(που λένε ότι φθάνει, στο 25%, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη).


 

 
 
 
 
 
Παρακολουθώντας την έκταση της φοροδιαφυγής, στην ελληνική οικονομία, βλέπουμε ότι η αποκαλούμενη, ως "μαύρη οικονομία", στην Ελλάδα, ήταν, ήδη, πολύ μεγάλη, πριν από την έλευση της κρίσης και φυσικά, το φαινόμενο αυτό συνεχίζει, ακάθεκτο την πορεία του, μέσα στον χρόνο, παρά την ελληνική χρεωκοπία του 2010 και τις βαρύτατες και μακροχρόνιες επιπτώσεις της, που οδήγησαν στην ραγδαία συρρίκνωση του επίσημου, αλλά και παραπλανητικού, ως προς το μέγεθός του, ελληνικού ΑΕΠ (το οποίο δεν απεικονίζει την πραγματικότητα), κατά την διάρκεια της δεκαετίας, που μας πέρασε. 
 
Οι μελέτες, που παρουσιάζονται, αναφέρουν ότι η έκταση της "μαύρης οικονομίας" φθάνει κάπου ανάμεσα στο 20%-25% του επίσημου ελληνικού ΑΕΠ (κάπου, δηλαδή, στα 42 δισ. €). Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η "μαύρη οικονομία", στην Ελλάδα, πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερη. 
 
Αυτή η κατάσταση, παρά τα όσα λέγονται και γίνονται, παρά τα τέσσερα Μνημόνια και τις προσπάθειες των ξένων δανειστών και των εντόπιων υποτακτικών τους, δεν πρόκειται να παύσει. Και δεν πρόκειται να παύσει, εξ αιτίας του γεγονότος ότι όλα όσα έγιναν, στην διάρκεια της μνημονιακής δεκαετίας, που μας πέρασε, δεν άλλαξαν τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, η οποία, παρέμεινε να είναι μια οικονομία, η οποία κυριαρχείται, από μικρούς και μεσαίους παραγωγούς αγαθών και υπηρεσιών.
 
(Δεν είναι, βέβαια, μόνο, στην Ελλάδα, που οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις φοροδιαφεύγουν. Και στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες κάνουν το ίδιο, αλλά αυτό δεν αποτελεί, γι' αυτές, μεγάλο πρόβλημα, γιατί οι αυτοαπασχολούμενοι είναι λίγοι, ενώ, στην Ελλάδα το ποσοστό της αυτοαπασχόλησης φθάνει, στο 34% και είναι διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο).
 
Έτσι, καμμία μεγάλη παραγωγική επένδυση δεν έγινε, καμμία βιομηχανική επιχείρηση δεν στήθηκε, στην χώρα. Αντίθετα, μάλιστα. Και οι επενδύσεις κατέρρευσαν και οι βιομηχανίες έφυγαν. Αυτή είναι η πραγματικότητα και αυτό δεν ήλθε τυχαία. Υπήρξε αποτέλεσμα της ακολουθούμενης πολιτικής της δραστικής πραγματικής υποτίμησης της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας.
 
Μέσα στα πλαίσια αυτά, η παραμονή της ελληνικής φοροδιαφυγής, σε υψηλά επίπεδα, υπήρξε και είναι η μόνη δικλείδα, που μπορούσε να δώσει και να συνεχίσει να δίνει μια κάποια δυναμικότητα, στην ελληνική οικονομία. Και μέσα σε αυτήν την πρωτόγνωρη καταστροφή, που έγινε, μεσα στην δεκαετία του 2010 και η οποία συνεχίζει να γίνεται, είναι η εκτεταμένη φοροδιαφυγή αυτή, που κράτησε όρθια την ελληνική οικονομία, η οποία συρρικνώθηκε, στην περίοδο αυτή, τουλάχιστον, κατά 30% (και περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη μας την πραγματική ελληνική παραγωγή, που αθροίζει την επίσημη οικονομία και την παραοικονομία).  
 
Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι που θα εξηγήσω, με το τωρινό δημοσίευμα. 
 
Σταθερά, υποστηρίζω την άποψη ότι η επιβολή της φορολογίας, πάνω, στα αγαθά και τις υπηρεσίες, μέσα σε μια λειτουργούσα οικονομία, είναι αχρείαστη και - το κυριότερο - είναι επιβλαβής, επειδή πλήττει την διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης, αφού ο μόνος λόγος, για τον οποίο αυτή η φορολογία επιβάλλεται, διεκδικώντας μια ορθολογική αιτιολόγηση, από πλευράς της οικονομικής επιστήμης, είναι η εξεύρεση των απαραίτητων πόρων, για την καθημερινή λειτουργία του κράτους, στερείται πραγματικού περιεχομένου και νοήματος, ακριβώς επειδή το κράτος - το κάθε κράτος, το οποίο είναι άξιο να φέρει το όνομα αυτό και να λειτουργεί ως εξουσιαστική δύναμη - έχει την αποκλειστική εξουσία να εκδίδει και να θέτει, υπό το καθεστώς της αναγκαστικής κυκλοφορίας το νόμισμα, με το οποίο λειτουργούν, εντός του χώρου, που το κράτος εξουσιάζει, η κοινωνία και η οικονομία.
 
Ως εκ τούτου, το κράτος δεν έχει ανάγκη την επιβολή της φορολογίας, επί των πολιτών και των κυκλοφορούντων αγαθών και υπηρεσιών, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του. Κατέχει το νόμισμα και μπορεί με την έκδοση και την κυκλοφορία των απαραίτητων ποσών να καλύψει, ανά πάσα στιγμή τις ανάγκες του. Η επιβολή της φορολογίας, στην πραγματικότητα, όχι, μόνο, δεν είναι αναγκαία, αλλά είναι και βλαπτική, αφού περιορίζει την οικονομική ανάπτυξη και επιβάλλεται, για λόγους, που αφορούν την λειτουργική προσαρμογή της κοινωνίας, στην επιβολή της κρατικής εξουσίας και συνάμα, στην αποδοχή της.
 
[Για το ζήτημα αυτό, που αφορά την αναγκαιότητα της κατάργησης της φορολογίας, όποιος επιθυμεί μπορεί να δει, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, το σχετικό δημοσίευμά μου, με τίτλο :  Φορολογία; Όχι, ευχαριστώ. (Γιατί πρέπει να καταργηθούν οι φόροι. Μια - όχι και τόσο - καινοφανής ανάλυση που εξηγεί, με απλά λόγια, το γιατί, στις σύγχρονες κοινωνίες, πρέπει να καταργηθεί κάθε μορφή φορολογίας, στην οικονομική δραστηριότητα)].
 
Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα είναι αυτή, που είναι. Και αυτή η πραγματικότητα περιλαμβάνει, ως βασικό στοιχείο της κοινωνικής και της οικονομικής λειτουργίας, την επιβολή της φορολογίας, επί των πολιτών και επί των αγαθών και των υπηρεσιών, που παράγονται, μέσα στην καθημερινή παραγωγική δραστηριότητα. Έτσι, λειτουργούν τα πράγματα και αυτό δεν μπορούμε και δεν πρέπει να το αγνοήσουμε.
 
Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, δεν προξενούν καμμία εντύπωση οι χρόνιες δημοσιονομικές ανισορροπίες και οι σύστοιχες δυσκολίες, που πλήττουν την ελληνική οικονομία, οι οποίες, προφανέστατα, σχετίζονται με το γεγονός ότι, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, που σήμανε την κατάργηση της δραχμής και την αντικατάστασή της, από το ευρώ, το ελληνικό κράτος απεμπόλησε την κυριαρχία του, στην άσκηση της νομισματικής και συνακόλουθα και της δημοσιονομικής πολιτικής.
 
Έτσι, το ελληνικό κράτος έπαυσε να είναι κράτος, με την ουσιαστική έννοια του όρου και μετατράπηκε, σε ένα επαρχιακό πολιτειακό μόρφωμα, το οποίο δεν μπορεί να ασκεί, παρά μόνον, μια περιορισμένη κυριαρχία, χωρίς όμως, να έχει υποκατασταθεί από μια υπέρτερη ομοσπονδιακή (ή μη) κρατική αρχή, αφού η ευρωζώνη και η "Ευρωπαϊκή Ένωση", δεν είναι κράτη, αφού το ευρώ, δεν εκδίδεται από κάποια κρατική νομισματική αρχή, αλλά από μια κεντρική τράπεζα - την Ε.Κ.Τ. - η οποία, όμως, δεν υπάγεται, στον έλεγχο κάποιας κεντρικής κυβέρνησης, η οποία, απλώς, δεν υπάρχει.
 
