Ότι η υπερδεκαετής βαριά οικονομική κρίση συνέτριψε το ελληνικό ΑΕΠ και τα αντίστοιχα εισοδήματα του ελληνικού πληθυσμού είναι δεδομένο. Άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια έχουμε περιγράψει την δυσμενέστατη εξέλιξη αυτών των μακροοικονομικών μεγεθών και έχουμε παρακολουθήσει την πορεία τους.
 
Ο παραπάνω πίνακας ο οποίος παρουσιάζει το επίσημο ποσοστό φτώχειας, είτε ως απόλυτη φτώχεια, είτε ως κίνδυνο σχετικής φτώχειας, που υποτίθεται ότι καταγράφει αυτές τις δύο εκφάνσεις της φτώχειας, στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2008 - 2018, παρουσιάζει πολλά προβλήματα, ως προς το πραγματικό περιεχόμενο των μεγεθών, που καταγράφει, αλλά μπορούμε, με σχετική ασφάλεια να πούμε ότι είναι, εξελικτικά, επίκαιρος και ενδεικτικός, ως προς το τεράστιο - το συντριπτικό - μέγεθος της εισοδηματικής κατάρρευσης, που υπέστη η ελληνική κοινωνία, στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
 
Βέβαια, δεν είναι το σύνολο του πληθυσμού της χώρας μας, αυτό που επλήγη από αυτή την εισοδηματική κατάρρευση, αφού το πλουσιότερο 1% των κατοίκων έχει μετρηθεί ότι αύξησε τα εισοδήματά του, κατά 5,9%. Όμως, αυτό που, επίσης, έχει καταγραφεί, είναι ότι το πτωχότερο 40% του πληθυσμού έχασε το 43,8% των, προ της οικονομικής κρίσης, εισοδημάτων του, ενώ το ποσοστό των Ελλήνων, που βρίσκονται, σε αυτό, που ο πίνακας περιγράφει, ως απόλυτη φτώχεια, εκτινάχθηκε, από το 20,1% του 2008, στο 44,9% το 2018.
 
Αλλά αυτό το ποσοστό του 44,9%, που καταγράφεται, το 2018, δεν είναι το μεγαλύτερο, κατά την διάρκεια αυτής της 11ετούς περιόδου. Το ποσοστό του πληθυσμού, το οποίο κατατάσσεται στην αποκαλούμενη, ως απόλυτη φτώχεια, αυξάνεται, απότομα, το 2012 (έτος του 2ου Μνημονίου, κατά την διάρκεια του οποίου έκαναν, διαδοχικά, κουμάντο οι κυβερνήσεις του Λουκά Παπαδήμου - που το όνομά του ακούγεται ότι μπορεί να περιλαμβάνεται, στους υποψήφιους προέδρους του κράτους - και των σαμαροβενιζέλων, με guest star την υπηρεσιακή κυβέρνηση του αγαπητού, στον "χουβαρδά" Κωνσταντίνο Φρουζή της Novartis, Παναγιώτη Πικραμμένου, ο οποίος, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, ορίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και συγκαταλέγεται, στους πιθανούς εκλεκτούς του Κυριάκου Μητσοτάκη, για την προεδρία του κράτους), εκτινασσόμενο, στο 35,8% και από εκεί και πέρα, αολουθεί μια διαρκώς αυξανόμενη πορεία, έως το 2016, οπότε και φθάνει, στο 48,9% - 44,3%, το 2013, 48%, το 2014 και το 2015 -, για να αποκλιμακωθεί, ελαφρά, στην συνέχεια, καταγράφοντας, ποσοστά, τα οποία το 2017 φθάνουν, στο 46,3% και στο 44,9%, το 2018, χωρίς, όμως, ποτέ να πέσουν, έστω και στα επίπεδα του 2013.
 
Αξιοσημείωτη είναι η καταγραφή του ότι τα επίπεδα του πληθυσμού τα οποία ευρίσκονται, στο σημείο του κινδύνου σχετικής φτώχειας δεν αυξήθηκαν, σε σημαντικό βαθμό, κατά την διάρκεια της εξεταζόμενης ενδεκαετίας. Ακολούθησε μια μικρή αυξητική πορεία (21,4% το 2011, 23,1%, το 2012 και το 2013), για να ακολουθήσει μια πορεία αποκλιμάκωσης, κατά την διάρκεια της οποίας, το 2014, το ποσοστό όσων υπολογίζονται ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο σχετικής φτώχειας καταγράφηκε, στα επίπεδα του 22,1%, το 2015, στο 21,4%, το 2016, στο 21,2%, το 2017, στο 20,2 και το 2018, στο 18,5% - κάτω δηλαδή, από το αντίστοιχο ποσοστό του 2008 (20,1%).
 
Όλα αυτά έχουν την εξήγησή τους. Αρκεί να πιάσουμε το νήμα των γεγονότων, από εκεί που πρέπει.
 
Όσον αφορά τα επίπεδα της φτώχειας, στην Ελλάδα (της περιγραφόμενης, ως απόλυτης και της περιγραφόμενης ως κινδύνου σχετικής φτώχειας) πρέπει να πούμε ότι αυτά, το 2008, καταγράφονται, ως ισομερώς κατανεμημένα και αθροίζονται, στο 40,2%. Αυτό σημαίνει ότι το 59,8% του πληθυσμού της χώρας είχαν επαρκή εισοδήματα.
 
Το 2009, μάλιστα, τα πράγματα φαίνεται ότι πήγαν καλύτερα. Παρά την κάποια πτώση των εισοδημάτων του γενικού πληθυσμού, η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή και η κυβέρνηση του ΓΑΠ, συγκράτησαν τα μεγέθη και το συνολικό ποσοστό της φτώχειας, στην Ελλάδα έπεσε, στο 38,6% (19,7% η σχετική και 18,9% η απόλυτη). Αυτό σημαίνει ότι το 61,4% του πληθυσμού είχε εισοδήματα, τα οποία μπορούν να χαρακτηρισθούν, ως επαρκή.
 
Η έλευση της οικονομικής κρίσης, αλλά και η ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, όπως και το 1ο Μνημόνιο, μέχρι το 2011, δεν θα διαφοροποιήσει πολύ τα πράγματα. Το 2010, μάλιστα, το συνολικό ποσοστό της φτώχειας φαίνεται να έπεσε, στο 38,1%, λόγω της πτώσης του ποσοστού του κινδύνου της σχετικής φτώχειας, στο 18%, ενώ το 2011, το συνολικό ποσοστό της φτώχειας σκαρφάλωσε, στο 46,3% (21,4% η σχετική και 24,9% η απόλυτη)
 
Αυτό σημαίνει ότι, το 2010, το 61,9% του πληθυσμού, παρά την όχι ασήμαντη πτώση των εισοδημάτων του, εξακολουθούσε να ζει χωρίς να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της φτώχειας. Κάτι που εξακολουθούσε να ισχύει, για το 53,7% του πληθυσμού, το 2011.
 
Το 2012, το 2ο Μνημόνιο και οι εφαρμοστές του, έφεραν την πλήρη επιδείνωση των μεγεθών της συνολικής φτώχειας και την σχεδόν πλήρη καταστροφή στα εισοδήματα του πληθυσμού. 
 
Από τότε και μετά, αυτή η επιδείνωση ήλθε για να μείνει. Όπως και η καταστροφή.
 
Τα μεγέθη μιλούν μόνα τους. Το 2012, η συνολική φτώχεια, στην Ελλάδα, εξακοντίσθηκε, στο 58,9% και από εκεί και πέρα, πήρε την ανηφόρα (το 2013, έφθασε, στα 67,4% και το 2014 ανέβηκε, στο 70,1%), για να αποκλιμακωθεί, ελάχιστα, τον επόμενο χρόνο (69,4% το 2015), για να ανέβει, πάλι, στο 70,1% το 2016 και για να συνεχίσει μια μικρή αποκλιμάκωση (66,5%, το 2017 και 63,4%, το 2018).
 
Αντίστοιχα, το ποσοστό του πληθυσμού, που εμφανίζεται να έχει επαρκή εισοδήματα, πέφτει, δραματικά, το 2012, στο 41,1%, ενώ από εκεί και πέρα η εξέλιξη αυτού του μεγέθους ακολουθεί την εξής πορεία : 32,6% το 2013, 29,9% το 2014, 30,6%, το 2015, 29,9%, το 2016, 33,5%, το 2017 και 36,6%, το 2018.
 
Έτσι, η χώρα εμφανίζεται ότι εισήλθε, στην κρίση, με μεγάλα επίπεδα ανισότητας και φτώχειας, αν κάνουμε την σύγκριση, με τις άλλες χώρες της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Αυτά τα, ήδη, μεγάλα επίπεδα αυξήθηκαν ακόμα πιο πολύ, εάν κάνουμε την σύγκριση, με το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας, πριν από την κρίση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η φτώχεια οδηγήθηκε, σε απίστευτα επίπεδα, κατά την περίοδο της κρίσης και παραμένει σήμερα ιδιαίτερα και σταθερά υψηλή.
 
Πού οφείλεται αυτό;
 
Προφανώς, οφείλεται κυρίως στην τεράστια μείωση του  ελληνικού ΑΕΠ (κάπου 30%) και φυσικά, του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, κατά την διάρκεια της κρίσης, που ανέτρεψαν και συμπίεσαν προς τα κάτω την κλίμακα, που αφορά την κατανομή του εισοδήματος.
 
Αλλά, αφού μιλάμε, για το ελληνικό ΑΕΠ και τα εισοδηματικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, είναι, εδώ, απαραίτητο να αναφερθούμε στα εμπειρικά και τα πρακτικά δεδομένα, που αφορούν την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και των εισοδημάτων, που απορρέουν από αυτήν. 
 
Η εικόνα, που αναδίδεται, από τα στοιχεία του πίνακα, που εξετάζουμε, είναι, κυριολεκτικά, καταθλιπτικά. Η ελληνική οικονομία εμφανίζεται ως ένα ημιθανές κουφάρι, χωρίς καμμία δυναμική, αφού το 63,4% του πληθυσμού της χώρας παρουσιάζεται, ως πενόμενο.
 
Ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει κάποια ιδιαίτερη δυναμική, ούτε και ουσιαστικές αναπτυξιακές προοπτικές, είναι περισσότερο, από σαφές. Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτό το βαρύ κλίμα της εκτεταμένης οικονομικής πενίας, που αναδεικνύεται, μέσα από τα στοιχεία του παρουσιαζόμενου πίνακα, δεν ανταποκρίνεται, στην πραγματικότητα της ζώσας ελληνικής οικονομίας, η οποία εμφανίζεται να έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μιας χώρας της υποσαχάριας Αφρικής.
 
Δεν είναι έτσι - ή, τουλάχιστον, δεν είναι, ακόμα έτσι - τα πράγματα. Και απέχουν πολύ από το να γίνουν έτσι. Προφανώς, εάν οι εξελίξεις αφεθούν, στην τύχη τους, δεν αποκλείεται, κάποια στιγμή, να καταλήξουν, σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά, έως τώρα, η ελληνική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται, σε αυτό που αναδίδεται, από τα παρουσιαζόμενα στοιχεία του πίνακα. Κάθε άλλο.
 
Δεν είναι ότι τα στοιχεία του πίνακα είναι ψευδή. Δεν είναι. Είναι, όμως, ανεπαρκέστατα, διότι παρουσιάζουν την εξέλιξη των επίσημων στοιχείων, που αφορούν την εισοδηματική πλευρά του ελληνικού ΑΕΠ και την κατανομή του, ανάμεσα στον πληθυσμό της χώρας, προκειμένου να προσδιορισθεί η έκταση της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας, στην Ελλάδα.
 
Όμως, όπως είναι γνωστό, οι καταγραφές που αφορούν τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και την κατανομή των εισοδημάτων είναι ελλιπέστατες, αφού, πέραν της επίσημης ελληνικής οικονομίας, υφίσταται και είναι, απολύτως, ενεργή και η ανεπίσημη οικονομία, η αποκαλούμενη, ως παραοικονομία, το μέγεθος οποίας, όπως εκτιμάται, αυτόν τον καιρό, από την Τράπεζα της Ελλάδος του Γιάννη Στουρνάρα και του Θεόδωρου Μητράκου, φθάνει, στα επίπεδα του 45% της επίσημης. (Προσωπική μου γνώμη είναι ότι το μέγεθος αυτό είναι μεγαλύτερο - και μάλιστα, ίσως να είναι πολύ μεγαλύτερο).
 
Παρά τα τρία Μνημόνια (συν το "ντροπαλό" 4ο Μνημόνιο, που ζούμε τώρα) της δεκαετίας του 2010, οι ξένοι δανειστές και οι εντόπιοι υποτακτικοί τους (το πολιτικό προσωπικό της χώρας, δεξιάς, κεντρώας και αριστερής απόχρωσης) δεν κατάφεραν να αρμέξουν την παραοικονομία, η οποία είναι εκείνη, που, όλα αυτά τα πάνω, από 10 χρόνια της κρίσης, κατάφερα να κρατήσει ζωντανή την ελληνική οικονομία.
 
Αυτό που προκύπτει, λοιπόν, από την ρεαλιστική και ολοκληρωμένη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας, ως συνόλου, είναι ότι τα πραγματικά εισοδήματα του πληθυσμού της χώρας είναι, τουλάχιστον, κατά 45%, περισσότερα, από αυτά που καταγράφονται, στα στοιχεία της επίσημης ελληνικής οικονομίας. 
 
Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο τα όσα καταγράφονται, στον παρουσιαζόμενο πίνακα, για την φτώχεια, στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2008 - 2018, δεν ανταποκρίνονται, στο κλίμα, που προκύπτει, από την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας μας.
 
Όμως, μπορεί το κλίμα, που αφορά την ελληνική κοινωνία, και το οποίο θα έπρεπε να προκύπτει, από τον πίνακα, να είναι σημαντικά, διαφορετικό, από το πραγματικό κλίμα, που επικρατεί, σε αυτήν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός ο πίνακας είναι άχρηστος. Κάθε άλλο.
 
Ο πίνακας, που αφορά την εξέλιξη της απόλυτης και της σχετικής φτώχεια, στην Ελλάδα, κατά την χρονική περίοδο 2008 - 2018 έχει αξία και είναι σημαντικός, όχι, ως προς την ακρίβεια των αριθμών, που καταγράφει, αλλά ως προς την απότομη και εκρηκτική αύξηση αυτών των δύο παραμέτρων της φτώχειας, στην ελληνική κοινωνία. Μια φτώχεια, η οποία, προφανέστατα, αυξήθηκε, απότομα, κατά την περίοδο της κρίσης, ενώ πριν από αυτήν, δεν ήταν εμφανής.
 
Από την έλευση της κρίσης, μετά την ελληνική χρεωκοπία του 2010, δεν μπορούμε, πλέον, να πούμε ότι η φτώχεια, στην Ελλάδα, δεν είναι εμφανής. Είναι, πλέον, εμφανέστατη και δεν ήλθε, ως περαστική. Ήλθε για να μείνει, ως ένα πολύ ευδιάκριτο και πολύ ορατό οικονομικό και κοινωνικό φαινόμενο.
 
Και η φτώχεια θα μείνει, όσο η χώρα δεν αλλάζει πορεία.
 
Δυστυχώς...