Είναι, πραγματικά  να γελάει κάνεις με τα καμώματα των "ευρωενωσιακών" και με τις σπασμωδικές αντιδράσεις τους, που αποτελούν, απλώς, αποτελέσματα της πολυκαιρισμένης στρατηγικής αβλεψίας και ανοησίας τους, που έχει να κάνει, με το ποιός είναι ο ουσιώδης αντίπαλος.
 
Ενώ ο πραγματικός στρατηγικός αντίπαλος των "ευρωενωσιακών" είναι το αχανές εθνικό κράτος της Κίνας, όπως αποδεικνύει το παραπάνω διάγραμμα των οικονομικών δοσοληψιών των χωρών της "Ε. Ε.", με αυτόν τον ασιατικό γίγαντα, οι "ευρωενωσιακοί" δημιούργησαν την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, με κριτήρια οικονομικά, τα οποία, όμως, συνταίριαζαν με τα στενά γερμανικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.
 
Αυτή η πολιτική επιλογή, η οποία εμφανίστηκε, ως μια οικονομική επιλογή, αποτελεί μία τεράστια στρατηγική ήττα των ευρωελίτ, οι οποίες δημιούργησαν την "Ε. Ε." και την ευρωζώνη, για να εξυπηρετηθούν η μπατιροτραπεζοκρατία και η τεχνοδομή των πολυεθνικών επιχειρήσεων, προκειμένου να διατηρούν την αξία των χρηματικών και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων τους, που αποτιμώνται, σε ευρώ και για να υποχρεούνται τα κράτη της ευρωζώνης και της "Ε. Ε.", που συνδέουν τα νομίσματα τους, με το ευρώ, να δίνουν προτεραιότητα, στον δανεισμό από τις τράπεζες και στην εξόφληση των τραπεζικών δανείων και όχι, στην ανάπτυξη των οικονομιών των χωρών τους.
 
Η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης ολοκλήρωσε, στην παρούσα φάση, την κατασκευή της παλαιάς ΕΟΚ και στην πραγματικότητα είναι μια ουσιαστική τραπεζική ένωση, τα μέλη της οποίας, δεν επιθυμούν  και αποκλείουν να είναι μια ένωση, που αποσκοπεί στην αλληλεγγύη και στην πολιτική ένωση των λαών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης".
 
Αλλά οι πολιτικές ενώσεις, που εμπλέκονται στις διεθνείς σχέσεις, δεν είναι και δεν μπορούν να είναι, απλές οικονομικές ενώσεις, όπως είναι οι, ιστορικά, θνησιγενείς οικονομικές και νομισματικές ενώσεις.
 
Κάπως έτσι, οι "ευρωενωσιακοί" την πάτησαν, στις σχέσεις τους, με τον υπόλοιπο κόσμο και ιδίως, στην σχέση τους, με το Πεκίνο, την ανερχόμενη υπερδύναμη της Ανατολής, η οποία, παρά την παρατεινόμενη παγκόσμια οικονομική αστάθεια και εξ αιτίας αυτής, κερδίζει στον ανταγωνισμό, για την κατάκτηση των διεθνών αγορών και φυσικά, έχει κερδίσει και ένα όχι ασήμαντο τμήμα της εσωτερικής αγοράς των χωρών της "Ε.Ε.", την οποία έχει θέσει, εκτός μάχης και σε επίπεδο εξωτερικού ανταγωνισμού.
 
Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν υπήρξε και δεν είναι καθόλου μη αναμενόμενη και δεν ήταν αναπάντεχη, αφού ήλθε ως αποτέλεσμα της πολιτικής των γερμανικών εξαγωγικών ελίτ, οι οποίες επένδυσαν, στο φθηνό κόστος της εργατικής δύναμης, στην κινεζική παραγωγή και στην αποστράγγιση της ρευστότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών, με σκοπό να πωλούν, στην Ευρώπη και να αυξάνουν τις επενδύσεις τους, στην Κίνα, στην οποία, παράλληλα, μετέφεραν την τεχνογνωσία, δίνοντάς της την δυνατότητα και την συνεπαγόμενη ικανότητα να αναπτύξει την δική της αυτόνομη και αυτάρκη τεχνολογική βάση, προκειμένου να προωθήσει την δική της παραγωγή και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας της. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε, απολύτως, φυσιολογική.
 
