1988 - 2008 : Στο διάγραμμα αυτό καταγράφονται τα ποσοστά κατανομής της απόλυτης αύξησης του πραγματικού, κατά κεφαλήν, εισοδήματος, ανά επίπεδο παγκόσμιου εισοδήματος των νοικοκυριών (μετρημένη σε δολλάρια 2005), τα οποία εισέπραξαν οι διάφορες εισοδηματικές ομάδες σε διαφορετικές θέσεις της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος. Εδώ, δόθηκε η τιμή 100, στην αύξηση του συνολικού παγκόσμιου πραγματικού εισοδήματος και υπολογίστηκε ποιό τμήμα της εισέπραξαν τα διαφορετικά εικοστημόρια (ανά 5% του πληθυσμού) ή εκατοστημόρια της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η απόλυτη αύξηση του εισοδήματος πήγε, κυρίως,στο πλουσιότερο 5% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το πλουσιότερο 1% πήρε το 19% της συνολικής αύξησης του παγκόσμιου εισοδήματος. (Christoph Lakner και Branko Milanović 2015). Όλα αυτά, βέβαια, δεν προέκυψαν (μόνο, ή κυρίως), ως αποτελέσματα της κατοχής ιδιοκτησίας των καπιταλιστών, ή της γνώσης, που κατέχει (ή υποτίθεται ότι κατέχει) η διοικητική γραφειοκρατία - η τεχνοδομή - των μεγάλων επιχειρήσεων και των των άλλων εξουσιαστικών κοινωνικών οργανώσεων, αλλά ως αποτελέσματα της εξουσίας, που κατέχουν οι αντίστοιχες ομάδες, στην ιεραρχική δομή.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η αμφισβήτηση της διαφοροποιημένης και συνάμα άνισης και ακόμη περισσότερο, ανισόμετρης και ανισοβαρούς κλίμακας των ποσών των εισοδημάτων και των διάφορων (υποτιθέμενων και πραγματικών) απολαβών, από την εργασία, ήταν, πάντοτε, παρούσα, μέσα στην ιστορία των κοινωνιών. Δεν αποτελεί κάτι το νέο, το οποίο προέκυψε από την γενίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κατά την διάρκεια των τελευταίων αιώνων.
 
Βέβαια, η γοργή - αν και όχι ανεμπόδιστη - οικονομική επέκταση και η συναφής κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στο σύνολο των κοινωνιών, που ακολούθησαν το παράδειγμα του αγγλικού καπιταλισμού, δημιούργησαν τις στερεές κοινωνικές πραγματικές και θεωρητικές βάσεις αυτής της αμφισβήτησης, η οποία έπαυσε να είναι μια έκφραση της ανεπιτήδευτης κοινωνικής οργής, μια απλή κραυγή απελπισίας, κατά της κοινωνικής αδικίας, που χάνονταν, μέσα σε διάφορες ψευδοσυνειδησιακές (κυρίως θρησκευτικής μορφής) κατασκευές.
 
Η καταιγιστική άνοδος του εργατικού κινήματος και της συναφούς συνδικαλιστικής, πολιτικής και επιχειρηματικής γραφειοκρατίας, που, ιστορικά, το συνόδευσε, όχι ως ένα παρακολούθημα, το οποίο υπήρξε "αναγκαίο κακό", αλλά ως συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, η οποία εξυπηρετούσε και συνεχίζει να εξυπηρετεί τα δικά της (νομιζόμενα και πραγματικά) ιδιοτελή συμφέροντα, οδήγησε, στην καταστροφή των παλαιών μύθων και έφερε, στην επιφάνεια μια ορθολογική/ορθολογικοφανή επιχειρηματολογία.
 
