Πάνω από δέκα χρόνια μετά την αμερικανική χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την βαθιά ύφεση, που κτύπησε την παγκόσμια οικονομία, πολλοί παραμένουν έκπληκτοι, από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε, αυτή η κατάσταση όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν. Αν και η ύφεση αυτή, σε πολλές χώρες (με πρώτη την Ελλάδα) εξελίχθηκε, σε ανοικτή οικονομική κρίση και είναι η χειρότερη, από την εποχή της GREAT DEPRESSION της περιόδου 1929 - 1939, η παγκοσμιοποιημένη ελίτ του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού - και όχι μόνον αυτή - την αντιμετωπίζει, περίπου, ως φυσική καταστροφή, αν και γνωρίζει ότι δεν πρόκειται, περί αυτού.
 
Αυτή η αντιμετώπιση της βαθιάς και μακροχρονίσασας οικονομικής ύφεσης, ως θεομηνίας (δηλαδή ως ένα τσουνάμι διαρκείας) έχει οδηγήσει τις ελίτ, στην παπαγαλιστική προπαγάνδιση της επικρατούσας άποψης, σε όλους τους "επιστημονικούς" κύκλους και όλα τα μέσα μαζικής, αλλά και εξιδεικευμένης ενημέρωσης, που η διεθνής παγκοσμιοποιημένη ελίτ διαθέτει και έχει υπό την κυριαρχία της, ότι πρέπει όλοι - δηλαδή όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες των πληθυσμών του γραφειοκρατικού καπιταλιστικού κόσμου - να ενωθούν, προκειμένου να ληφθούν και να συνεχίσουν να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα, με τα οποία, κάποια στιγμή, στο μέλλον, η δυσμενής αυτή οικονομική κατάσταση, που επικρατεί, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν.
 
Αυτή η προπαγανδιστική καταιγίδα, που έχει εξαπολυθεί, από τις παγκοσμιοποιημένες ελίτ, όπως προκύπτει, από την διεθνή εμπειρία, που έχουμε, κατά την διάρκεια του μεγάλου χρονικού διαστήματος, που διέρρευσε, στην πράξη, σημαίνει ότι πρέπει όλοι να συμβάλουν, για να δημιουργηθούν, εκ νέου, οι συνθήκες, που θα επιτρέψουν (και που θα συνεχίσουν να επιτρέπουν) την κερδοσκοπική και εικονική συσσώρευση του πλούτου, μέσα από την διατήρηση και την μεγέθυνση της ανισοκατανομής του παγκόσμιου πλούτου, η οποία, τελικά, οδήγησε, στην κρίση και στις πολυκαιρισμένες περιπέτειες, που ακολούθησαν το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό κραχ του Σεπτεμβρίου του 2008, οι οποίες, μάλιστα, συνεχίζονται και θα εξακολουθήσουν να συνεχίζονται.
 
Δεν είναι προϊόν άγνοιας, ή ανοησίας, αυτή η επικοινωνιακή στρατηγική των ελίτ. Η παρουσίαση της μακροχρόνιας οικονομικής ύφεσης, ως μιας διαδικασίας φυσικής καταστροφής λειτουργεί προστατευτικά, έναντι των κοινωνικών εντάσεων και των συγκρούσεων, που προκύπτουν, από τον κοινωνικό πόλεμο, που σοβεί και στις σύγχρονες κοινωνίες, όπως και στο παρελθόν. Και φυσικά, αδήριτη ανάγκη, για τις παγκόσμιες ελίτ, είναι αυτή η αναζωπύρωση του κοινωνικού πολέμου, που προξενείται, από την παρατεταμένη παγκόσμια οικονομική ύφεση, να αποκρυβεί και να τεθεί εκτός της δημόσιας συζήτησης, εντός των κοινωνιών του γραφειοκρατικού καπιταλισμού.
 
Κάπου εδώ, είναι χρήσιμο να ξαναθυμηθούμε ένα πολύ σημαντικό μέρος, από τις επισημάνσεις του Karl Marx, σχετικά, με την λειτουργία του καπιταλισμού, όπως αυτές προκύπτουν, από την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, επιμένοντας, σε αυτόν τον όρο, τον οποίο οι μαρξιστές ξέχασαν, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από την εποχή του πολύ σημαντικού Γερμανοεβραίου φιλόσοφου. Την κριτική, την οποία οι οπαδοί του την έθεσαν, εκτός των αναζητήσεών τους, όταν η μαρξική θεωρία, μετασχηματίστηκε, σε μαρξιστική και καθιερώθηκε, σε μια κρατική ιδεολογία, με την έννοια, που ο ίδιος ο Karl Marx έδωσε, στον όρο αυτόν, δηλαδή αυτήν της παραμορφωτικής αντανάκλασης των κοινωνικών σχέσεων, μέσα στα μυαλά των ανθρώπων, έτσι όπως αυτή εκφράζεται, από τις ιδέες, που κουβαλούν.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι, ως παραμορφωτική αντανάκλαση των κοινωνικών σχέσεων, ως ψευδής συνείδηση, ο όρος "ιδεολογία", (που δεν χρησιμοποιείται, πλέον, ως μια επιστήμη των ιδεών, σύμφωνα με όσα θεωρούσε, στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Antoine Destutte de Tracy), ο οποίος, ως προς το ουσιαστικό του περιεχόμενο, έχει επινοηθεί, από τον Karl Marx και τον Friedrich Engels, ισχύει, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει και για την ίδια την επιστήμη, όταν αυτή χρησιμοποιείται, ως πολιτικό εργαλείο. Δηλαδή, ως ένα εργαλείο, για την κατάκτηση της πολιτικής και της κοινωνικής εξουσίας. Αυτή η διαπίστωση της ωμής πραγματικότητας, που ισχύει, πολύ περισσότερο, στην - υποτιθέμενη ως ορθολογική - εποχή μας, μπορεί να παρακάμπτεται και να αγνοείται, σκοπίμως, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Κάθε άλλο.
 
Έτσι, η ιδεολογία, ως ψευδής συνείδηση, δεν είναι μια απλή φιλοσοφική αναφορά, η οποία εξαντλείται, σε συζητήσεις, σε διάφορα σαλόνια, ή στις σελίδες διαφόρων δοκιμίων. Αφορά και την ίδιο τον σκληρό πυρήνα της επιστήμης, στον βαθμό, που σχετίζεται με και λειτουργεί, ως εξουσία. Ως εκ τούτου, η ιδεολογία, αφορά, κατ' εξοχήν, την οικονομική επιστήμη, αφού η, χιαστί, επιστημολογική και ειδικά η κοινωνιολογική ανάλυση, στην οποία, επιτυχώς (ως προς το συγκεκριμένο σημείο της), εντρύφησε ο Karl Marx και η ανηλεής κριτική, στην οποία προέβη, συνδύαζε και εξηγούσε την πραγματολογική σύνδεση των (λιγότερο, ή περισσότερο) ωραίων και σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης, με την πραγματική εξαθλίωση, την δυστυχία, την δυσανεξία και την δυσαρέσκεια του παρόντος.
 
Κάπως έτσι, τελικά, προέκυψε ότι οι διάφορες τεχνικές οικονομικές έννοιες (κέρδος, τιμή, μισθός, πρόσοδος, κεφάλαιο κλπ), που χρησιμοποιούν οι ειδικοί της οικονομικής επιστήμης, όπως και τα μεγέθη, που χρησιμοποιούν είναι και αυτές υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις, όπως συμβαίνει και στην φιλοσοφία και αποτελούν και αυτές ειδικές μορφές της ψευδούς συνείδησης των ανθρώπων.
 
Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη εργασία και η κοινωνία ολόκληρη παγιδεύονται, στις επιταγές των κατόχων του κεφαλαίου, που συσσωρεύεται (και όχι, πλέον, αναγκαστικά, των ιδιοκτητών οι οποίοι παραγκωνίζονται, από την γραφειοκρατική τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων) και από επιστημολογική άποψη, συστοιχίζεται, με την νεομυστικιστική τεχνική ιδιολεξία των παλαιότερων και πολύ περισσότερο, των σύγχρονων οικονομολόγων. Αλλά τα τεράστια προβλήματα, που έχουν προκύψει από την μακρόχρονη οικονομική ύφεση, είναι σαφές ότι δεν είναι, απλώς, οικονομικά, για να αντιμετωπισθούν, μέσα στα πλαίσια του ορθολογικοφανούς παιχνιδίσματος, με τις έννοιες αυτής της τεχνικής ιδιολεξίας των οικονομολόγων.
 
Η επίκληση της αυτονομίας του επιστημονικού πεδίου και ειδικότερα, της αυτονομίας του πεδίου της οικονομίας εκφράζει, πλήρως, την σύγχρονη ιδεολογία των καπιταλιστικών ελίτ, όπως άλλωστε, συνέβαινε, πάντοτε, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και αποτελεί ένα πολύ ισχυρό όπλο, στους σύγχρονους κοινωνικούς αγώνες, αν και όπως δείχνουν οι εξελίξεις, μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος (π.χ. οι επίμονοι και εξακολουθητικοί αγώνες των Κίτρινων Γιλέκων, στην Γαλλία, αλλά και η διευρυμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, στις ευρωπαϊκές χώρες), αυτή η επικρατούσα εκδοχή της καπιταλιστικής ιδεολογίας έχει αρχίσει, εδώ και πολύ καιρό, να φθίνει, ως προς την επιρροή και την πειστικότητα της, σε ευρέα κοινωνικά στρώματα.
 
Η σύγχρονη ύφεση, που ήλθε ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, είναι ένα δεδομένο αποτέλεσμα μιας στρατηγικής κατάληψης του μελλοντικού χρόνου, από την διογκωμένη παγκοσμιοποιημένη συστημική και την σκιώδη μπατιροτραπεζοκρατία, μέσα από την προεξόφληση   της δυνητικής και της μελλοντικής παραγωγής, κάτι που, πάντοτε, συνέβαινε, από την αρχή του χρηματιστικού καπιταλισμού, αλλά και σε εκείνες τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, στα πλαίσια των οποίων είχαν αναπτυχθεί φυτώρια καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγών, από την εποχή που ο Διογένης ο Κυνικός ασκούσε την τραπεζική, στην Σινώπη και μεταγενέστερα, έως τους αργυραμοιβούς της εποχής του Μεσαίωνα.
 
Ο κανόνας που παραβιάστηκε, στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είναι αυτός, που πολλές φορές παραβιάστηκε και στο παρελθόν (από το απώτερο, μέχρι το πρόσφατο) και αφορά την διάρρηξη της σχέσης εξάρτησης του χρηματιστικού κεφαλαίου, από το παραγωγικό, ήτοι, σε τελική ανάλυση, από την πραγματική παραγωγή, που έχει συντελεσθεί.
 
Η χρηματοπιστωτική φούσκα, που προέκυψε, από την τεράστια διεύρυνση του χάσματος, ανάμεσα στην πραγματική και την μελλοντική/δυνητική παραγωγή, οδήγησε, στην ολική αντιστροφή και έφερε την πραγματική παραγωγή να εξαρτάται από την δυνητική, με αποτέλεσμα η πραγματική παραγωγή να φθάσει στο σημείο εκείνο, που να μην συμπίπτει με την προβλεφθείσα και, ήδη, κεφαλαιοποιημένη παραγωγή, εξ αιτίας παραγόντων, οι οποίοι εμφανίζονται, ως αστάθμητοι, ενώ, στην πραγματικότητα, είναι - ή θα έπρεπε και φυσικά, θα μπορούσε να είναι - σταθμισμένοι.
 
Αυτή η κατάσταση οδήγησε, στην τιθάσευση των εργατικών διεκδικήσεων, στην καταστολή της αμφισβήτησης και της κοινωνικής κινητικότητας, με την ροπή προς τον αυταρχισμό, την καταστολή των κινημάτων (όπως βλέπουμε από την σκληρή και αιματηρή καταστολή, στην οποία επιδίδεται το γαλλικό κράτος).
 
Το πρόβλημα, στην όλη υπόθεση μένει ανεπίλυτο, εξ αιτίας της παγκοσμιοποίησης, που για μία ακόμη φορά, προέκυψε πριν από την δημιουργία μιας ενιαίας ομοσπονδιακής αρχής, στον πλανήτη μας. Και πολύ πιο πριν, από την δημιουργία μεγάλων ομοσπονδιακών κρατικών μορφωμάτων, που θα μπορούσαν, με την άσκηση ευρέων κεϋνσιανών πολιτικών, να απορροφήσουν τους, επίσης, παγκοσμιοποιημένους οικονομικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, που προξενεί αυτή η, τεχνηέντως, μεν, αλλά και απρόσεκτα οικοδομημένη, ασυμμετρία, ανάμεσα στο χρηματοπιστοπιστωτικό κεφάλαιο και την πραγματική παραγωγή.
 
Αυτό το ανεπίλυτο και - δεδομένων των ταξικών σχέσεων οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας, που έχουν, παγκοσμίως, δημιουργηθεί - δυσεπίλυτο πρόβλημα, φαίνεται ότι πρόκειται να παραμείνει ανεπίλυτο, στο προβλεπόμενο μέλλον, ακριβώς επειδή οι άρχουσες ελίτ δεν θέλουν να το επιλύσουν.
 
Και φυσικά, αυτό σημαίνει ότι το μέλλον είναι δυσοίωνο και ομιχλώδες. Αλλά, σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον.
 
Πολύ ενδιαφέρον...