αυτή την κατάσταση.
 
Έτσι, η κυβέρνηση της χώρας δεν μπορεί να περιμένει το πότε οι ιδιώτες καπιταλιστές, ή οι τραπεζίτες θα επενδύσουν τα (υποτιθέμενα ως) σπάνια κεφάλαιά τους, στην πραγματική οικονομία. Κάθε άλλο.
 
Αυτό που χρειάζεται, όταν ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να λειτουργήσει και να παραγάγει τις αναγκαίες επενδύσεις και επαρκές οικονομικό έργο, είναι η παρέμβαση του δημόσιου τομέα, με στόχο την πλήρη κάλυψη των καταναλωτικών και των επενδυτικών ανεπαρκειών του ιδιωτικού τομέα, με εργαλείο τις κρατικές δαπάνες και την επαρκή μεγέθυνση του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, προκειμένου ο παραγωγικός μηχανισμός της οικονομίας να τεθεί, σε λειτουργία, φθάνοντας, στα επίπεδα της πλήρους απασχόλησης.
 
Αυτό σημαίνει, βέβαια, ότι οι επενδύσεις, σε ένα μεγάλο τμήμα τους, σε μια σύγχρονη οικονομία, όπως η δική μας και όπως όλες οι οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού της εποχής μας, πρέπει να αποκτήσουν έναν σαφή κοινωνικό χαρακτήρα και να κρατικοποιηθούν, μέσω των κρατικών δαπανών οι οποίες πρέπει να φθάσουν, σε ένα τέτοιο επίπεδο, που η αύξηση των ενεργών κεφαλαίων να τα οδηγήσει να παύσουν να είναι σπάνια.
 
Το ευρώ, όμως, ως προϊόν μιας νομισματικής ένωσης, δεν μπορεί να λειτουργήσει και στην πράξη, δεν λειτουργεί, έτσι, αφού δεν εκδίδεται, από την Ε.Κ.Τ., με την λογική αυτή και δεν έχει την προσαρμοστικότητα, που απαιτείται, για να μπορεί να καλύπτει τις συχνές περιπτώσεις των υποκαταναλωτικών κρίσεων, που εμφανίζονται, ως κρίσεις υπερπαραγωγής, σε ένα αρρύθμιστο καπιταλιστικό σύστημα, είτε αυτές αφορούν τις ελεύθερες αγορές του 18ου και του 19ου αιώνα, είτε αφορούν τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό του 20ου και του 21ου αιώνα.
 
Το ευρώ, ως νόμισμα, έχει άλλη - την εντελώς, αντίθετη - λογική. Οι ιδρυτές του και οι διαχειριστές του (η Ε.Κ.Τ.) δεν ξεκινούν με την σκέψη ότι το κέντρο βάρους της δόμησης του κοινού νομίσματος πρέπει να βρίσκεται, στην αγοραστική του δύναμη και ότι αυτό πρέπει να προσαρμόζεται, ως προς τις ποσότητες και τις ταχύτητες κυκλοφορίας του, από την πραγματική κατάσταση της κάθε οικονομίας των χωρών της ευρωζώνης.
 
Η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. εκδίδει και κυκλοφορεί το ευρώ, με πολύ συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι ευνοούν την σπανιότητα και την αύξηση της συναλλαγματικής αξίας του νομίσματος αυτού, με την λογική ότι το νόμισμα, ως χρήμα, είναι και αυτό ένα εμπόρευμα, του οποίου η αξία είναι καθορισμένη και πρέπει να μένει, περίπου, σταθερή (όταν δεν αυξάνει), προκειμένου να ευνοηθούν οι κάτοχοί του, διατηρώντας, παράλληλα, τις σαφείς ταξικές και εισοδηματικές ισορροπίες, εντός των κοινωνιών των χωρών της συγκεκριμένης νομισματικής ζώνης.
 
Στην ουσία, δηλαδή, αυτό, που έγινε, με την δημιουργία της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, είναι η επιστροφή, στις προκεϋνσιανές πεποιθήσεις, που επικρατούσαν, στις τάξεις των φιλελεύθερων οικονομολόγων και των εφαρμοστών της οικονομικής πολιτικής, στις καπιταλιστικές χώρες και που συνέδεαν τα νομίσματα και το χρήμα, με τον χρυσό, ή το ασήμι, με την λειτουργία του "χρυσού κανόνα", θεωρώντας τα ως εμπορεύματα ορισμένης αξίας και όχι ως εργαλεία, για την οικονομική μεγέθυνση.
 
Με αυτά τα δεδομένα, γίνονται αντιληπτά τα αδιέξοδα, στα οποία πρόκειται να προσκρούσει η εφαρμογή του προγράμματος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αφού και αυτή, όπως και οι προηγούμενες, δεν μπορεί να ασκήσει αυτή την νομισματική, δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική, που είναι απαραίτητες, για την ανάταξη της οικονομίας της χώρας, στον βαθμό, που το νόμισμα της χώρας δεν είναι ένα εθνικό/τοπικό νόμισμα, αλλά το υπερεθνικό ευρώ, το οποίο εκδίδεται και ελέγχεται, πλήρως, από την Ε.Κ.Τ., της οποίας παράρτημα είναι η Τράπεζα της Ελλάδος και στην οποία δίνουν λογαριασμό ο Γιάννης Στουρνάρας και το αυριανό οικονομικό επιτελείο.
 
Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση, για να μπορέσει να λειτουργήσει το κράτος, θα πρέπει να το λειτουργεί, ως ένα ομοίωμα οικογένειας και επιχείρησης. Θα πρέπει, πρώτα να εισπράξει και να δαπανήσει, μετά. Αν δαπανήσει περισσότερα, από όσα εισπράττει, θα αυξήσει το χρέος και αυτό θα μεγεθύνει την ασκούμενη λιτότητα.
 
Αν δεν δαπανήσει περισσότερα, από όσα εισπράττει, τότε θα κρατήσει την οικονομία, σε επίπεδα στασιμότητας, διότι έτσι, δεν θα μπορέσει να δώσει την τόνωση, που είναι απαραίτητη, στην οικονομία. Και μάλιστα, με δεδομένα τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα, στους κρατικούς προϋπολογισμούς, που η ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να παραγάγει (συνεχώς, μέχρι το 2023, που θα λήξει η θητεία της), είναι σαφές ότι το επίπεδο της κατανάλωσης και της επένδυσης, στην ελληνική οικονομία, όλα αυτά τα χρόνια, που έρχονται, θα συνεχίσει να συμπιέζεται, αφού θα είναι απαραίτητο η φορολογία να μένει, σε ψηλά επίπεδα και οι κρατικές δαπάνες να παραμένουν χαμηλές, προκειμένου να τροφοδοτηθεί αυτή η διαδικασία παραγωγής πρωτογενών πλεονασμάτων, έστω και αν αυτά, μέσα από μια συμφωνία, με τους ευρωθεσμούς, γίνει δυνατό να μειωθούν.
 
Κάπου εδώ, η φορολογική πολιτική της νέας κυβέρνησης, η οποία ευαγγελίζεται μεγάλες μειώσεις, στην φορολογία - ακόμη και αν και όσο και αν οι ευρωθεσμοί γίνουν λιγότερο απαιτητικοί - θα βρεθεί, πολύ γρήγορα, ενώπιον αδιεξόδων. Οι φόροι, λόγω των δεδομένων καταστάσεων, που επικρατούν, στην ελληνική οικονομία και λόγω των υποχρεώσεων, που έχει αναλάβει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με το 4ο Μνημόνιο, το οποίο έχει συμφωνήσει, με τους ευρωθεσμούς και του οποίου οι συντάκτες ντρέπονται να πουν το όνομά του, θα πρέπει να μείνουν, υπερβολικά, υψηλοί, όσο και αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το οικονομικό του επιτελείο επιθυμούν να τους μειώσουν. Και όσο και αν επιχειρήσουν, μόλις αναλάβουν την διακυβέρνηση του τόπου, να τους μειώσουν.
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι κάποια στιγμή, στο προσεχές μέλλον, όσο και αν αυτό αργήσει (και θα αργήσει, διότι η μετεκλογική κυβέρνηση θα έχει τα περιθώρια να αναπτύξει την πολιτική της, λόγω της απογοήτευσης, που έφερε η κυβέρνηση της πρώτης φοράς Αριστεράς και λόγω της ανυπαρξίας πραγματικών κοινωνικών αντιπάλων, που θα είναι ικανοί να αντισταθούν, στις κυβερνητικές πολιτικές), η κυβερνητική πολιτική θα αποτύχει να προσελκύει την αποδοχή, ή/και την ανοχή της κοινωνίας, που έχει τώρα.
 
Έτσι, η ελπίδα, για την μείωση της φορολογίας και την επαγγελόμενη ανάπτυξη της οικονομίας, που - υποτίθεται ότι θα έλθει, ως αποτέλεσμα - , που τροφοδότησε το βουβό ρεύμα υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, ήδη, αμέσως, μετά την εκλογή, τον Ιανουάριο του 2016, του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας και η οποία ελπίδα συνεχίζει να τροφοδοτεί την επερχόμενη νίκη του κόμματος αυτού, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, κάποια στιγμή θα παύσει, εκ των πραγμάτων, να υφίσταται και θα αντικατασταθεί, από την απελπισία, η οποία θα προκύψει, από το σύνολο των "μεταρρυθμιστικών" και λοιπών πολιτικών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίες είναι σαφές ότι θα βρίσκονται, εντός των πλαισίων των απαιτήσεων των ευρωθεσμικών δανειστών.
 
Όλα αυτά, βέβαια, προκύπτουν, από την ιδιότυπη θέσπιση, ως, οιονεί, "ποινικού" αδικήματος, από την εγκληματοποίηση των δημοσίων ελλειμμάτων, που έχει, παράλογα, επιβάλλει η λειτουργία του ευρώ, ως ενός ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισορροπιών, ο οποίος απαιτεί την, περίπου, σταθερή συναλλαγματική αξία αυτού του χρηματόγραφου, το οποίο εμφανίζεται, ως νόμισμα.
 
Στην πραγματικότητα, βέβαια, όπως προκύπτει, από όσα, έως τώρα, είπαμε, τα δημόσια ελλείμματα, σε περιόδους ύφεσης, ή/και μακροχρόνιας κρίσης, σαν αυτή, που ζούμε, κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, κάθε άλλο, παρά έγκλημα είναι. Τα δημόσια ελλείμματα αποτελούν μια αδήριτη αναγκαιότητα και είναι τα απαραίτητα χρήσιμα εργαλεία, για την υπέρβαση της κρίσης και για την ταχύρρυθμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αφού, μέσω αυτών αυξάνονται οι επενδύσεις και η κατανάλωση, ως μακροοικονομικά μεγέθη και τέλος τονώνεται η ιδιωτική αποταμίευση.
 
Στην ουσία, το ευρώ, λειτουργώντας, στην πράξη, ως ένα ξένο νόμισμα, αυτό, που κάνει, είναι να καταστρέφει, όχι μόνο την ελληνική οικονομία, ως μέγεθος. Κάνει κάτι χειρότερο. Αποστερεί, από την ελληνική οικονομία, από τα εργαλεία εκείνα, με τα οποία οι κυβερνητικοί και λοιποί σχεδιαστές θα μπορούσαν να την οδηγήσουν, στην ανάπτυξη.
 
Το κυριότερο είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει νομισματική πολιτική και εξ αιτίας αυτής της πραγματικής της αδυναμίας, δεν μπορεί να ασκήσει μια γενικότερη και συνεκτική οικονομική πολιτική, η οποία θα μπορεί να βγάλει την χώρα, από την πολύχρονη κρίση.
 
Η ελληνική οικονομία, με λίγα λόγια, όπως είπαμε και στην αρχή του παρόντος κειμένου, αυτό που χρειάζεται, είναι χρήμα. Άφθονο χρήμα, προκειμένου να λειτουργήσει. Αυτό το χρήμα δεν μπορεί και δεν θέλει να το χορηγήσει η Ε.Κ.Τ. (υποτίθεται, για να μην "πληθωρίσει" και απαξιώσει  το κοινό νόμισμα, αν και η κοπή και η κυκλοφορία του νομίσματος δεν το πληθωρίζει, όταν αυτή η κοπή και αυτή η αύξηση της κυκλοφορίας του νομίσματος, αντιστοιχίζεται με αντίστοιχα παραγόμενα αγαθά).
 
Αυτό το χρήμα, που δεν μπορεί και δεν θέλει να χορηγήσει η Ε.Κ.Τ., θα πρέπει να το εκδώσει η ελληνική κυβέρνηση, όπως σχεδιάζει, τώρα, να πράξει η γειτονική Ιταλία, με τα λεγόμενα minibots και όπως σχεδίαζε, τον Ιούλιο του 2015, να πράξει ο Γιάννης Βαρουφάκης, με τα IOUS, ο οποίος εμποδίστηκε, τότε, από τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.
 
[Δείτε τα δημοσιεύματα, σε αυτό, εδώ το μπλογκ, με τίτλους : Ιανουάριος - Αύγουστος 2015 : Από τα IOU's του Γιάννη Βαρουφάκη, στην πλήρη υποταγή και στο 3ο Μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα. (Ρίχνοντας φως, στην καθοδήγηση της ελληνικής κυβέρνησης, από την αμερικανική διοίκηση, μέσα από την ανασκόπηση των προσχεδιασμένων διαπραγματευτικών ανοησιών του στενού επιτελείου του Αλέξη Τσίπρα) και Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα μπροστά στο πλήρες αδιέξοδο της εφαρμοσμένης πολιτικής της. (Ο Γιάννης Βαρουφάκης, οι πιθανότητες επιτυχίας, που είχε το "Σχέδιο X" και η εγκατάλειψή του, από τα ορφανά του αναπαλαιωμένου ευρωσταλινισμού, που συγκροτούν την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ)].
 
Αυτό πρέπει να συμβεί, διότι, παρά τα όσα λέγονται, δεν είναι οι αποταμιεύσεις αυτές, που δημιουργούν τις επενδύσεις. Και τις επενδύσεις και τις αποταμιεύσεις, τις δημιουργεί το νόμισμα - το χρήμα. Και το χρήμα (πολύ περισσότερο, όταν αυτό δεν το χορηγεί η κεντρική τράπεζα) το δημιουργεί το κράτος. Και αυτό το χρήμα το κράτος πρέπει να το δαπανήσει, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η επενδυτική δαπάνη, πρέπει να προηγηθεί της αποταμίευσης.
 
Κάπως έτσι, θα μειωθούν και τα πολύ ψηλά επιτόκια, διότι, παρά την επικρατούσα φιλολογία, η διεύρυνση των χρηματικών ροών, που θα φέρει η έκδοση του νέου (έστω και συμπληρωματικού, ως προς το ευρώ) νομίσματος, τα πραγματικά επιτόκια θα πέσουν, ακόμη και αν τα ονομαστικά μπορεί να φαίνονται, ως μεγάλα.
 
Με αυτόν τον τρόπο, θα μειωθεί και η φορολογία, χωρίς να αυξηθούν οι μελλοντικοί φόροι, αφού, όπως γίνεται αντιληπτό, το κράτος, που εκδίδει το νόμισμα μπορεί να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες του, από το νόμισμα αυτό, χωρίς να δανειστεί και χωρίς να αυξήσει την μελλοντική φορολογία.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι η μελλοντική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν θέλει να πραγματοποιήσει τίποτε από όλα αυτά. Δεν έχει κανένα σχέδιο, για την έκδοση ενός παράλληλου νομίσματος, αφού εξακολουθεί να είναι δέσμια των "ευρωπαϊστικών" αυταπατών και των καταστροφικών επιλογών του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κώστα Σημίτη, οι οποίες οδήγησαν την χώρα, στην στρατηγική ήττα της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ και στην ευρωζώνη και στην παρούσα και εξελισσόμενη τραγωδία.
 
Γι' αυτό και θα οδηγηθεί, στην αποτυχία. 
 
Και αυτό καλόν είναι και πρέπει να το επισημάνουμε, από τώρα.