Μετά την δημοσίευση του Ν. 4670/2020, με τον οποίον αλλάζουν, σημαντικά, σε πολλά σημεία, οι διατάξεις του διαβόητου νόμου Κατρούγκαλου (Ν. 4387/2016), για την κοινωνική ασφάλιση και την συνταξιοδότηση του πληθυσμού της χώρας μας, πρέπει να γίνει η διαπίστωση ότι και ο νέος νόμος, ακολουθεί και συνεχίζει την κεφαλαιοποιητική λογική της ασφαλιστικής και της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, που εγκαινίασε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου, τον Αύγουστο του 2015.
 
Βέβαια, στον νέο νόμο, προβλέπονται οριακές θετικές μεταβολές, σε σχέση με τον νόμο Κατρούγκαλου (υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία, που αφορούν την κατάργηση της ιλαροτραγικής "13ης σύνταξης"), αλλά το κυριότερο και πολύ σημαντικό ζήτημα, που σχετίζεται, με τον νέο νόμο Βρούτση, είναι αυτό, που έχω επισημάνει, στο, αμέσως, προηγούμενο δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ.
 
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη απέφυγε να εφαρμόσει το προεκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, για την ασφάλιση και τις συντάξεις. Δεν παραχώρησε (έστω και εν μέρει) την επικουρική ασφάλιση, στις ιδιωτικές εταιρείες. Η κοινωνική ασφάλιση παραμένει κοινωνική. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
 
Παρά ταύτα, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, σχετικά, με τον νέο νόμο, το οποίο έχει να κάνει με το εάν αυξάνονται, με αυτόν, έστω και σταδιακά, τα όρια ηλικίας συνταξιοδοτησης, όπως διαδίδεται, από διάφορα ΜΜΕ (όχι, κατ' ανάγκην και όχι, μόνο, προσκείμενα στην αξιωματική - και την υπόλοιπη - αντιπολίτευση).
 
Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Ν. 4670/2020 δεν θεσπιζει καμία αλλαγή στα όρια ηλικίας συνταξιοδοτησης. Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται, από τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου (Ν. 4387/2016), οι οποίες δεν καταργούνται, από τον νέο νόμο και προβλέπουν ότι τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα αναθεωρούνται, σύμφωνα με τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής του πληθυσμού της χώρας μας. 
 
Και αυτή η διατήρηση των σχετικών διατάξεων του νόμου, που ψήφισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, είναι που περιπλέκει τα πράγματα, μαζύ με την αναλογιστική μελέτη, που συνοδεύει τον Ν. 4670/2020, αν και η μελέτη αυτή - που έτσι και αλλιώς είναι επί ξύλου κρεμάμενη - δεν έχει καμμία νομική ισχύ.
 
Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τις αναλογιστικές προβολές της μελέτης των δυσγράμματων ειδικών επιστημόνων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ο.Π.Α.), το 2024, θα πρέπει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης να αυξηθούν, από τα 67 έτη, που είναι σήμερα, στα 68, ενώ το 2036, θα πρέπει να ανέλθουν, στα 69 έτη. Από εκεί και πέρα, υποτίθεται, πάντα σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη, ότι τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, θα πρέπει, το 2045, να φθάσουν, στα 70, το 2057, στα 71 και τελικά, το 2066, στα 72.
 
Όλα αυτά τα προβλεπόμενα υποτίθεται ότι στηρίζονται, στην, έως το 2070, αύξηση του προσδόκιμου ζωής (αν και η δεκαετία της κρίσης οδήγησε σε μια μείωση του προσδόκιμου ζωής του πληθυσμού της χώρας) και στην πτώση του δείκτη γονιμότητας, στην Ελλάδα (όπως και στις χώρες της σημερινής "Ευρωπαϊκής Ένωσης")
 
Υποτίθεται, λοιπόν, ότι (όπως δείχνει και ο πίνακας των προβλεπόμενων δημογραφικών εξελίξεων, που λέγεται ότι θα υποστεί η Ελλάδα), από 10,73 εκατομμύρια, που ήταν ο πληθυσμός της χώρας, το 2018, θα μειωθεί, στα 8, 453 εκατομμύρια, το 2070, ενώ ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων, σε 30 χρόνια, περίπου, θα διπλασιασθεί, από 34,4, το 2018, στο 63,4, το 2050 κα στο 58,4 το 2070.
 
