Παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, οι οποίοι συνοδεύονται από τους αντίστοιχους πανηγυρισμούς της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, η έξοδος του ελληνικού κράτους, στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, για την πώληση 10ετούς ομολόγου, ύψους 2,5 δισ. €, με τελικό επιτόκιο 3,90%, δεν είναι καθόλου καλή, όπως προκύπτει, από τα παραπάνω χαρακτηριστικά του πραγματοποιηθέντος δανεισμού. Και φυσικά, αυτός ο δανεισμός δεν είναι χαρακτηριστικός, αφού αφορά ένα μικροποσόν, το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί, στα σοβαρά, ως δείκτης δανεισμού.
 
Δεν είναι, μόνο, το γεγονός ότι το ποσόν είναι μικρό, που καθιστά αναξιόπιστη, ως μη χαρακτηριστική, την συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση, προκειμένου να κριθεί η δανειακή φερεγγυότητα του ελληνικού δημοσίου. Τα μικροποσά του δανεισμού, στις χρηματοπιστωτικές αγορές, συνήθως έχουν καλή μεταχείριση, κάτι που, στην ελληνική περίπτωση δεν συμβαίνει, αφού το επιτόκιο δανεισμού, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ υψηλό (3,90%), την στιγμή, που το επιτόκιο αυτό κυμαινόταν, στα επίπεδα του 3,668% (τώρα είναι, στα 3,708%, ή στις 356 μονάδες βάσης, σε σχέση με το γερμανικό ομόλογο), γεγονός που καθιστά πολύ περιορισμένα τα όποια περιθώρια βελτίωσης του επιτοκίου δανεισμού, το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, δεν μπορεί να πέσει κάτω από το 3,40%. Δηλαδή, με λίγα λόγια και στην καλύτερη περίπτωση, το επιτόκιο πρόκειται να παραμείνει πολύ ακριβό.
 
Υπάρχει και κάτι άλλο, που καθιστά δυσχερέστατο και επιβαρυντικό τον συγκεκριμένο δανεισμό. Και αυτό είναι ότι, αν και μικρός δανεισμός, δεν συνομολογήθηκε, στο ελληνικό δίκαιο, αλλά, στο αγγλικό, το οποίο πρόκειται να τον διέπει, εάν υπάρξει οποιαδήποτε αντιδικία του ελληνικού κράτους, με τους δανειστές. Αντιδικία, φυσικά, θα υπάρξει, εάν το ελληνικό δημόσιο αντιμετωπίσει προβλήματα να εξοφλήσει το ομόλογο, οπότε η αντιδικία θα αχθεί, στα δικαστήρια και οι δικαστές θα κληθούν να εφαρμόσουν το αγγλικό δίκαιο, το οποίο είναι ένα δίκαιο, το οποίο προτιμούν οι δανειστές, αφού αυτό τους ευνοεί. (Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, πριν την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, οι σχετικές ομολογιακές δανειστικές συμβάσεις υπάγονταν, στο ελληνικό δίκαιο. Αυτό, τώρα, έπαυσε).
 
Τί σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να βγαίνει, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για μικροποσά, με πολύ ακριβό επιτόκιο. Για μεγάλα ποσά, δεν τολμάει να βγεί. 
 
 
 
 
 
 
Αυτό, όμως, δεν είναι κάτι νέο. Πάντοτε, το ελληνικό κράτος μπορούσε να βγαίνει, στις αγορές αυτές, για μικροποσά, είτε με δεκαετές ομόλογο, είτε με επταετές, είτε με πενταετές, ή και μικρότερης διάρκειας. Δεν το έπραττε, προκειμένου να αποφύγει την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους (ή όταν το έπραττε, το έπραττε, συνήθως, για προεκλογικούς λόγους, όπως είχαν πράξει οι σαμαροβενιζέλοι, το 2014, πριν τις ευρωεκλογές). Αυτή είναι η απλή αλήθεια. 
 
Στην ουσία και αυτός ο ομολογιακός δανεισμός, όπως και ο δανεισμός, από τους ευρωθεσμούς και το ΔΝΤ, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να φουσκώνει, ακόμη περισσότερο, το ελληνικό δημόσιο χρέος, κάτι που, άλλωστε, συνέβαινε και πριν την ελληνική ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, όπως δείχνει ο παραπάνω πίνακας του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, κατά την περίοδο 2000 - 2009. Και μιλάμε, για ένα χρέος, το οποίο δεν μπορούσε, ούτε τότε, αλλά δεν μπορεί, ούτε τώρα, να εξυπηρετηθεί.
 
Όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, το ελληνικό δημόσιο χρέος, που, στις 31/12/2000, έφθανε, στα 143,608 δισ. €, στις 31/12/2001, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, ήταν 155,838 δισ. €, για να καταλήξει, στις 31/12/2009 να αθροίζεται, στα 298,524 δισ. €.
 
Σήμερα, μετά την έναρξη της κρίσης, παρά τα 3 (+1) Μνημόνια και το κούρεμα, με το PSI του 2012, το ελληνικό δημόσιο χρέος φθάνει τα 363,400 δισ. €. 
 
Αυτό είναι το κατόρθωμα των Μνημονίων και της διαχείρισης του δημόσιου χρέους της χώρας, από την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010, μέχρι τώρα. Και αυτά είναι τα αποτελέσματα της διαχείρισής του, από τους ξένους δανειστές και τις κυβερνήσεις των εντόπιων επιστατών τους - ΓΑΠ, Λουκά Παπαδήμου, Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα
 
(Πάντως, παρά την μεμψιμοιρία πολλών "αναλυτών", για το γεγονός ότι η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, οι οποίες - υποτίθεται ότι - βγήκαν, από τα δικά τους Μνημόνια και η Ιταλία μπορούν να δανείζονται, από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, με επιτόκια της τάξεως του 1,87%, του 1,45%, του 0,797% και του 2,693%, αντιστοίχως, ενώ η Ελλάδα υποχρεώνεται να δανείζεται με επιτόκια της τάξεως του 3,900%, η αλήθεια είναι ότι συγκρίνονται μεγέθη ανόμοια. Και μάλιστα, απολύτως, ανόμοια, αφού η Κύπρος και η Πορτογαλία έχουν ενταχθεί, στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης του Mario Draghi, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η Ε.Κ.Τ. αγοράζει τα ομόλογά τους, αφειδώς. Ως εκ τούτου, με αυτό το δεδομένο, τα επιτόκια των κρατών αυτών είναι πολύ ακριβά, αφού, παρά την κάλυψή τους, από την Ε.Κ.Τ., το ύψος τους φθάνει, σε αυτά τα επίπεδα. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα, που έχει την μεγαλύτερη ανάγκη, δεν έχει ενταχθεί, σε αυτό το πρόγραμμα της Ε.Κ.Τ. Όχι ότι θα σωζόταν η κατάσταση, όπως δεν έχει σωθεί, ούτε, στις χώρες που προαναφέραμε, αλλά κάτι, έστω το ελάχιστο, θα γινόταν, ως προς την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους).  
 
Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται σαφές ότι και αυτός ο ομολογιακός δανεισμός, στον οποίο προέβη την περασμένη Δευτέρα, το ελληνικό δημόσιο, παρά τους πανηγυρισμούς του Ευκλείδη Τσακαλώτου και τους κομπασμούς του ότι αυτή η έξοδος αποδεικνύει ότι η χώρα έχει βγει, από το Μνημόνιο, στην πραγματικότητα, το ελληνικό δημόσιο και η ελληνική οικονομία παραμένει κάτω από την μπότα των ξένων δανειστών, υπό το καθεστώς, του 4ου Μνημονίου, που συμφωνήθηκε και εφαρμόζεται, από το περασμένο καλοκαίρι.
 
Από τις δεσμεύσεις αυτού του Μνημονίου, προσπαθεί, προσωρινά, να ξεφύγει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να καταφέρει να πάει στις επερχόμενες εκλογές, μέσα στο ευνοϊκότερο περιβάλλον που μπορεί να εξασφαλίσει, εν όψει της αναμενόμενης έκθεσης των ξένων δανειστών, η οποία δεν θα είναι και η καλύτερη δυνατή. Γι' αυτό και έκανε τώρα τον δανεισμό και όχι, μετά την έκθεση, που αναμένεται να εκδοθεί.
 
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα πράγματα οδεύουν, προς ραγδαία χειροτέρευση, όσον αφορά την ελληνική οικονομία. 
 
Και αυτό θα καταστεί, απόλυτα, εμφανές, μετά τις προσεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.