Με δεδομένη την "ευρωενωσιακή" οικονομική καχεξία, που ήλθε ως ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών και οικονομικών επιλογών των ευρωελίτ, οι οποίες αρνούνται, πεισματικά, να ολοκληρώσουν την πολιτική ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου, με την δημιουργία μια ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και μια αντίστοιχη πραγματική Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα υπόκειται, στις εντολές της κυβέρνησης αυτής, παρά το γεγονός της ποσοτικής νομισματικής χαλάρωσης, την οποία ακολουθεί η Ε.Κ.Τ., η τεράστια υπεροχή της Κίνας, ως οικονομικού ανταγωνιστή, έναντι της παραπαίουσας "Ευρωπαϊκής Ένωσης", είναι, απολύτως, φυσιολογική.  
 
Επίσης, απολύτως φυσιολογική είναι και η τεράστια υπεροχή του μοντέλου διακυβέρνησης, που εκφράζει η Κίνα, έναντι του αστικοδημοκρατικού μοντέλου διακυβέρνησης, που εκφράζει, λιγότερο η Δύση, ως σύνολο και πολύ περισσότερο η "Ε.Ε.". Αυτό συμβαίνει, ακριβώς επειδή η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν αποτελεί ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος, με αποτέλεσμα τα επί μέρους κράτη, που την αποτελούν και τα οποία στερούνται της δυνατότητας να ασκήσουν νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, επειδή αυτές τις πολιτικές τις έχουν εκχωρήσει, στην Ε.Κ.Τ., να έχουν καταστεί, από οικονομική και κοινωνική άποψη, να είναι δυσλειτουργικά και να έχουν απολέσει (και να χάνουν διαρκώς) την κοινωνική ελκυστικότητα, την οποία διατηρούσαν, πριν από την έλευση της παγκοσμιοποίησης, της οποίας μια κακοσχηματισμένη εσωτερίκευση, αποτελεί η δημιουργία της ευρωζώνης.
 
Με αυτά τα κοινωνιολογικά δεδομένα, η επικράτηση αυταρχικών απόψεων, ως προς το ποιό πρέπει να είναι το μοντέλο διοίκησης των αναπτυσσόμενων κοινωνιών δεν είναι κάτι το περίεργο. Όπως, επίσης, δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο, η άνοδος των αυταρχικών απόψεων, μέσα στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και ειδικότερα, στον χώρο της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", την οποία έχει καταστήσει τοξική η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η δημιουργία της ευρωζώνης, ως ένα συγκροτημένο, σε χαοτική βάση, θεσμικό σύνολο, το οποίο οδηγεί την "Ε.Ε.", στον γκρεμό.
 
Το γεγονός ότι αυτό το φαινόμενο της επικράτησης του κοινωνικού και του πολιτικού αυταρχισμού, στις ευρωπαϊκές χώρες, πρόκειται να εκφρασθεί, στις επερχόμενες εκλογές της 26/5/2019, για το ευρωκοινοβούλιο, δεν είναι κάτι το σημαντικό, από μόνο του. Αυτό, άλλωστε, ήδη, συμβαίνει, σε όλες της χώρες της "Ένωσης", ενώ, σε κάποιες από αυτές (Ουγγαρία, Πολωνία) έχουν διαμορφωθεί και μεγάλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, που τις κυβερνούν.
 
Αυτό, που είναι πολύ πιο σημαντικό είναι το μεσομακροπρόθεσμο κλίμα που διαμορφώνεται και το οποίο, σε μακροπρόθεσμη βάση, οδηγεί την "Ευρωπαϊκή Ένωση", στην διάλυση, έτσι όπως αυτή έχει ξεκινήσει την πορεία της, με την επερχόμενη έξοδο της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.".
 
Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού το "ευρωενωσιακό" μοντέλο ανάπτυξης έχει καταφέρει, από την εποχή της οικονομικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, να μην έχει φθάσει, το 2017, στα επίπεδα του μεγέθους, του "ενωσιακού" ΑΕΠ του 2008, αφού, το 2009, το "ευρωενωσιακό" ΑΕΠ έφθανε, στα 18,466 τρισ. € και το 2017, ατα 18,452 τρισ. €; Όταν, μάλιστα, αναλογιστούμε ότι το κινεζικό ΑΕΠ, το 2009, έφθανε, στα 11,441 τρισ. € και το 2017 είχε σκαρφαλώσει, στα 20,647 τρισ. €, αντιλαμβανόμαστε την τεράστια απόσταση της απόκλισης των συγκριτικών μεγεθών, ανάμεσα, στην "ευρωενωσιακή" και την κινεζική οικονομία.
 
Αλλά, γιατί προέκυψε αυτή η εξέλιξη; Γιατί η κινεζική οικονομία ξεπέρασε, χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις την βαθιά οικονομική ύφεση, που έφερε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008; Τα πράγματα είναι πολύ απλά, όταν τα δει κάποιος ψύχραιμα. Ας τα δούμε.
 
Το κινεζικό κράτος, που διοικείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν ξέσπασε η κρίση, έριξε στην κινεζική οικονομία 586 δισ. $. Αυτό το τεράστιο οικονομικό πακέτο, το Τμήμα Οικονομικής Πολιτικής της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (ουσιαστικά, δηλαδή το υπουργείο Οικονομικών) δεν το διέθεσε, για την ανακύκλωση των τραπεζικών χρεών. Πήγε στην πραγματική οικονομία και συνοδεύτηκε, από εκτεταμένα μέτρα ενίσχυσης του τραπεζικού δανεισμού και της εγχώριας κατανάλωσης.
 
Οι "Ευρωπαίοι" έπραξαν τα, εντελώς, αντίθετα. Περιέκοψαν, δραστικά, τις δημόσιες δαπάνες και την κατανάλωση, ενώ έσφιξαν τα λουριά, στον τραπεζικό δανεισμό. Αυτή είναι η απλή και ωμή αλήθεια. Έτσι, τα καταστροφικά αποτελέσματα, που ακολούθησαν, αυτή την πολιτική ήσαν απολύτως, φυσιολογικά.
 
Όμως, η Κίνα αποτελεί ενιαίο κράτος, το οποίο κυριαρχεί, μέσα σε μια οικονομία συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού, ενώ η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν αποτελεί κράτος και κυριαρχείται, από τις μπατιροτραπεζικές και τις γερμανικές εξαγωγικές ελίτ, που δρουν, στους κόλπους της. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά.
 
Ως εκ τούτου, η έλκυση των πληθυσμών, από αυταρχικά μοντέλα διοίκησης (και το λενινιστικό μοντέλο διοίκησης, που, επιτυχώς, εφαρμόζει η κρατική γραφειοκρατία του κινεζικού κράτους, η οποία ταυτίζεται, με την κομματική γραφειοκρατία των Κινέζων κομμουνιστών, είναι το πιο ακραίο, από αυτά), είναι αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης, των κρατών και των κοινωνιών, την οποία έφεραν οι δυτικές ελίτ, με την δημιουργία της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και οι ευρωελίτ, με την δημιουργία της ευρωζώνης, οι οποίες αποδόμησαν το λειτουργικό μοντέλο της συστηματικής υποβοήθησης της οικονομικής ανάπτυξης, που είχε υποδειχθεί από τον John Maynard Keynes και το οποίο είχε συμπληρωθεί, από τον John Kenneth Galbraith και τους κεϋνσιανούς, με την εισαγωγή της διευθυνόμενης οικονομίας και τον έλεγχο των τιμών, των μισθών, των κερδών και των εισοδημάτων. Και αυτή την αποδόμηση οι δυτικές ελίτ την επέφεραν, στο κεϋνσιανό μοντέλο, προς χάρη της μπατιροτραπεζοκρατίας και της γραφειοκρατίας των μεγάλων πολυεθνικών και λοιπών επιχειρήσεων.
 
Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα, ειδικότερα, για την αποτυχία του "ευρωενωσιακού" εγχειρήματος, το οποίο υπονόμευσαν, ευθύς εξ αρχής, οι ευρωπαϊκές ελίτ, οι οποίες επιμένουν να παραμένουν πιστές, σε αυτό το μοντέλο, το οποίο οδήγησε, στην αποτυχία και στην επερχόμενη καταστροφή.
 
Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε, ακόμη, πολύν δρόμο να διανύσουμε, ακόμη.