Αυτή η επιχειρηματολογία, για την διαφοροποιημένη, άνιση, ανισόμετρη και ανισοβαρή κλίμακα μισθών και εισοδημάτων, μπορεί να δημιούργησε, με την σειρά της, κάποιους νέους μύθους, αλλά η αλήθεια είναι ότι αντικατέστησε την εξωκοινωνική θρησκευτική αιτιολόγηση της άνισης κατανομής των εισοδημάτων, με την αναζήτηση και την θεμελίωση των κοινωνικών και ειδικά των οικονομικών μηχανισμών και αιτιών, που, πρωτίστως, πλην όμως, φαινομενολογικώς, δεν δικαιολογούν αυτή την ανισοκατανομή, η οποία, όμως, στο πεδίο της ζώσας πραγματικότητας, δικαιολογείται, ως προϊόν της ίδιας της κοινωνικής διαπάλης - αν και αυτό, συνήθως, αποφεύγεται να ομολογηθεί.
 
Συνήθως, υποστηρίζεται ότι η διοικητική και μισθολογική ιεραρχία βασίζεται, σε μια ιεραρχία, η οποία στηρίζεται, στις διαφορές, που έχουν να κάνουν, με την ατομική ιδιοκτησία, στα μέσα παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών και την γνώση και οι οποίες διαφορές (υποτίθεται ότι) τις δικαιολογούν. 
 
Αλλά, στις επιχειρήσεις και στην κοινωνία, αυτά, που έχουμε, ως δεδομένα, οδηγούν, σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αν παλαιότερα, η ιδιοκτησία του πλούτου και των μέσων παραγωγής καθόριζαν την κλίμακα των εισοδημάτων, σήμερα, στον χώρο των μεγάλων επιχειρήσεων (των μονοπωλιακών, των ολιγοπωλιακών, αλλά και των άλλων, που έχουν ένα κάποιο ικανό μέγεθος και μπορούν να προσδιορίζουν, λιγότερο, ή περισσότερο ικανοποιητικά, το επιχειρηματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο κινούνται και δραστηριοποιούνται), εδώ και πολύ καιρό, με την άνοδο της ειδικής κοινωνικής κατηγορίας της επιχειρηματικής και της πολιτικοσυνδικαλιστικής τεχνοδομής, που πλαισιώνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, ταπράγματα έχουν αλλάξει.
 
Χωρίς να αγνοείται η δύναμη της ιδιοκτησίας, στα μέσα παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, ο καθοριστικός παράγοντας, για την θέση του καθενός, στην κλίμακα των μισθών και των εισοδημάτων, είναι η διοικητική ιεραρχία και η θέση, εντός αυτής, που έχουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες και τα πρόσωπα που τις απαρτίζουν. 
 
Κάπου εδώ, οι απολογητές της διαφοροποιημένης, άνισης, ανισόμετρης και ανισοβαρούς κλίμακας μισθών και εισοδημάτων, έρχονται, ευλογοφανώς (αλλά όχι ευλόγως) να επιχειρηματολογήσουν, υποστηρίζοντας ότι οι διαφοροποιήσεις, στην κλίμακα των μισθών και των εισοδημάτων δικαιολογούνται, στην βάση της διαφοροποίησης της κατανομής της γνώσης, η οποία - υποτίθεται ότι - διαφοροποιεί, αναλόγως και την κατανομή των μισθών και των εισοδημάτων. 
 
Βέβαια, η πραγματικότητα, στις επιχειρήσεις και στις κοινωνίες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είναι διαφορετική, αν και η αλήθεια είναι ότι, όσο ανεβαίνουμε, στα κλιμάκια της ιεραρχίας, τόσο περισσότερο είναι οι διαφόρων ειδών πτυχιούχοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκείνοι οι οποίοι στρατολογούνται και σχηματίζουν τις διάφορες επιχειρηματικές και κοινωνικές ιεραρχίες, γεγονός το οποίο, με την σειρά του, επίσης υποτίθεται ότι δικαιολογεί την κυρίαρχη επιχειρηματολογία, η οποία, στους καιρούς μας, θέλει να στηρίζει την διαφοροποίηση των μισθών και των εισοδημάτων, στην διαφοροποίηση της κατανομής της γνώσης, ανάμεσα, στα πρόσωπα και στις κοινωνικές ομάδες.
 
Δεν θα επιχειρήσω, εδώ, να εξαφανίσω τον παράγοντα, που παίζει η κατοχή της γνώσης, στις επιχειρηματικές και στις ευρύτερες κοινωνικές δραστηριότητες. Αλλά δεν πρόκειται και να τον θεοποιήσω.
 
Έτσι, χωρίς να μηδενίζεται η ύπαρξη της γνώσης, αυτό που πρέπει να επισημανθεί, εδώ, είναι ότι, πέρα από το γεγονός ότι η ύπαρξή της δεν ταυτίζεται, υποχρεωτικά, με την κατοχή κάποιου πτυχίου, στην πραγματικόητα των επιχειρήσεων και των διάφορων κοινωνικών δραστηριοτήτων, η αλήθεια είναι ότι εκείνοι οι οποίοι ανεβαίνουν, στην διοικητική ιεραρχία και απολαμβάνουν τα όποια προνόμια αντιστοιχούν, στα διάφορα κλιμάκιά της,  δεν είναι όσοι έχουν την όποια "μεγαλύτερη γνώση", στα διάφορα αντικείμενα της εργασίας τους, αλλά εκείνοι που προσαρμόζονται, στην μάχη του καθημερινού ανταγωνισμού, που διεξάγεται, μέσα στα πλαίσια των επιχειρήσεων και των άλλων πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων. 
 
Αυτό που συμβαίνει, εντός των πλαισίων της διευθυντικής ιεραρχίας, με τους ανταγωνισμούς των μελών της, συμβαίνει και στις σχέσεις της, με τις κοινωνικές ομάδες, που αποτελούν τους εκτελεστικούς βραχίονες των επιχειρήσεων και των διάφορων κοινωνικών οργνώσεων, οι οποίες ομάδες καλούνται να εκτελέσουν τις αποφάσεις, που λαμβάνονται και οι οποίες επικρατούν, εντός των πλαισίων των αντιπαραθέσεων των διευθυνόντων στρωμάτων.
 
Οι αποκαλούμενες, ως "εκτελεστικές ομάδες", αυτές δηλαδή, που καλούνται να εκτελέσουν τις αποφάσεις, που λαμβάνονται - όπως λαμβάνονται -, από τις διευθύνουσες εξουσιαστικές ομάδες των επιχειρήσεων και των κοινωνικών οργανώσεων, μπορούν να είναι οι χαμένοι, στην όλη εισοδηματική κλίμακα, όχι τόσο επειδή έχουν, κατά τεκμήριο, λιγότερη γνώση (ουκ ολίγες φορές έχουν περισσότερη), από τους ανώτερους, στην διοικητική ιεραρχική ιεραρχία, αλλά, κυρίως, επειδή βρίσκονται, στην συγκεκριμένη θέση του εκτελεστή αποφάσεων, στην οποία έχουν βρεθεί.    
 
Και εδώ βρισκόμαστε, πέραν των όποιων προσωπικών προσόντων και αξιών, σε αυτό που παρατηρούμε, ως φαινόμενο της σύγχρονης διαφοροποιημένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Αυτό δηλαδή, που έχει να κάνει, με την διάρθρωση των σύγχρονων εξουσιαστικών κοινωνιών. 
 
Έτσι, μέσα στα πλαίσια των κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, οι μισθοί και τα εισοδήματα, δεν κατανέμονται, με βάση την ιδιοκτησία, ή την γνώση, ή οποιοδήποτε άλλο ανάλογο (ή μη ανάλογο) χαρακτηριστικό, αλλά με βάση την θέση της κάθε κοινωνικής ομάδας, στην άσκηση της εξουσίας.
 
Αυτή είναι η απλή και ωμή αλήθεια. 
 
Όλα τα άλλα είναι άνευ ουσίας και συνουσίας...