Αυτή η κατάσταση, όπως πολλές φορές έχουμε πει, προσδιορίζει ότι το ευρώ είναι ένα sui generis νομισματικό εργαλείο, το οποίο λειτουργεί, περισσότερο, ως ένας μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και λιγότερο, ως νόμισμα.
 
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το ευρώ, ως μηχανισμός εξισορρόπισης των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εντός της νομισματικής ένωσης της ευρωζώνης, δεν προσαρμόζεται, όπως θα έπρεπε, εάν ήταν ένα πραγματικό νόμισμα, στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, αλλά, αντιθέτως, η εξισορροπιτική του λειτουργία έγκειται, στην προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας, στο επίπεδο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, που επιθυμούν, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, οι μπατιροτραπεζίτες της Ε.Κ.Τ. και η γραφειοκρατία των πολυεθνικών και των άλλων μεγάλων επιχειρήσεων, που κυρίως έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα και εντοπίζονται, κατά πλειοψηφία, στον χώρο της γερμανικής παραγωγής.
 
Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέω, μπορούμε να δούμε την νομισματική ισοτιμία του ευρώ, με το δολλάριο, η οποία αυτές τις ημέρες βρίσκεται, σε μια σχέση ισορροπίας του 1 ευρώ, προς 1,11 δολλάριο. Αυτή η ισορροπία αποτελεί την ισοτιμία του μέσου ευρώ και με αυτήν την ισοτιμία συναλλάσσονται όλες οι χώρες της ευρωζώνης, στις μεταξύ τους οικονομικές συναλλαγές, όπως και στις συναλλαγές τους, με τον υπόλοιπο κόσμο.
 
Όμως, αυτή η συναλλαγματική ισοτιμία δεν αντιστοιχεί, στις πραγματικές ισοτιμίες, που έχει το ευρώ, ως νόμισμα των επί μέρους χωρών της ευρωζώνης, οι οποίες το χρησιμοποιούν, ως νόμισμα. Οι πραγματικές ισοτιμίες του ευρώ, λογιζόμενου, ως τοπικό νόμισμα, για κάθε χώρα της ευρωζώνης, είναι πολύ διαφορετικές, αφού, π.χ. για την Γερμανία, η αντίστοιχη ισοτιμία βρίσκεται, στο 1,88 "γερμανικό" ευρώ, προς 1,11 δολλάριο και ως εκ τούτου, η ισοτιμία του μέσου ευρώ του 1 ευρώ, προς 1,11 δολλάριο, με την οποία συναλλάσσονται οι Γερμανοί παραγωγοί, είναι, δραστικά, υποτιμημένη, ενώ για την Ελλάδα, η σχετική ισοτιμία βρίσκεται, στο 0,88 "ελληνικό" ευρώ, προς 1,11 δολλάριο και ως εκ τούτου, η ισοτιμμία του μέσου ευρώ, με το οποίο συναλλάσσονται οι Έλληνες παραγωγοί, είναι, δραστικά, υπερτιμηνένη.
 
Τί σημαίνει αυτό, στην πράξη; Σημαίνει ότι η ελληνική παραγωγή, με το ευρώ, καθίσταται, μη ανταγωνιστική, όχι μόνο, στις εξωτερικές αγορές - κάτι που θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί -, αλλά κυρίως, στην εσωτερική αγορά, η οποία κατακτάται από ξένα προϊόντα, γεγονός που οδηγεί, στον περιορισμό της ελληνικής παραγωγής και σε υψηλά επίπεδα ανεργίας.
 