Από την άλλη πλευρά, το προσδόκιμο ζωής, για τους άνδρες αναμένεται να αυξηθεί από τα 79 έτη το 2018, στα 86,3 έτη, το 2070 και για τις γυναίκες, από  τα 84,1 έτη, το 2018, στ 90,1 έτη, το 2070. Κάπως έτσι,  όσον αφορά τους άνδρες, το προσδόκιμο ζωής της ηλικίας 65 ετών υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί, από 18,7, το 2018, στο 23,7 το 2070 και όσον αφορά τις γυναίκες, ο αντίστοιχος υπολογισμός φθάνει, από το 21,5, το 2018, στο 26,4, το 2070. 
 
Και φυσικά, οι υπολογισμοί αυτοί, που σχετίζονται, με το 65ο έτος της ηλικίας των συνταξιοδοτούμενων, έχουν μεγάλη σημασία, αφού καθώς, σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου, η ηλικία της συνταξιοδότησης του πληθυσμού συνδέεται αυτόματα με την υπολογιζόμενη χρονική διάρκεια, που θα καταβάλλονται οι συντάξεις. Κάτι, που φυσικά, συνδέεται, άμεσα με το ύψος των συνταξιοδοτικών δαπανών, από τον κρατικό προύπολογισμό.
 
Αυτή η πρόβλεψη οδηγεί, στο συμπέρασμα ότι, μέχρι το 2070, η χώρα μας θα αντιμετωπίσει τεράστια προβλήματα, στο ασφαλιστικό της σύστημα. Και γι' αυτόν τον λόγο και υπό το καθεστώς, αυτών των προύποθέσεων, η αναλογιστική μελέτη του Ο.Π.Α., που συνοδεύει τον Ν. 4670/2020, συμπερασματολογεί και ισχυρίζεται ότι, μέχρι το 2070, το ελληνικό κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα είναι βιώσιμο.
 
Όπως έχω πολλές φορές γράψει, αυτές οι μεσομακροπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προβλέψεις των αναλογιστών, που συντάσσουν τέτοιες μελέτες και των πολιτικών, που τις λαμβάνουν, στα σοβαρά, υπόψη τους, είναι άνευ ουσιώδους περιεχομένου και συνιστούν μια επιστημονικοφανή α-νοησία, επειδή δεν λαμβάνουν υπόψη τους, την, υπό φυσιολογικές συνθήκες, προβλέψιμη - και ανατρεπτική των συμβατικών προβλέψεων - είσοδο της καλπάζουσας εφαρμοσμένης τεχνολογίας, στην παραγωγή και στην ζωή των κοινωνιών. 
 
Αυτή η εκρηκτική είσοδος της εφαρμοσμένης επιστήμης, στην παραγωγή, από την εποχή, τουλάχιστον του τέλους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πολύ περισσότερο, από το 1945, έως τις ημέρες μας, είναι που έχει θέσει στην άκρη κάθε πρόβλεψη του μακρινού και του πλησιέστερου, σε μας παρελθόντος, αφού η σαρωτική άνοδος της παραγωγικότητας της εργασία και του συνόλου της παραγωγής, ανατρέπει κάθε πρόβλεψη και έχει καταστήσει, διαρκώς, βιώσιμα τα κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα και το βιοτικό επίπεδο των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.
 
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν προβλέπεται να αλλάξει, παρά τις κασσάνδειες προβλέψεις των αναλογιστών και την ανάλογη προπαγάνδα του πολιτικού κατεστημένου. 
 
Άλλωστε, επί του εδάφους της πραγματικής πολιτικής ζωής, οι προβλέψεις των αναλογιστών δεν έχουν κανένα δεσμευτικό και νομικό περιεχόμενο. Για να ισχύσουν οι όποιες αλλαγές, στα όρια συνταξιοδότησης του ελληνικού πληθυσμού, αυτές πρέπει να νομθετηθούν. Δεν ισχύουν, χωρίς την ψήφιση νέων νόμων.
 
Ως εκ τούτου, έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε...