Διαβάζοντας, εν τάχει, το οικονομικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο (υποτίθεται ότι) φιλοδοξεί να εφαρμόσει, όταν, μετά τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, σχηματίσει - εάν σχηματίσει - κυβέρνηση, αποφάσισα να αφιερώσω το παρόν δημοσίευμα, σε μια σύντομη, αλλά πιστεύω και περιεκτική κριτική, στις εξαγγελίες του επιτελείου του κόμματος αυτού, οι οποίες, φυσικά, δεν είναι καθόλου, νέες, αφού έχουν τεθεί, επανειλημμένως, από το κόμμα αυτό, το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κυβέρνησε και συγκυβέρνησε, ουκ ολίγες φορές, κατά την διάρκεια της κρίσης της τελευταίας δεκαετίας (2009 - 2019, με κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, που μείωσε τον φορολογικό συντελεστή, από 34%, σε 29%, μετά κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου και τέλος κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά) και εφάρμοσε όσα εξαγγέλλει ότι σκοπεύει να εφαρμόσει, με πλήρη αποτυχία.
 
Το οικονομικό πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, το οποίο (ως, υποτιθέμενα, φιλοεπιχειρηματικό), φυσικά, είναι πιο προωθημένο, από τα προηγούμενα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται να είναι λιγότερο αποτυχημένο, από εκείνα των προκατόχων του. Πιθανότατα, θα είναι το ίδιο, παταγωδώς, αποτυχημένο, με αυτό του Αργεντινού προέδρου Mauricio Macri, αφού θα οδηγήσει, σε ανισορροπία τους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς και θα βαθύνει την κρίση της ελληνικής οικονομίας.
 
Όμως, αυτού του είδους οι διαπιστώσεις, προκειμένου να είναι αξιόπιστες, πρέπει να συνοδεύονται και από επιχειρήματα, που να τις τεκμηριώνουν. Και αυτή την τεκμηρίωση είναι που θα επιχειρήσω, εδώ, έχοντας, απέναντί μου, ένα κομματικό οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο, εάν επιχειρηθεί να εφαρμοσθεί, θα αποτύχει, όχι τόσο στο να εφαρμοσθεί, αλλά στο να φέρει σε πέρας τους τελικούς στόχους και τα αποτελέσματα, που επιδιώκει.
 
Ας δούμε, λοιπόν, το γιατί το οικονομικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας θα αποτύχει και το γιατί, εάν αυτοί, που θα επιχειρήσουν να το εφαρμόσουν, θα το εγκαταλείψουν, εφ' όσον, φυσικά, διαθέτουν τον κοινό νου. (Διότι εάν δεν τον έχουν τον απαραίτητο κοινό νου, θα έχουν την τύχη του Fernando de la Rua).
 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας υποτίθεται ότι είναι το πρόβλημα των επενδύσεων. Στην πραγματικότητα, παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις, ή μάλλον, ορθότερα, η απουσία επενδύσεων είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, για την ελληνική παραγωγή, το πρόβλημα αυτό είναι ένα παράγωγο και όχι ένα πρωτογενές πρόβλημα και προέκυψε, όχι, μόνο, από την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, αλλά από την μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, που ξέσπασε, στην Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθιά παγκόσμια οικονομική ύφεση, που ακολούθησε, η οποία, στον χώρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης εσωτερικεύθηκε, ως βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η ευρωζώνη, τον 21ο αιώνα, λειτουργεί, με τον νομισματικό χρυσό κανόνα, που βλέπει το χρήμα, ως εμπόρευμα, με, περίπου, συγκεκριμένη αξία και καθορισμένες ποσότητες, που προσδίδουν, στο ευρώ, ακόμη πιο αυστηρές ιδιότητες, από τον χρυσό, προκειμένου να διαφυλάσσεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων όσων είναι κάτοχοι του κοινού νομίσματος.
 
Ως εκ τούτου, το πρωτογενές οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι, απλώς, οι επενδύσεις και η πτώση τους. Το πρωτογενές οικονομικό πρόβλημα της χώρας είναι η δραματική πτώση της κατανάλωσης, η οποία επέφερε την αντίστοιχη δραματική πτώση των επενδύσεων, οι οποίες ακολούθησαν μια μακρά και μεγάλη πτωτική πορεία, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η πτώση της κατανάλωσης συνδυάστηκε, αφ' ενός μεν, με την εκτεταμένη και πεισματική σπανιότητα του χρήματος, η οποία αποτελεί ένα δομικό χαρακτηριστικό του ευρώ, ως χρηματικού εργαλείου της ευρωζώνης και της λειτουργίας του, ως ενός, περίπου, παγωμένου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών, που καταστρέφει τις οικονομίες των χωρών της νομισματικής ένωσης και αφ' ετέρου δε, με την δεδομένη "αναγκαιότητα" να δοθεί προτεραιότητα, στην πληρωμή των δανειστών του ελληνικού δημοσίου.
 
Αυτές ήσαν οι παράμετροι, βάσει των οποίων σχεδιάστηκαν τα 3+1 Μνημόνια, υπό το καθεστώς των οποίων ετέθη η ελληνική οικονομία, από τον Μάϊο του 2010 και ως εκ τούτου, αυτός ο δολοφονικός συνδυασμός ήταν, απολύτως, φυσικό και επόμενο να οδηγήσει την οικονομία της χώρας μας, στην κατάρρευση των επενδύσεων, εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο όλος σχεδιασμός των δανειστών αποσκοπούσε και αποσκοπεί, στην πτώση και στον περιορισμό της κατανάλωσης, προς χάρη της εξυπηρέτησης του δημόσιου (και του ιδιωτικού) χρέους της χώρας και της δραματικής πτώσης των εισοδημάτων και της σύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής (η οποία, όμως, είναι μια παραγωγή, η οποία κατευθύνεται, κυρίως, στην εσωτερική αγορά και έχει ένα σημαντικό τμήμα, το οποίο έχει μη εμπορεύσιμο χαρακτήρα).
 
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, ενώ το ελληνικό πολιτικό προσωπικό των μνημονιακών κομμάτων ομιλεί, προπαγανδιστικά, για την άνοδο των επενδύσεων, στην πράξη, αυτό που κάνει, είναι να καταστρέφει όχι μόνο, τις προοπτικές, για την πραγματοποίηση της προπαγανδιζόμενης ανόδου τους, αλλά και των βάσεων, για την συντήρησή τους, μειώνοντας, με δραστικό τρόπο την καταναλωτική δαπάνη της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα, κατά 24,1% την ιδιωτική κατανάλωση, στην περίοδο 2009 - 2017.
 
Όμως, για να υπάρξει παραγωγή, απαραίτητο είναι να υπάρξει η αντίστοιχη αγορά, η οποία θα είναι ικανή να απορροφήσει τα παραγόμενα προϊόντα. Με δεδομένη αυτή την πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, για να μπορέσουν να αντισταθμισθούν οι απώλειες, στην ιδιωτική επενδυτική δαπάνη και για να μπορέσει να υπάρξει η προπαγανδιζόμενη αύξησή της, θα έπρεπε να αυξηθούν, αφ' ενός μεν, η δημόσια κατανάλωση, που θα έδινε ώθηση, στις ιδιωτικές επενδύσεις και μέσω του πολλαπλασιαστή, στην ιδιωτική κατανάλωση και αφ' ετέρου δε, οι δημόσιες επενδύσεις. 
 
Η κατανάλωση είναι ο σκοπός της παραγωγής έλεγε ο Adam Smith και φυσικά είχε απόλυτο δίκιο.
 
Άλλωστε, από την εποχή της αμερικανικής GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και από τον John Maynard Keynes, γνωρίζουμε ότι οι σύγχρονες οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού δεν μπορούν να περιμένουν την ανάκαμψή τους και τις επενδύσεις, από τον τραπεζικό και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, όταν αυτή έχει εμπλακεί, στην επίπονη και μακροχρόνια παγίδα ρευστότητας (liquidity trap). Για να καταλάβουμε, περί τίνος πρόκειται, ας υπενθυμίσω, εδώ, κάποια πράγματα.
 
Για να μπορεί να λειτουργεί, απρόσκοπτα, μια καπιταλιστική οικονομία (και όχι, μόνον, αυτή), είναι απαραίτητο οι αποταμιεύσεις να ισούνται με τις επενδύσεις. Θα πρέπει, δηλαδή, με οποιονδήποτε τρόπο, οι αποταμιεύσεις, που υπάρχουν στις τράπεζες, ή στα σεντούκια των ιδιωτών να επενδύονται, στην πραγματική οικονομία και το όποιο περίσσευμά τους, εφ' όσον υπάρχει να καταναλώνεται. Έτσι και η οικονομία βρίσκεται και παραμένει σε ισορροπία και η οικονομική ανάπτυξη πραγματοποιείται, με βιώσιμο τρόπο.
 
Αλλά, για να υπάρχει αυτή ισορροπία, είναι απαραίτητη η απρόσκοπτη ροή της κατανάλωσης, η οποία εξασφαλίζει ότι οι αποταμιεύσεις θα μετατρέπονται, σε επενδύσεις, σε διαρκή βάση. Όσο αυτή η διαδικασία συνεχίζεται, δεν υπάρχει πρόβλημα και το οικονομικό σύστημα λειτουργεί ομαλά.
 
Όμως, στην πράξη, σε μακροπρόθεσμη βάση, όσο η ομαλή οικονομική λειτουργία και η οικονομική ανάπτυξη συνεχίζονται και όσο οι κοινωνίες πλουτίζουν, η ροπή προς κατανάλωση, μέσα στις οικονομίες, που αναπτύσσονται, δεν ακολουθεί τον (σύμφωνα, με τους κλασικούς πατέρες της οικονομικής επιστήμης) υποτιθέμενο, ως δεδομένο, κανόνα της ισότητας ανάμεσα, στην αύξηση του αποκτούμενου εισοδήματος και την αύξηση της κατανάλωσης, με δεδομένη, βέβαια, την όποια κατανομή του εισοδήματος, μέσα σε μια κοινωνία.
 
Όπως έχω γράψει πολλές φορές, σε μια οικονομία, η αύξηση του συνολικού εισοδήματος, κατά μία μονάδα, απαιτεί, για να υπάρξει οικονομική ισορροπία (και για να αποφευχθεί, έτσι οικονομική ύφεση, ή η οικονομική κρίση), να αυξηθεί, αντίστοιχα και η συνολική κατανάλωση, κατά μία μονάδα. Όμως, στις πλούσιες κοινωνίες, που αυξάνουν τον πλούτο τους, η συνάρτηση της κατανάλωσης ακολουθεί διαφορετική πορεία. 
 
Στις αναπτυγμένες οικονομίες, η αύξηση της κατανάλωσης, αντί να ισούται με την μονάδα, όπως συμβαίνει, με την αύξηση του συνολικού εισοδήματος, μέσα στην πορεία του χρόνου και με την διαρκή αύξηση του πλούτου, κυμαίνεται, ανάμεσα, στο μηδέν και την μονάδα, με αποτέλεσμα η ροπή προς κατανάλωση των πλούσιων κοινωνιών, που έχουν μια δεδομένη εισοδηματική κατανομή να βαίνει, συν τω χρόνω, φθίνουσα.
 
Ως εκ τούτου, είναι, απολύτως, φυσικό να βαίνει φθίνουσα και η μέση ροπή προς κατανάλωση, αφού ο μέσος πολίτης και η μέση επιχείρηση συμβαίνει να αποταμιεύουν πολύ περισσότερα, από όσα καταναλώνουν και επενδύουν, κρατώντας ολοένα και μεγαλύτερα χρηματικά ποσά αδρανή, στο τραπεζικό σύστημα, ή στα σεντούκια και να προβαίνουν, σε ολοένα και περισσότερο ριψοκίνδυνες επενδύσεις, που οικοδομούν τραπεζικές, χρηματιστηριακές, ή άλλες οικονομικές φούσκες, που, εύκολα, διογκώνονται και πολύ περισσότερο, εύκολα, ξεφουσκώνουν. Η λύση, στο πρόβλημα, είναι, όπως, επίσης, ο John Maynard Keynes μας δίδαξε, η αύξηση της κατανάλωσης, μέσω της αύξησης των κρατικών δαπανών και φυσικά των δημόσιων επενδύσεων, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι των επενδύσεων πρέπει να κρατικοποιηθεί, όπως, επίσης και το τραπεζικό σύστημα, όσο αυτό αρνείται να κάνει την δουλειά του, η οποία δεν είναι άλλη, από το να παράσχει ρευστότητα, στην οικονομία. Αυτή είναι η μόνη διαδικασία, για την έξοδο από την οικονομική κρίση, όταν η οικονομία βρίσκεται, σε καθεστώς ανισορροπίας και ο ιδιωτικός τομέας δεν πραγματοποιεί τις απαραίτητες επενδύσεις, για την διατήρηση της πλήρους απασχόλησης.
 
Φυσικά, στην ελληνική περίπτωση, δεν έγινε, ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Η δημόσια κατανάλωση, στην ίδια περίοδο της ελληνικής κρίσης (2009 - 2017), κατακρημνίστηκε, μειούμενη, εξ αιτίας της ύφεσης, αρχικά και των Μνημονίων, στην συνέχεια, κατά 31,1%, ενώ οι συνολικές ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου υπέστησαν πανωλεθρία, μειούμενες, κατά 53,3%, ενώ, εάν αφαιρεθούν και οι αποσβέσεις, οι πραγματικές επενδύσεις βρίσκονται να είναι ελλειμματικές. Δηλαδή είναι ανύπαρκτες, ως, συνολικά, αρνητικές, με τον βαθμό αξιοποίησης του εργοστασιακού δυναμικού της χώρας να κυμαίνεται, στο 70% και πιθανότατα, ακόμη πιο χαμηλά.
 
Μα, το κράτος δεν έχει χρήματα, αντιτάσσουν πολλοί. 
 
Φυσικά, το κράτος δεν έχει χρήματα, διότι οι πολιτικοί ταγοί και η εντόπια ελίτ έχουν επιλέξει το να μην έχει το κράτος χρήματα, αφού του έχουν στερήσει την δυνατότητα να έχει την κυριαρχία του, στο νόμισμα της χώρας, την οποία κυριαρχία την έχουν παραχωρήσει, στην μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης.
 
Όμως, υπό αυτό το καθεστώς, δηλαδή το καθεστώς της ευρωζωνικής Ε.Κ.Τ., η οποία φροντίζει, για την διατήρηση της αξίας του ευρώ και των κατόχων του, το ελληνικό κράτος ποτέ δεν πρόκειται να έχει χρήματα.
 
Όλα αυτά τα χρόνια της ελληνικής κρίσης (αλλά και της ευρωζωνικής κρίσης), η Ε.Κ.Τ. αρνείται να παίξει τον βασικό ρόλο της, ως πραγματικής κεντρικής τράπεζας της χώρας και να χρηματοδοτήσει την ελληνική οικονομία, εκτός από την τοκογλυφική χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους της καταρρέουσας οικονομίας της χώρας μας. Δηλαδή των δανειστών της, αντικαθιστώντας, στον υπερθετικό βαθμό, τους παλαιούς ιδιώτες ομολογιούχους τραπεζικούς και λοιπούς δανειστές, από τους ευρωθεσμούς.
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, όταν προκύψει η αναμενόμενη μετεκλογική κυβερνητική αλλαγή, μετά την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, την πιθανή μελλοντική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, την κακή κατάσταση των εισοδημάτων, στην χώρα και το πρόγραμμα της μείωσης των κρατικών δαπανών και του μισθωτικού κόστους, που προτείνει το οικονομικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν πρόκειται να υπάρξουν οι απαραίτητες μεγάλες αλλαγές, στην κατανάλωση, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, σε αύξηση των επενδύσεων.
 
Φυσικά, την ανάπτυξη, στην ελληνική οικονομία, δεν πρόκειται να φέρει η εξόφληση των οφειλών του ελληνικού δημοσίου, προς τους ιδιώτες, της τάξεως, του 1,4 δισ. €, ακόμη και εάν αυτή η εξόφληση πραγματοποιηθεί, από την κυβέρνηση, που θέλει να σχηματίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όχι, μόνο, διότι το ποσόν αυτό είναι μικρό και θα πάει, σε εξόφληση αντίστοιχων χρεών, αλλά διότι ένα μέρος από αυτό το ποσόν, όπως και από τις άλλες διευκολύνσεις, προς τους επιχειρηματίες, θα κρατηθεί, ως αποταμίευση, για την αντιμετώπιση του κακού μέλλοντος και των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.
 
Κάτι ανάλογο θα συμβεί, με την αύξηση του ορίου υπαγωγής, στον ΦΠΑ, από 10.000,00 €, που είναι σήμερα, στις 25.000,00 €, αφού και το ύψος της επένδυσης, σε αυτά τα επίπεδα, είναι σημαντικό, ενώ δεν υπάρχει η απαραίτητη τραπεζική χρηματοδότηση, αλλά ούτε και η αντίστοιχη κατανάλωση, που θα μπορούσε να στηρίξει τέτοιου είδους επενδύσεις.
 
Αλλά και τα όποια ειδικά κίνητρα, σε επιχειρήσεις, που θα κληθούν να κάνουν επενδύσεις (GOLDEN VISA κλπ), δεν θα έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, για τον ίδιο ακριβώς, λόγο. Κερδοσκοπικές δουλειές της αρπαχτής μπορεί να γίνουν - και έχουν γίνει ήδη -, αλλά, πέραν αυτού, τίποτε περισσότερο, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα μας έχει το "καλύτερο" πρόγραμμα, για GOLDEN VISAS, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", αλλά το αποτέλεσμα είναι μηδαμινό.
 
Το ίδιο θα συμβεί, με την μείωση του φορολογικού συντελεστή των μερισμάτων των κερδών των επιχειρήσεων, από 15%, σε 5%, που εξαγγέλλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης (ενώ ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος σχεδιάζουν να μειώσουν αυτόν τον φορολογικό συντελεστή, στο 10%). Από την άλλη πλευρά, δεν πρόκειται να έχει καλύτερη τύχη, ούτε και η μείωση της φορολογίας, στα κέρδη, από το 29%, στο 20%, Οι επιχειρηματίες, με δεδομένη την κατάσταση, στην αγορά, δηλαδή, εν τέλει, με δεδομένη την κακή κατάσταση, στο μακροοικονομικό μέγεθος της συνολικής κατανάλωσης, στην ελληνική οικονομία, θα κρατήσουν τα χρήματα, που θα κερδίσουν, από αυτά τα φοροαπαλλακτικά μέτρα της μέλλουσας κυβέρνησης και θα τα βάλουν, στην άκρη - και ένα μέρος τους, ίσως, να το βγάλουν, ακόμη χειρότερα, στο εξωτερικό. 
 
Αλλά και η λεγόμενη απελευθέρωση της ενέργειας, την οποία επικαλείται η Νέα Δημοκρατία, δεν πρόκειται να αλλάξει, ουσιαστικά, την κατάσταση, στο επίπεδο του κόστους. Το καρτέλ των επιχειρήσεων, που πρόκειται να ολοκληρωθεί και το οποίο, ήδη, υπάρχει, θα κρατήσει ψηλά τις τιμές, όπως έχει συμβεί και με τον Ο.Τ.Ε. και τις άλλες σχετικές επιχειρήσεις, στον χώρο των τηλεπικοινωνιών.
 
Το χειρότερο είναι ότι η ανακοπή της ισχαιμικής ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και ιδίως, της ευρωζώνης, περιορίζει, ήδη, την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας (και θα εξακολουθήσει να το πράττει), η οποία, ούτως, ή άλλως, εξαντλεί τα όριά της, ενώ και στον τουρισμό, η επαναφορά της αντίστοιχης τουριστικής αγοράς της Τουρκίας, με την έντονα πτωτική τάση της τουρκικής λίρας, περιορίζει τις ελληνικές προσδοκίες, στον χώρο αυτόν, αφού, το 2019, προβλέπεται να υπάρξει και μειωμένη κίνηση, αλλά και μειωμένες τιμές, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η τουρκική επέλαση, στον τουρισμό. Μια επέλαση, η οποία, μάλιστα, πρόκειται να έχει συνέχεια.
 
Έτσι, το οικονομικό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας αεροβατεί, αφού η μείωση των εσόδων, που, εκ των πραγμάτων, θα φέρει το πρόγραμμα της μείωσης των φόρων, που επαγγέλλεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης (αλλά και, έστω πιο αόριστα, ο Αλέξης Τσίπρας) και η όποια αύξηση των δαπανών - που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ και που, αν και δεν επαγγέλλεται η Ν.Δ., η οποία, όμως, δεν αποκλείεται να πραγματοποιήσει - θα εξισορροπούνται, από τα μέτρα εκείνα, τα οποία θα είναι απαραίτητα, προκειμένου να επιτευχθούν τα μεγάλα πλεονάσματα, που έχουν συμφωνηθεί, στα πλαίσια του αφανούς, αλλά και απολύτως, υπαρκτού 4ου Μνημονίου, που έχει υπογράψει η παρούσα κυβέρνηση και τα οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης λέει ότι θέλει να τα επαναδιαπραγματευθεί, αν όχι, από το 2020, τουλάχιστον, από το 2021 και μετά. Μόνο, που, σε αυτόν τον τομέα, άλλος είναι ο ξενοδόχος. Είναι οι ευρωθεσμοί, οι οποίοι κάνουν τους δικούς τους λογαριασμούς.
 
Στην πραγματικότητα, μόνο, το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων είναι αυτό, που μπορεί να ανατάξει την κατακρημνισμένη ελληνική οικονομία, αλλά αυτό, αντί να αυξάνει, μειώνεται, δραστικά, με αποτέλεσμα η κρίση να μακροχρονίζει και να μην έχει ορατό τέλος.
 
Φυσικά, όπως είπαμε, όλα αυτά συμβαίνουν επειδή το ελληνικό κράτος και η ελληνική οικονομία δεν έχουν χρήματα. Επειδή, δηλαδή, δεν υπάρχει ελληνικό νόμισμα.
 
Έτσι, κάπου εδώ, επανερχόμαστε, στον John Maynard Keynes. Το ελληνικό κράτος πρέπει να εκδώσει το απαραίτητο χρήμα, που χρειάζεται, για να μηδενίσει την ανεργία και να κινητοποιήσει όλους τους παραγωγικούς πόρους της οικονομίας της χώρας και με αυτόν τον τρόπο, χρειάζεται, όπως μας λέει, ο πατέρας της Γενικής Θεωρίας της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, η ευθανασία του εισοδηματία, που νοικιάζει το χρήμα και του τραπεζίτη, που το δανείζει και της σωρευτικής δύναμης του καπιταλιστή να εκμεταλλευθεί την σπανιότητα του κεφαλαίου.
 
Και κάπου, εδώ, επίσης, επανερχόμαστε, στην ανισορροπία επενδύσεων, αποταμιεύσεων και κατανάλωσης. Αυτήν την ανισορροπία μπορεί να την θέσει, στην άκρη, με την δύναμη του εκδοτικού δικαιώματος, για το νόμισμα, που (πρέπει να) έχει το κράτος, το οποίο, με την έκδοση των απαραίτητων ποσοτήτων του χρήματος καθιστά τα κεφάλαια μη σπάνια και μπορεί να τα θέσει, σε λειτουργία, οδηγώντας την οικονομία, σε επίπεδα πλήρους απασχόλησης.
 
Όμως, για να επιτελέσει αυτή την λειτουργία το ελληνικό κράτος πρέπει να στραφεί, στην κεντρική του τράπεζα. Αλλά κεντρική τράπεζά του είναι μια τράπεζα, την οποία δεν μπορεί και δεν θέλει να ελέγξει, η Ε.Κ.Τ., η οποία δεν έχει κανένα σκοπό να απαξιώσει, μερικώς, το ευρώ και αντιστοίχως, τα περιουσιακά στοιχεία των κατόχων του νομίσματος αυτού.
 
Ως εκ τούτου, η ελληνική οικονομία πρέπει να απαγκιστρωθεί, από αυτή την καταστροφική κεντρική τράπεζα. Πρέπει να απογαλακτισθεί, από την Ε.Κ.Τ. Πρέπει, δηλαδή, το ελληνικό κράτος να αποκτήσει δικό του νόμισμα, όπως και αν αυτό το νόμισμα ονομασθεί. Αλλιώς, δεν πρόκειται να υπάρξει φως, στον ορίζοντα...