Αυτή είναι η αδυσώπητη πραγματικότητα, που ζούμε. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται τυλιγμένη μέσα, στον ζουρλομανδύα του ευρώ και το ελληνικό κράτος, το οποίο έχει απεμπολήσει την κυριαρχική εξουσία του, στην έκδοση του νομίσματος της χώρας, αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τις δικές του ανάγκες, όπως επίσης, αδυνατεί να χρηματοδοτήσει και τις ανάγκες της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας, επειδή δεν ασκεί καμία εξουσία, στην έκδοση και την κυκλοφορία του ευρώ, το όποίο, έτσι, λειτουργεί, ως ένα ξένο νόμισμα.
 
Αυτοί είναι οι λόγοι, για τους οποίους το ελληνικό κράτος δεν μπορεί, πλέον, από το 2002 και μετά, να έχει εξασφαλισμένα τα έσοδά του, τα οποία, όμως, τα είχε εξασφαλισμένα, όταν εξέδιδε και κυκλοφορούσε την δραχμή, χρηματοδοτώντας, έτσι και τις δικές του ανάγκες και τις αναπτυξιακές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.
 
Τότε, μέχρι το 2001, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα της νομισματοκοπής, το ελληνικό κράτος μπορούσε να κρατήσει - και κρατούσε -, σε χαμηλά επίπεδα, την επιβολή της φορολογίας, ενώ, από το 2002, με την ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στην ευρωζώνη και την αντικατάστασή της, από το ευρώ, είναι υποχρεωμένο να βρει, μέσω των αγορών, το κάθε ένα ευρώ, που απαιτείται, για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του, όπως και αυτές της ελληνικής οικονομίας. 
 
Αυτό σημαίνει, αναγκαστικά, ότι, αφού το ελληνικό κράτος στερείται της δυνατότητας να προβαίνει, σε νομισματοκοπή, προκειμένου να χρηματοδοτήσει, αυτές τις αναγκαίες λειτουργίες, πρέπει να στραφεί προς την δραστική επιβολή φορολογίας, προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. 
 
Αλλά η επιβολή φορολογίας, όσο δραστική και αν είναι αυτή, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κράτους και της ελληνικής οικονομίας, αφού τα δημόσια έσοδα είναι ανεπαρκή και λειτουργούν, αντιαναπτυξιακά, αφού στερούν τεράστιους πόρους, από την οικονομική δραστηριότητα, οι οποίοι, άλλωστε, δεν επιστρέφουν, στην οικονομία, αφού και με τους στόχους, για την μακροχρόνια επίτευξη μεγάλων πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων (έως το 2060), που έχουν τεθεί, με το "ντροπαλό" 4ο Μνημόνιο, που υπέγραψε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, του οποίου η εφαρμογή συνεχίζεται, ένα σημαντικό μέρος των ποσών, που προκύπτουν, πηγαίνουν, στους ξένους δανειστές.
 
 
 
 
Ως εκ τούτου, τα αδιέξοδα, που προκύπτουν, από την αδυναμία της συλλογής ικανοποιητικών ποσών, από την επιβολή της φορολογίας, οδηγούν τις κυβερνήσεις, στις διαρκείς περικοπές των κρατικών δαπανών, γεγονός, το οποίο, με την σειρά του, έχει και αυτό, αντιαναπτυξιακή δυναμική, αφού στερεί έσοδα από την ελληνική οικονομία, με δεδομένο το απλό γεγονός ότι οι δαπάνες του κρατικού τομέα αποτελούν έσοδα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. 
 
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει κανένα μέλλον, με νόμισμα το ευρώ και όσο μένει εγκλωβισμένη, στην ευρωζώνη. Στην καλύτερη περίπτωση, θα μείνει στα επίπεδα στασιμότητας, στα οποία έχει βρεθεί, από το 2017 και μετά. (Χωρίς μάλιστα, να αποκλείονται τα χειρότερα. Κάθε άλλο).
 
Και τα πράγματα θα μείνουν έτσι, όσο οι πολιτικές ισορροπίες, που έχουν διαμορφωθεί, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015, την "προδοσία" του Αλέξη Τσίπρα και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και την σταθεροποίηση του νέου δικομματισμού, όπως αυτή προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, θα εξακολουθήσουν να παραμένουν, ως έχουν.
 
Δυστυχώς...