Τότε που οι "εκσυγχρονιστές" έβλεπαν τις μίζες να περνούν και κάποιοι από αυτούς γέμιζαν τις τσέπες τους και όλοι μαζύ, τα ταμεία του κόμματός τους.

Η "βόμβα", που έσκασε αυτές τις ημέρες, με την διερεύνηση των λογαριασμών του Κώστα Σημίτη και της οικογενείας του (περιλαμβανομένου και του αδελφού του Σπύρου Σημίτη), καθώς και των μελών της κυβέρνησής του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και Ευάγγελου Μαλέσιου, που, κατά την περίοδο 2003 - 2004, ήσαν πολιτικοί προϊστάμενοι στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης - υπουργός και υφυπουργός, αντίστοιχα -, εξ αιτίας της, πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως, ύποπτης προτιμησής τους, για την αγορά του συστήματος ασφαλείας C4I (το οποίο, στην πορεία, αποδείχτηκε προβληματικό), από την κατασκευάστρια του συστήματος αυτού αμερικανική εταιρεία SAIC, συμφερόντων του, τότε, αντιπροέδρου των Η.Π.Α. Dick Cheney και την κοινοπραξία SAICTEAM, με υποκατασκευάστρια εταιρεία την SIEMENS, δεν είναι κεραυνός, εν αιθρία. 

Η υπόθεση αυτή είναι παλαιά και φυσικά, βρωμάει ακατάσχετα, αφού το συγκεκριμένο έργο το έχασε η ανταγωνίστρια γαλλική εταιρεία THALES, με αποτέλεσμα ο διευθύνων σύμβουλος της THEC (που είναι θυγατρική της γαλλικής εταιρείας) Michel Josserand, που μίλησε, για τις μίζες των γαλλικών φρεγατών, που δόθηκαν, στον υπουργό Άμυνας Γιάννο Παπαντωνίου, να μιλήσει και για την αγορά του συστήματος ασφαλείας, που έχασε η εταιρεία του, επειδή, όπως του είπε ο Λουκάς Ρωμανός ο πρόεδρος της ελληνικής εταιρείας, που εκπροσωπούσε την γαλλική, στην Ελλάδα : "δωροδωκήσαμε χαμηλά, ενώ οι Αμερικανοί στόχευσαν, στον υπουργό και στον πρωθυπουργό".  

Με λίγα λόγια, όπως φαίνεται, οι Γάλλοι πέσανε, στον Dick Cheney και τα λεφτά των μιζών τους δεν πιάσανε τόπο.

Όλα αυτά τα χρόνια αυτή η υπόθεση, στην οποία εμπλέκονται, πολυεθνικές εταιρείες, σαν την SAIC, την SIEMENS, την THALES, αλλά και οι συμπράττουσες, με αυτές, εταιρείες, είχε κουκουλωθεί, όσον αφορά τους πολιτικούς. Ο φάκελλος της υπόθεσης πηγαινοερχόταν, σε διάφορα εισαγγελικά και δικαστικά γραφεία, έφθανε, στην βουλή και έμενε στα συρτάρια. Ο Κώστας Σημίτης και η παρέα του, έχοντας την πλήρη κάλυψη του πολιτικού συστήματος, έμειναν αλώβητοι, αφού οι καταγγελίες δεν διερευνήθηκαν, επειδή - λέγεται ότι - ο Michel Josserand είναι αναξιόπιστος επειδή έχει καταδικαστεί και για την "συκοφαντική δυσφήμιση" του Γιάννου Παπαντωνίου. (Εδώ γελάνε).

Τώρα, αυτή την ιδιότυπη ασυλία ο Κώστας Σημίτης και οι λοιποί εμπλεκόμενοι δεν την έχουν. Και προφανώς, δεν την έχουν, επειδή η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου δεν είναι διατεθειμένη να τους την δώσει. Ο προεκλογικός αγώνας έχει αρχίσει και φυσικά, όπως έχουμε πει, η σκανδαλολογία είναι και θα είναι, στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντιπαράθεσης, μέχρι την ημέρα των εκλογών, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν.

Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πολλά όπλα, στην φαρέτρα του, για να αντιμετωπίσει την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Ως εκ τούτου, η σκανδαλολογία είναι το βασικό όπλο, με βάση το οποίο πηγαίνει, στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση. Αυτό σημαίνει ότι θα αφήσει το ελληνικό δικαστικό σύστημα να πάρει τις πρωτοβουλίες, που πρέπει, για να προχωρήσουν όλες οι σκανδαλώδεις υποθέσεις του παρελθόντος, που έμειναν στα συρτάρια και οι οποίες αφορούν τις αμαρτίες του παραδοσιακού αστικού πολιτικού κόσμου. 

Έτσι, λοιπόν, η σκανδαλολογία θα καλύψει όλα τα κενά, που παρουσιάζει ο, ουσιαστικά, κοινός πολιτικός λόγος όλων των μνημονιακών κομμάτων, τα οποία δρουν, ως εργαλεία των ξένων δανειστών και ως μεταφορείς των βουλήσεων της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης, της ευρωγραφειοκρατίας των Βρυξελλών και των κυβερνήσεων του Βερολίνου και του Παρισιού. Άλλα πράγματα, τα οποία να είναι ουσιώδη και να αφορούν την πραγματική ζωή των ψηφοφόρων δεν έχουν να πουν, πέρα από τα συνήθη ψεύδη, που εκστομίζουν όλοι οι πολιτικοί και τα οποία οι ενδιαφερόμενοι - τις περισσότερες φορές - τα προσπερνούν, με αδιαφορία, αφού γνωρίζουν ότι όλα αυτά είναι πομφόλυγες, αφού άλλοι (οι δανειστές) είναι αυτοί, που αποφασίζουν, το τί θα γίνει και το τί δεν θα γίνει, στην χώρα μας.

Ως εκ τούτου, η πολιτική ζωή θα βυθιστεί - έχει αρχίσει, ήδη, να βυθίζεται -, στον βούρκο της σκανδαλολογίας. Αλλά όλα αυτά, πέρα από την θεατρικοποίησή τους και την προπαγανδιστική χροιά τους, εν όψει των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, θα έχουν και ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού άλλο πράγμα είναι ο λόγος, περί σκανδάλων και άλλο πράγμα τα ίδια τα σκάνδαλα.

Κάπως έτσι, έχουν τα πράγματα και με την σκοτεινή και βρώμικη υπόθεση της αγοράς (και της παραλαβής του προβληματικού) C4I, για την οποία μπορούμε, βάσιμα, να πούμε ότι, στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε, με την δεύτερη πράξη μιας μακράς σκανδαλολογικής αλυσίδας, η οποία, όμως, αφορά ένα υπαρκτό - πολύ υπαρκτό - σκάνδαλο, για το οποίο Κώστας Σημίτης και οι εμπλεκόμενοι υπουργοί της τρίτης, κατά σειράν, κυβέρνησής του, οφείλουν να δώσουν εξηγήσεις και φυσικά, πρέπει να διερευνηθούν τα πεπραγμένα τους και οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί, εδώ και έξω.

Ας δούμε, όμως, το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της βρωμερής υπόθεσης.

Ότι οι μίζες έπεσαν και καταβλήθηκαν, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, γι' αυτό. Ότι αυτές οι μίζες πήγαν ψηλά, είναι και αυτό, επίσης, βέβαιο. Και δεν είναι, μόνον, ο Michel Josserand, που μίλησε, γι' αυτές. Δεν είναι, ούτε και ότι επιβεβαιώθηκε, για όσα είπε, για τον Γιάννο Παπαντωνίου, αν και καταδικάστηκε, για το ότι τον ... δυσφήμισε. Δεν είναι, επίσης, το ότι ο Λουκάς Ρωμανός εξήγησε το τί συνέβη με την απώλεια της αγοράς του συστήματος ασφαλείας, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, που πήρε η αμερικανική SAIC, λόγω του Dick Cheney. Υπάρχουν και άλλα, τα οποία το ευρύ κοινό δεν τα γνωρίζει, επειδή δεν έχει εξοικειωθεί, με αυτή την υπόθεση.

Η υπόθεση αυτή μακροχρονίζει και μόλις το 2017, το δικαστικό συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών απεύθυνε κατηγορίες και ζήτησε την σύλληψη του γνωστού αφεντικού της SIEMENS ΕΛΛΑΣ Μιχάλη Χριστοφοράκου, καθώς και των στελεχών της κεντρικής SIEMENS Michael Kutschenreuter και Reinhard Siekaczek, για τις μίζες του C4I. 

Το αστείο είναι ότι, ένα χρόνο πριν, ο εισαγγελέας είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις δωροδοκίας, στην υπόθεση  του C4I, για τον Μιχάλη Χριστοφοράκο και την παρέα του, επειδή ο επί κεφαλής της SIEMENS ΕΛΛΑΣ δεν δωροδόκησε δημοσίους υπαλλήλους, αλλά, απλώς, τα εκατομμύρια που μοίρασε, ήσαν ... δωρεές, στο ΠΑΣΟΚ και στην Νέα Δημοκρατία

Αυτή η εισαγγελική απόφανση δεν μπόρεσε να σταθεί. Ήταν πολύ προκλητική, για να μπορέσει να σταθεί και να απολυμάνει τους πάντες και τα πάντα. Το δικαστικό συμβούλιο δεν την δέχτηκε και τελικά, ο Μιχάλης Χριστοφοράκος παραπέμπεται, με τις κατηγορίες της ενεργητικής δωροδοκίας, του ξεπλύματος μαύρου χρήματος και της ηθικής αυτουργίας, σε έκδοση ψευδούς βεβαιώσεως.

Οι δικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Μιχάλης Χριστοφοράκος και τα λοιπά στελέχη της SIEMENS δωροδόκησαν, από το 2003, μέχρι το 2009, άγνωστους, προς το παρόν, δημοσίους υπάλληλους, που σχετίζονται, με την ανάθεση και την παραλαβή του συστήματος ασφαλείας C4I και δεν επέτρεψαν να κλείσει η όλη υπόθεση, παραπέμποντας να δικαστούν οι τρεις προαναφερόμενοι και άλλα 15 άτομα.

Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η υπόθεση των μιζών του C4I. Και εδώ, είναι που εμπλέκονται όλα τα "καλά παιδιά" της SIEMENS. Και μαζύ, με αυτά τα "καλά παιδιά", εμπλέκονται οι Αμερικανοί της SAIC, με το "βαρύ πυροβολικό" τους, ονόματι Dick Cheney και οι Γάλλοι της THALES, που έχασαν την δουλειά.

Όμως, η ιστορία δεν σταματάει, εκεί. Πηγαίνει και παρακάτω. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς από την στιγμή, που στην υπόθεση ενεπλάκησαν τα συμφέροντα του, τότε, αντιπροέδρου της αμερικανικής υπερδύναμης, η οποία, τότε, ήταν και μονοκράτειρα, στον πλανήτη. 

Έτσι, με δεδομένη την προκύψασα σύγκρουση συμφερόντων, στην οποία η αμερικανική κυβέρνηση αποτελούσε μια δύναμη πιέσεως, η οποία δεν μπορούσε να αγνοηθεί και έπρεπε να ικανοποιηθεί, σε αυτό που ήθελε (και αυτό που ήθελε ήταν το να πάρει η SAIC την "δουλειά", με το C4I), την λύση δεν μπορούσαν να δώσουν, ούτε οι υπηρεσιακοί παράγοντες, ούτε καν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου.

Την λύση μπορούσε να δώσει, μόνον, ο πρωθυπουργός, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, έλαβε και την σχετική απόφαση. Και η απόφαση αυτή ικανοποίησε τους Αμερικανούς της SAIC και έριξε τους Γάλλους της THALES. Δεν μπορούσε, σε αυτό το επίπεδο, να γίνει κάτι το διαφορετικό. Και δεν έγινε.

Ο Κώστας Σημίτης έδωσε την "δουλειά", στους Αμερικανούς. Αυτή είναι η απλή και ωμή αλήθεια.

Το πρόβλημα είναι, αν τα πήρε. Αν τα τσέπωσε. Αυτό είναι που πρέπει να διερευνηθεί. 

Και φυσικά, αυτό δεν μπορεί να διερευνηθεί, από τους λογαριασμούς τους δικούς του και της οικογενείας του, που ζητήθηκε να ανοίξουν. Τα χρήματα των μιζών θα είναι, σε off shore εταιρείες, στο εξωτερικό και όχι εδώ. Ως εκ τούτου, υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει, για να εντοπισθούν αυτά τα "μαύρα χρήματα" και οι ιδιοκτήτες τους.

Άλλωστε, εδώ που τα λέμε, δεν είναι ανάγκη ο, τότε, πρωθυπουργός να τα πήρε, απ' ευθείας. Είναι πιθανό τα χρήματα των μιζών, από την αγορά του συστήματος ασφαλείας, που ο Κώστας Σημίτης ενέκρινε να αγορασθεί, από την SAIC, να πήγαν, στα "μαύρα ταμεία" του ΠΑΣΟΚ. Και σίγουρα, (τουλάχιστον) ένα μέρος των χρημάτων αυτής της μίζας - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - πήγε, στο ΠΑΣΟΚ, όπως συνέβη και με τα άλλα χρήματα της SIEMENS (το 1.000.000 DM), που έδωσε στους ταμίες του ΠΑΣΟΚ, ο "στρατηγός" του Κώστα Σημίτη, ο Θεόδωρος Τσουκάτος, ο οποίος, όπως ομολόγησε, αυτό το "σύστημα εσόδων" βρήκε, από τους προηγούμενους και αυτό συνέχισε.

Και φυσικά, αυτό το μαύρο "σύστημα εσόδων" ήταν, σε πλήρη γνώση του αρχηγού, του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή του Κώστα Σημίτη. Είναι κωμικό το να συζητείται, το εάν γίνονται τέτοιου είδους διακανονισμοί. Αυτό είναι βέβαιο και έχει ομολογηθεί. Αλλά, εάν μείνουμε, μόνο, σε αυτό το σημείο, η συζήτηση δεν φθάνει, στο "ψητό". Δηλαδή, στα οικονομικά ωφέλη των εμπλεκομένων. Και εδώ, συγκεκριμένα, τα οικονομικά οφέλη, για το κόμμα και την πολιτική τάξη, ως σύνολο και ως πρόσωπα. 

Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να τα πήρε, απ' ευθείας και να τα έβαλε, στην τσέπη του, ο Κώστας Σημίτης. Τα μαύρα χρήματα της μίζας του C4I, όσα πήγαν, στο ΠΑΣΟΚ, ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτόν, μοιράστηκαν, στην πασοκική νομενκλατούρα - αναλογικά, σε κάθε ένα μέλος της πασοκικής πολιτικής τάξης και της κομματικής γραφειοκρατίας - προκειμένου αυτό το τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος να μπορεί να κάνει τις εκλογικές του καμπάνιες και να συντηρεί την ύπαρξή του, ως πολιτικής τάξης, για να νέμεται τα οφίκια και τους πολλαπλούς καρπούς και χυμούς της εξουσίας.

Μέσα σε αυτή την διεφθαρμένη ιεραρχική δομή, που ζει από το ρέον "μαύρο χρήμα", ο αρχηγός είναι ο πρώτος, στην ιεραρχία της διαφθοράς. Και ο Κώστας Σημίτης αυτόν τον ρόλο δεν μπορεί να τον αποποιηθεί. Ήταν ο αρχηγός της σοσιαλιστικής πολιτικής ορδής, που νέμονταν, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα ωφέλη της εξουσίας. Και ως αρχηγός και γνώστης αυτών των διαδικασιών και του ουσιαστικού τους περιεχομένου, ευθύνεται, για τα "μαύρα ταμεία" του κόμματος και για τα χρήματα, από τις μίζες του C4I, που μπήκαν σε αυτά.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ωραιοποιούμε τα πράγματα, τις καταστάσεις και τα πρόσωπα. Ο Κώστας Σημίτης δεν "αμάρτησε, για το παιδί του" (δηλαδή, για το κόμμα του). 

Αμάρτησε για το δικό του συμφέρον, έστω και αν αυτό καλύπτεται, από το κοινό συμφέρον της πασοκικής πολιτικής τάξης. 

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια, εάν δεχθούμε ότι ο, τότε, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δεν έβαλε, στην τσέπη του (στους τραπεζικούς λογαριασμούς του), ούτε ένα λεπτό, από τα χρήματα των μιζών του C4I.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι η εκδίκηση - η κοινωνική εκδίκηση, για τις πασοκικές και τις νεοδημοκρατικές ατιμίες - είναι ένα πιάτο, που τρώγεται κρύο.

Με λίγα λόγια : Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα...