Η εμπλοκή, που προέκυψε, μεταξύ των δανειστών και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, σχετικά με τις προϋποθέσεις, για τους πλειστηριασμούς των κατοικιών, τα κόκκινα δάνεια και τις ρυθμίσεις εξόφλησης των χρεών, στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, αποδεικνύει, για πολλοστή φορά, ότι η ελληνική οικονομία, από τον Αύγουστο του 2018, βρίσκεται, όπως πολλές φορές έχουμε πει, κάτω από το καθεστώς ενός 4ου Μνημονίου, το οποίο οι συντάκτες του (οι ευρωθεσμοί και η ελληνική κυβέρνηση) αποφάσισαν να το ονομάσουν διαφορετικά, διότι, απλούστατα, ντρέπονται να το αποκαλέσουν με το όνομά του.
 
Βέβαια, δεν είναι, μόνον, η αισχύνη, που τους οδήγησε, σε αυτή την επιλογή. Αν ήταν, μόνη της η ντροπή, που τους εμπόδιζε, αυτοί δεν θα είχαν κανέναν δισταγμό να αποκαλέσουν το 4ο Μνημόνιο, που συνομολόγησαν, με το όνομά του, αφού έχουν, εκ συστάσεως, ξεπεράσει κάθε σχετικό ηθικό και συναισθηματικό φραγμό. Πέρα από την ντροπή, είναι και η ανάγκη, που τους υποχρέωσε να ονομάσουν, με άλλο όνομα, το Μνημόνιο αυτό.
 
Απλούστατα, οι ευρωθεσμοί δεν μπορούσαν να περάσουν, από τα εθνικά κοινοβούλια των χωρών τους, το Μνημόνιο αυτό και ως εκ τούτου, ήσαν υποχρεωμένοι να το πακετάρουν, με άλλη ονομασία - αυτήν της ενισχυμένης εποπτείας ενός προγράμματος μεταμνημονιακής παρακολούθησης -, ενώ, στην πραγματικότητα, πρόκειται περί ενός 4ου Μνημονίου, το οποίο έρχεται, σε συνέχεια του 3ου Μνημονίου, που έληξε τον Αύγουστο του 2018 και αποτελεί μια πιστοληπτική γραμμή στήριξης 24,1 δισ. €, ποσόν, στο οποίο περιλαμβάνονται τα ποσά, που άντλησε το ελληνικό κράτος, από τις πωλήσεις ομολόγων του (με πανάκριβα επιτόκια), ήτοι το επταετές, τον Φεβρουάριο του 2018 και το πενταετές, το καλοκαίρι του 2017, συνολικού ύψους 4,3 δισ. €, αλλά και η τελευταία δόση του 3ου Μνημονίου ύψους 1,9 δισ. €.
 
Αυτή την πιστοληπτική γραμμή στήριξης, την οποία, επίσης, οι ξένοι δανειστές και η ελληνική κυβέρνηση ντρέπονταν να την αποκαλέσουν, με το όνομά της, την πακετάρισαν, στο 4ο Μνημόνιο, για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, για κάτι λιγότερο, από 3 χρόνια, με την φανερή ελπίδα ότι αυτό το αποκαλούμενο, ως μαξιλαράκι ρευστότητας (capital buffer) δεν θα χρησιμοποιηθεί, υποβοηθούμενο από τον περιορισμό των χρηματοδοτικών αναγκών, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, κάτω από το 15% του ΑΕΠ, αλλά και από την - έστω ασαφή - μνεία, για μια νέα αναδιάρθρωση του χρέους αυτού, από το 2032 και μετά, εάν χρειασθεί.
 
Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος, για τον οποίον το υπουργείο Οικονομικών προέβη, στις δύο εξόδους, προς τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, με μικρά ποσά. Και γι' αυτόν τον λόγο, σκοπεύει να το ξαναπράξει, ούτως ώστε να σχηματίσει την απαραίτητη καμπύλη επιτοκίων.
 
Όλα αυτά, βέβαια, στηρίζονται, στο σενάριο ότι οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους αυτού, από τα 21,8 δισ. €, το 2018, θα πέσουν - μετά την ελάφρυνση, που υποτίθεται ότι υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο -, στα 11,1 δισ. €, το 2030, με ενδιάμεσους σταθμούς, τα 10,8 δισ. €, το 2019, τα 9,4 δισ. €, το 2020 (έναντι 11,6 δισ. €, το 2019 και 9,6 δισ. €, το 2020 και 15,4 δισ. €, το 2030, που ήσαν, πριν την ελάφρυνση, που υποτίθεται και υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο). Μάλιστα, το σενάριο αυτό συνεχίζεται και προχωρεί, μέχρι το 2060, θεωρώντας ότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους θα εξελιχθούν, έτσι ώστε, το 2040, θα πέσουν, από τα 21 δισ. €, στα 16,2 δισ. €, το 2050 θα πέσουν, από τα 25,6 δισ. €, στα 18,4 δισ. € και το 2060 θα πέσουν, από τα 28,1 δισ. €, στα 19,8 δισ. €.
 
Επίσης, όλα αυτά στηρίζονται στο σενάριο ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος  από το 188,6% του ΑΕΠ, το 2018, θα πέσει - μετά την ελάφρυνση, που υποτίθεται ότι υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο -, στο 131,4% του ΑΕΠ, το 2030, με ενδιάμεσους σταθμούς, το 177,5% του ΑΕΠ, το 2019, το 168,9% του ΑΕΠ, το 2020 (έναντι 178,3% του ΑΕΠ, το 2019 και 169,9% του ΑΕΠ, το 2020 και 136,6% του ΑΕΠ, το 2030, που υπολογίζεται ότι θα έφθανε, πριν την ελάφρυνση, που υποτίθεται και υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο). Μάλιστα, το σενάριο αυτό προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα εξελιχθεί έτσι ώστε, το 2040 να πέσει, στο 116,9% του ΑΕΠ, από 127,8% του ΑΕΠ, το 2050 να πέσει, στο 106,6% του ΑΕΠ, από το 124,9% του ΑΕΠ και το 2060 να πέσει, στο 96,8% του ΑΕΠ, από το 127% του ΑΕΠ.
 
Φυσικά, όλα αυτά αποτελούν ασκήσεις επί χάρτου, προκειμένου να προσελκύσουν αγοραστές του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο οι ευρωζωνίτες και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, σήμερα, των σαμαροβενιζέλων χθες, ή του Κυριάκου Μητσοτάκη (ή όποιου άλλου) αύριο, επιθυμούν να μετακυλήσουν, στις λεγόμενες αγορές, στις οποίες στρογγυλοκάθεται το παγκόσμιο χρήμα.
 
Με δεδομένο το γεγονός ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, από την εποχή της μεθοδευμένης, από το αμερικανικό βαθύ κράτος, χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, που ξεκίνησε τον οικονομικό πόλεμο της Ουάσινγκτων, κατά της Κίνας και της Ρωσίας, παρά το ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ άργησαν να το αντιληφθούν, αλλά και σε ένα σημαντικό βαθμό αντιστέκονται, σε αυτές τις επιθυμίες των αμερικανικών κυβερνήσεων, υπάρχουν πολλοί αφελείς, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι "Ευρωπαίοι" έβαλαν μυαλό και σκοπεύουν να φρενάρουν τις παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες, όπως έπραξε και το αμερικανικό κράτος (ορμητικά και εξ ανάγκης, στο τέλος της διακυβέρνησης George Bush jr, διστακτικά, στην εποχή Barack Hussein Obama και με εντεινόμενη πίεση, τώρα, στις ημέρες της διακυβέρνησης του Donald Trump), προκειμένου να διαφυλάξει την εντόπια αστική τάξη, την γραφειοκρατική ελίτ των ενδοαμερικανικών αγορών και τα στρατηγικά συμφέροντά του.
 
Όσοι πιστεύουν, σε μια τέτοια μεταμόρφωση - έστω και βραδεία - των ευρωελίτ, σφάλλουν. Οι "Ευρωπαίοι" δεν πρόκειται να πράξουν ο,τιδήποτε κατά της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Και δεν θα το πράξουν διότι δεν έχουν κράτος, για να μεριμνήσει, για κάτι τέτοιο, αφού η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν είναι και δεν θέλει να γίνει κράτος και τούτο επειδή οι κυρίαρχες ελίτ, που κάνουν κουμάντο, στον χώρο αυτόν, είναι οι εξαγωγικές ελίτ της Γερμανίας, οι οποίες ωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση.
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι όποιες γερμανικές υποχωρήσεις, εάν υπάρξουν, θα είναι άνευ ουσίας. Πρόκειται να αποτελούν απλές ασπιρίνες, που καλούνται να αντιμετωπίσουν μια εκτεταμένη γαγγραινώδη νεοπλασία, μέσα στην οποία έχει εμπλακεί, εκ συστάσεως, η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, η οποία, μάλιστα, έχει μεταδώσει την νόσο, σε όλο το θεσμικό οικοδόμημα της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Οι συριζαίοι (και όχι μόνον αυτοί) αυταπατώνται. Η "Ε.Ε." δεν έχει σκοπό να στραφεί, κατά της παγκοσμιοποίησης, όσο το εξαγωγικό εμπόριο αυτής της οικονομικής περιοχής κυριαρχείται, από τις γερμανικές βιομηχανίες και στηρίζεται, στην μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης. 
 
Στα πλαίσια αυτά η ελληνική περίπτωση, δεν έχει καμμία τύχη, για να ευδοκιμήσει. Ούτως, ή άλλως, δεν είχε, εξ αρχής, αφού η ελληνική οικονομία, ως μια κλειστή οικονομία αυτοαπασχολούμενων και μικρομεσαίων διαστάσεων επιχειρήσεων, δεν μπορούσε να σταθεί, μέσα σε μια νομισματική και οικονομική ένωση, με αναπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες. 
 
Τώρα, απλώς, τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού, μένοντας, στην ευρωζώνη και την "Ε.Ε.", η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να βρει τον προστατευτισμό, που χρειάζεται, έναντι του κατακλυσμού, που υφίσταται, από την φθηνή ξένη παραγωγή, ούτε από το ελληνικό κράτος, ούτε από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".
 
Και δυστυχώς, όσο η ελληνική οικονομία παραμένει, στην ευρωζώνη και στην "Ε.Ε.", αυτά τα χειρότερα πρόκειται να χειροτερεύσουν, ακόμη περισσότερο...