Το ζοφερό μέλλον των συντάξεων, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018 - 2022, η αναβολή και όχι κατάργηση της περικοπής των παλαιών συντάξεων και η περικοπή των νέων συντάξεων


Η υπόθεση με την περικοπή των συντάξεων, από 1/1/2019, που θεσπίστηκαν, βάσει των διατάξεων του Ν. 4472/2017 και την τωρινή (εικαζόμενη ως πραγματική και διαρκή) κατάργηση των περικοπών αυτών, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, που γίνεται με το σχέδιο νόμου, το οποίο εισήγαγε, με την διαδικασία του επείγοντος, στην βουλή, όπου και ψηφίστηκε, ομοφώνως, την περασμένη Τρίτη (με δεδομένο ότι μέχρι τώρα, από την αρχή της μεταπολίτευσης, η αρίθμηση των νόμων έχει φθάσει, στο αριθμό 4582, καθώς και ότι, τώρα, δεν εκκρεμεί η δημοσίευση άλλου νόμου, ο νόμος, που εκκρεμεί να αριθμηθεί, είναι αυτό το νομοσχέδιο των μη περικοπών των συντάξεων,  το ψηφισμένο αυτό νομοσχέδιο θα γίνει ο Ν. 4583/2018), μπορεί να είναι - και προφανώς, είναι - μια καθαρά προεκλογική πράξη, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, που κάποια στιγμή, εντός του 2019, πρόκειται να διεξαχθούν, όμως αυτό που έχει σημασία, είναι η ουσία του περιεχομένου αυτής της πράξης. Το εάν, δηλαδή, όντως, καταργούνται  - όπως αναφέρει η κυβερνητική φιλολογία - αυτές οι περικοπές, ή όχι. Η εάν, απλώς, αναβάλλονται και θα επανέλθουν κάποια στιγμή, στο, όχι μακρινό, προσεχές μέλλον.

Ας δούμε την σχετική ρύθμιση του νομοσχεδίου, που, μόλις αυτές τις ημέρες, ψηφίστηκε, από την βουλή, για να έχουμε μια εικόνα, περί τίνος πρόκειται :

"Καταργούνται, από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι ρυθμίσεις που όριζαν περικοπή:

– Της προσωπικής διαφοράς στις καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, κύριες συντάξεις, κατά το μέρος που δεν υπερβαίνει το 18% της καταβαλλόμενης, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, σύνταξης. Η προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται στους δικαιούχους, συμψηφιζόμενη κατ" έτος, μέχρι την πλήρη εξάλειψή της, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων κατά τα ισχύοντα.
– Της οικογενειακής παροχής (των συντάξεων του Δημοσίου) και του επιδόματος συζύγου (των συντάξεων του ιδιωτικού τομέα) που εξακολουθεί να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη για όσους εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες του ν. 4387/2016 διατάξεις.
– Της προσωπικής διαφοράς που προβλεπόταν για τις καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, επικουρικές συντάξεις, κατά το μέρος που δεν υπερβαίνει το 18% της καταβαλλόμενης, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, σύνταξης.
– Των προσωπικών διαφορών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4387/2016 για τους συνταξιούχους, των οποίων οι αιτήσεις συνταξιοδότησης κατατέθηκαν/κατατίθενται εντός των ετών 2016, 2017 και 2018".

Για να καταλάβουν οι αναγνώστες, περί τίνος πρόκειται, δηλαδή το ποιές περικοπές συντάξεων (υποτίθεται ότι) καταργεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, εδώ να παραθέσω τις (επιφαινομενικώς) καταργούμενες διατάξεις. Αυτές είναι, κατά βάση, δύο. Ας τις δούμε :

Α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του Ν. 4472/2017, η οποία έχει, ως ακολούθως :

"Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/ 2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Από την 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προ- κύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται. Το ποσό που περικόπτεται κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Αν, μετά την εφαρμογή της ρύθμισης του ανωτέρω εδαφίου, το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3»".

Β) Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του Ν. 4472/2017, η οποία έχει ως ακολούθως :

"Στο άρθρο 96 του ν. 4387/2016 προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, παράγραφος 7 ως εξής: «7. Από 1.1.2019 και εντεύθεν, η καταβαλλόμενη κατά την ημερομηνία αυτή επικουρική σύνταξη, εφόσον υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό της σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 4 και της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 6 του παρόντος, αναπροσαρμόζεται στο ύψος της επανυπολογισθείσας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται μετά την ως άνω αναπροσαρμογή το ποσό της επικουρικής σύνταξης να μειωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ποσού επικουρικής σύνταξης.». 3. Στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 και της παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω προσωπικές διαφορές καταβάλλονται έως 31.12.2018»".

Υπάρχουν και άλλες διατάξεις, που εμπλέκονται, σε αυτά, που (υποτίθεται ότι) καταργεί το ψηφισμένο νομοσχέδιο, αλλά δεν χρειάζεται να μπλέξουν οι αναγνώστες, με νομικές και διάφορες τεχνικές λεπτομέρειες. Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουν, όσοι ασχοληθούν, με αυτό εδώ το δημοσίευμα, το τί έχει συμβεί και να εντοπίσουν το πραγματικό πρόβλημα, που δημιουργείται, με την προσωρινή (και ως εκ τούτου, υποτιθέμενη) κατάργηση των περικοπών των συντάξεων, η οποία, στην πραγματικότητα, αποτελεί μιαν απλή αναβολή της περικοπής τους.

Σε αυτή την κατανόηση των προεκλογικών κυβερνητικών πεπραγμένων και στον εντοπισμό του πραγματικού προβλήματος, με τις περικοπές των συντάξεων, που στην πραγματικότητα, δεν έχουν περικοπεί οριστικά και δια παντός, αλλά, απλώς, έχει αναβληθεί η περικοπή τους, φιλοδοξεί να συμβάλει το παρόν δημοσίευμα.

Αυτό που έχει συμβεί, είναι πολύ απλό. Στα πλαίσια του 3ου Μνημονίου, που συνομολόγησε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τους ξένους δανειστές και των αξιολογήσεων, που ακολούθησαν, εκτιμήθηκε ότι η ετήσια συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη και ότι δημιουργεί ελλείμματα. Υποτίθεται, λοιπόν, ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα, το 2015, είχε φθάσει, στο 17% του ΑΕΠ και ότι αυτή η δαπάνη, που υπερβαίνει, κατά πολύ, την αντίστοιχη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις χώρες της "Ε.Ε.", που φθάνει, στο 11,1% του κοινοτικού ΑΕΠ, πρέπει να περικοπεί, διότι - υποτίθεται ότι - δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί.

Στην Ελλάδα, η μέση μηνιαία σύνταξη, το 2015, ήταν 893,00 €, ανά συνταξιούχο, ενώ, στην "Ε.Ε.", η αντίστοιχη μέση σύνταξη φθάνει, στα 1150,00 €, περίπου. Επίσης, από τα στοιχεία της Eurostat, προκύπτει ότι, στην Ελλάδα, η συνολική δαπάνη, ανά συνταξιούχο, ανερχόταν, το 2015, στα 11332,00 €, κατ' έτος, ενώ, στην Γερμανία, η αντίστοιχη δαπάνη φθάνει, στα 14690,00 € και στην Ιταλία, φθάνει, στα 16618,00 €.

Στις σχετικές συγκρίσεις, που έκαναν, οι ξένοι δανειστές, αλλά και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, κατέληξαν, στο συμπέρασμα ότι η μέση σύνταξη, ως ποσοστό του μισθού, ήταν πολύ υψηλή, στην Ελλάδα, αφού έφθανε, στο 65% του μισθού, την ίδια στιγμή, που, στην Γερμανία, έφθανε, στο 39%.

Βέβαια, όλα αυτά είναι ανοησίες, διότι αυτό που μετρούν, το μετρούν, με βάση τα αποτελέσματα της βαριάς οικονομικής κρίσης, που έφερε η ελληνική κρατική χρεωκοπία και τα Μνημόνια. Αν δούμε τα σχετικά, στοιχεία, η διαπίστωση αυτή είναι καταφανής.

Έτσι, το 2008, η συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα, με συντάξεις, που δεν είχαν περικοπεί και οι οποίες αυξάνονταν, μέχρι τότε, σε όλες τις προηγούμενες χρονιές, έφθανε, στο 8,3% του ΑΕΠ της χώρας.

Από εκεί και πέρα, με την είσοδο της Ελλάδας, στον αστερισμό των Μνημονίων και παρά τις συνεχείς περικοπές των συντάξεων, το 2010, η συνταξιοδοτική δαπάνη έφθασε, στο 15,5% του ΑΕΠ και το 2014, στο 17,1% του ΑΕΠ, ενώ το 2016, έφθασε στο 17,4% του ΑΕΠ, για να υπολογισθεί ότι το 2017, θα έχει καταλήξει, στο 14,3% του ΑΕΠ.

Στην ουσία η λεγόμενη και υποτιθέμενη ως μεγάλη συνταξιοδοτική δαπάνη, στην χώρα μας, έχει προκύψει, λόγω της κατάρρευσης του ελληνικού ΑΕΠ και του κύματος μαζικής συνταξιοδότησης, που έφεραν οι, επί το δυσμενέστερον, μεταβολές της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας. Αυτή είναι η αλήθεια και όλα τα άλλα, όταν δεν είναι βλακείες αμαθών, ή παραπληροφορημένων, είναι δικαιολογίες, οι οποίες θέλουν να ντύσουν, με παραμυθολογικά "επιχειρήματα" το καταστροφικό έργο των δανειστών και των εντόπιων συνεργατών τους.

Για τον λόγο αυτόν ψηφίστηκε ο Ν. 4387/2016 (ο "περίφημος" νόμος του Γιώργου Κατρούγκαλου), ο οποίος, ανάμεσα σε πολλά άλλα, προέβλεψε τον, εξ αρχής, επανυπολογισμό όλων των συντάξεων, που καταβάλλονταν, στους δικαιούχους. Το τελικό ποσόν όλων αυτών των επανυπολογισμένων συντάξεων, στην μεγίστη πλειοψηφία των συνταξιούχων είναι μικρότερο - πολύ μικρότερο -, από αυτό, που, μέχρι τότε, καταβαλλόταν. 

Το ποσόν της διαφοράς, ανάμεσα στην καταβαλλόμενη και στην επανυπολογισμένη σύνταξη κάθε δικαιούχου, χαρακτηρίστηκε, ως "προσωπική διαφορά" και συνέχισε να καταβάλλεται, μέχρις ότου να ληφθεί απόφαση, για την τύχη του. Δηλαδή, για το πώς και πότε θα περικοπεί.

Ο Ν.4472/2017, που ψήφισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, καθόρισε ότι η περικοπή αυτής της προσωπικής διαφοράς, μέχρι το ύψος του 18% αυτής, θα ξεκινούσε την 1/1/2019. Αυτός ήταν ο σχεδιασμός και σε αυτή την κατεύθυνση βάδιζαν τα πράγματα, μέχρις ότου, τώρα, που έφθασε η "ώρα της κρίσεως", δηλαδή, τώρα, που έφθασε η ώρα της εφαρμογής της σχετικής διάταξης (η οποία δεν είναι μια μεμονωμένη ρύθμιση, αλλά εντάσσεται, σε ένα γενικότερο σχέδιο περικοπών των κρατικών δαπανών), η κυβέρνηση κατάφερε να πείσει τους ξένους δανειστές, ότι αυτή η περικοπή, μπορεί να μην γίνει, με την δικαιολογία ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού, το 2019, θα φθάσει, στο 3,56% του ΑΕΠ και ως εκ τούτου, η περικοπή των συντάξεων είναι εφικτό να μην πραγματοποιηθεί.

Όλα θα ήσαν καλά καμωμένα, εάν η (παρουσιαζόμενη ως) κατάργηση των περικοπών των συντάξεων ήταν πραγματική κατάργηση και όχι αναβολή τους, που, ουσιαστικά, είναι. Δυστυχώς, δεν έχουμε να κάνουμε, με ουσιαστική κατάργηση των περικοπών των συντάξεων. Οι περικοπές αυτές, παρά το παραπλανητικό λεκτικό που χρησιμοποιεί το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, απλώς, αναβάλλονται, διότι μπορεί, μεν, να καταργούνται οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4472/2017, αλλά δεν καταργούνται, δε, οι διατάξεις εκείνες, που τις καθιστούν αναγκαίες και βρίσκονται, μέσα στον κυβερνητικό προγραμματισμό. Απλώς, οι παρόντες κυβερνητικοί παράγοντες κλωτσούν το τενεκεδάκι των περικοπών, παρακάτω, επιχειρώντας να παραδώσουν το πρόβλημα, στους επόμενους. 

Ας δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό και όχι κάτι άλλο.

Όπως είναι άμεσα ορατό, από το κείμενο της σχετικής διάταξης του ψηφισμένου νομοσχεδίου, που (υποτίθεται ότι) καταργεί τις περικοπές των συντάξεων, η έννοια της "προσωπικής διαφοράς", που προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου δεν καταργείται. Έτσι, ο επανυπολογισμός των συντάξεων, που έγινε, παραμένει, σε ισχύ και ως εκ τούτου, το νέο ποσόν της σύνταξης του κάθε συνταξιούχου, το οποίο, ακόμη, δεν έχει δει στην τσέπη του, παραμένει στο παρασκήνιο, προκειμένου να αντικαταστήσει, στο μέλλον (που δεν θα είναι πολύ μακρινό), την παρούσα σύνταξη των συνταξιούχων και φυσικά να την μειώσει, όταν αποφασισθεί.

Αυτός είναι και ο λόγος, που δεν καταργείται η "προσωπική διαφορά" των συντάξεων των συνταξιούχων (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στην καταβαλλόμενη και στην επανυπολογισθείσα σύνταξη των ενδιαφερομένων, οι οποίοι υπερβαίνουν τους 1.400.000 συνταξιούχους). Η "προσωπική διαφορά" των συντάξεων παραμένει, προκειμένου να είναι έτοιμο το ποσόν του κάθε συνταξιούχου, που θα περικοπεί, στο μέλλον. Και με δεδομένο ότι οι συντάξεις, κατά τα προσεχή έτη, δεν πρόκειται να αυξηθούν, η "προσωπική διαφορά" δεν πρόκειται να συμψηφισθεί, με τις αυξήσεις αυτές. Ως εκ τούτου, όσα αναφέρει το ψηφισμένο νομοσχέδιο, για συμψηφισμό της "προσωπικής διαφοράς", με τις αυξήσεις, είναι άνευ αντικειμένου. Πρόκειται, για ουσιαστική κοροϊδία.

Εδώ, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος - και αυτό θέλουν να ισχυρίζονται οι κυβερνώντες - ότι αυτή η περικοπή δεν θα χρειασθεί να πραγματοποιηθεί. Λένε, λοιπόν, οι κυβερνητικοί παράγοντες πως ό,τι έγινε, σχετικά με την περικοπή των συντάξεων, έγινε, υπό καθεστώς πίεσης και με άλλα στατιστικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν ισχύ, πλέον.


Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι αληθής, στο ουσιαστικό περιεχόμενό του. Προφανώς, βέβαια, η κυβέρνηση πιέστηκε, το 2016 και ψήφισε τον Ν. 4387/2016, αλλά τα στατιστικά στοιχεία δεν άλλαξαν. 

Και δεν είναι αληθής, διότι το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018 - 2022 και οι στόχοι του, δεν άλλαξαν. Ο Ν. 4549/2018, όσον αφορά τον προγραμματισμό του επιπέδου των περικοπών, στην συνταξιοδοτική δαπάνη, κατά την περίοδο 2019 - 2022, δεν τροποποιήθηκε, ούτε καταργήθηκε. Παραμένει ως έχει, όπως φαίνεται, στον παραπάνω, πίνακα, που αποτελεί τμήμα του νόμου αυτού.

Στον πίνακα αυτόν, προβλέπεται ότι οι "συνταξιοδοτικές παρεμβάσεις", δηλαδή οι συνταξιοδοτικές περικοπές, θα αποδώσουν :

το 2019 :  2,882 δισ. €,
το 2020 :  2,967 δισ. €,
το 2021 :  3,115 δισ. €,
το 2022 :  2,918 δισ. €.
Σύνολο : 11,882 δισ. €.

Αυτά είναι τα μεγέθη των προβλεπόμενων περικοπών των συντάξεων, οι οποίες είναι να αθροισθούν στις μειώσεις των συντάξεων, ύψους 45 δισ. € (και περισσότερο), που έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και όσες έχει κάνει, μέχρι τώρα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Τα μεγέθη αυτά, που προβλέπονται να γίνουν, είναι πολύ μεγάλα. Και αν - λέμε, αν - σταθεί δυνατό κάποια χρονική στιγμή να αποφευχθούν οι προγραμματισμένες περικοπές των συντάξεων, αυτή η δυνατότητα είναι περιορισμένη. Εάν είναι υπαρκτή και όχι συγκυριακή, ή κατασκευασμένη.

Και φυσικά, το πρόβλημα, με τις συντάξεις, μέσα στα πλαίσια του ευρώ, ως ενός νομίσματος, το οποίο είναι και θα παραμείνει να είναι ένα σκληρό νόμισμα, το οποίο δεν εκδίδεται, σύμφωνα με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, αλλά σύμφωνα, με τις επιθυμίες της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης, είναι τεράστιο, αφού το νόμισμα αυτό είναι ακριβό, για την ελληνική παραγωγή και το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, είναι μια οικονομία, με ραχοκοκκαλιά τους αυτοαπασχολούμενους και την μικρομεσαία επιχείρηση.

Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα του κράτους δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν, πέραν ενός περιορισμένου ορίου τις δημόσιες δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι συντάξεις. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η κυβέρνηση εξαγγέλλει και πραγματοποιεί μειώσεις, στις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολουμένων και των ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίες αντιστοιχίζονται, σε έναν πολύ σημαντικό βαθμό (ή και πλήρως), στην συνταξιοδοτική δαπάνη, αφού - υποτίθεται ότι - την χρηματοδοτούν.

Για τους λόγους αυτούς δεν καταργήθηκε η έννοια της "προσωπικής διαφοράς". Και για τους ίδιους λόγους παραμένει, η εφαρμογή της, στην πράξη, μετά τον επανυπολογισμό όλων των καταβαλλόμενων συντάξεων, ο οποίος έγινε και εξακολουθεί να ισχύει, παρά την καταργητική διάταξη του νομοσχεδίου, που ψηφίστηκε, στην βουλή, η οποία προαναφέρθηκε και - υποτίθεται ότι - καταργεί τις περικοπές των συντάξεων αυτών. 

Έτσι, η "προσωπική διαφορά" εξακολουθεί να υπάρχει και να είναι έτοιμη, σε όλες τις καταβαλλόμενες συντάξεις των, προ της ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου, παλαιών συνταξιούχων και να μπορεί, οποιαδήποτε κριθεί απαραίτητο, να αποτελέσει την καύσιμη ύλη των σταδιακών (ή εφ' άπαξ και εξ ολοκλήρου) περικοπών των συντάξεων αυτών.

Αλλά, πέραν των παλαιών, προ της ισχύος του Ν. 4387/2016, καταβαλλόμενες συντάξεις και την, κατ' ουσίαν, προσωρινή αναβολή της περικοπής τους, η μεγάλη σφαγή των συντάξεων, που έχει γίνει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ίδιου νόμου, αφορά όσους συνταξιοδοτούνται, από 1/1/2015 και εφεξής, στις οποίες οι περικοπές του απονεμόμενου ποσού των εκδιδόμενων συντάξεων, με το νέο καθεστώς του νόμου Κατρούγκαλου, είναι τεράστιες και υπερβαίνουν το 30%, ή το 40%, ή και κατά περίπτωση, ακόμη περισσότερο (υπάρχουν και πρώην Ταμεία, στα οποία, σε ολόκληρες κατηγορίες συνταξιούχων, το ποσόν της σύνταξής τους είναι μειωμένο κατά 5 φορές, σε σχέση με εκείνο το οποίο θα ελάμβαναν, με την προ νόμου Κατρούγκαλου, ισχύσασα νομοθεσία, ενώ σε άλλες κατηγορίες νέων συνταξιούχων, το ποσόν της σύνταξης είναι μειωμένο, ακόμη, πιο πολύ), στο, σε σχέση, με το εάν αυτές οι συντάξεις είχαν εκδοθεί, με βάση την προϊσχύσασα νομοθεσία.

Στην περίπτωση όλων των νέων συντάξεων, που εκδίδονται, από 1/1/2015 και μετά, γίνεται η "σφαγή της νύκτας του Αγίου Βαρθολομαίου". Δεν μένει ούτε μια σύνταξη χωρίς μια πολύ "γενναία" περικοπή, σε σχέση με την παλαιά νομοθεσία. Και παρ' όλ' αυτά, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ λένε και πανηγυρίζουν, για το "γεγονός" ότι δεν περικόπτονται οι συντάξεις!

Ως εκ τούτου, οι προοπτικές, για το μέλλον των συντάξεων, μέσα στην ευρωζώνη, ήσαν, είναι και θα παραμείνουν ζοφερές. Αυτό, βέβαια, το έχουμε ξαναπεί. [Όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει σε αυτό, εδώ το μπλογκ, το παλαιότερο δημοσίευμα, με τίτλο :Το δυσοίωνο και ζοφερό μέλλον των συντάξεων και των συνταξιούχων, μέσα από τους αριθμούς και τα μεγέθη του "Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής 2018 - 2022" και του "μεταμνημονιακού" Μνημονίου. (Ο σώζων εαυτόν, σωθείτω)...]. Δεν βλάπτει, όμως, να το ξαναπούμε. Διότι χρήσιμο είναι να μην μένουμε, στα "επιχειρήματα", που εξαπολύουν οι κυβερνητικοί παράγοντες.

Βέβαια, γεγονός είναι ότι, όσον αφορά τις παλαιές, προ του νόμου Κατρούγκαλου, καταβαλλόμενες συντάξεις, η προγραμματισμένη, από την 1/1/2019, περικοπή τους δεν γίνεται. Αναβάλλεται, για αργότερα, αλλά, τώρα, δεν γίνεται. Αυτό είναι ένα γεγονός.

Το ερώτημα, στην παρούσα φάση και μέχρι τις βουλευτικές εκλογές, όταν αυτές διεξαχθούν, είναι, εάν αυτή η αναβολή των προγραμματισμένων περικοπών των παλαιών συντάξεων, που, εντέχνως και με οργουελλιανό τρόπο και φρασεολογία, διαφημίζεται, από την κυβέρνηση (αλλά, ανοήτως και από την μνημονιακή αντιπολίτευση, που ψήφισε την σχετική διάταξη), ως κατάργηση των περικοπών αυτών, θα ωφελήσει (ή όχι) και κατά πόσο, τα κυβερνητικά κόμματα.

Προφανώς, θα τα ωφελήσει. Κατ' αρχήν, επικοινωνιακά. Αλλά και ουσιαστικά. Το ζήτημα είναι το πόσο θα τα ωφελήσει.

Κατ' αρχήν, όσον αφορά τον μικρό κυβερνητικό εταίρο, τους ΑΝΕΛ, οι θετικές επιπτώσεις αυτής της νομοθετικής ρύθμισης θα είναι ελάχιστες, στα όρια του μη ανιχνεύσιμου. Δεν πρόκειται να σώσουν το κόμμα του Πάνου Καμμένου, το οποίο πνέει τα λοίσθια.

Όμως, όσον αφορά τον μεγάλο κυβερνητικό εταίρο, τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι προφανές ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα θα ενισχυθεί. Το ζήτημα είναι το πόσο θα ενισχυθεί.

Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ενίσχυσή του θα είναι ορατή, μεν, αλλά δεν θα είναι τόσο μεγάλη όσο θέλει, ή όσο πιστεύει, η ηγεσία του κόμματος αυτού. Αυτό θα συμβεί, επειδή οι ηλικιωμένοι ψηφοφόροι - και η συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων εντάσσονται, σε αυτή την κατηγορία του εκλογικού σώματος - ψηφίζουν, κατά προτίμηση τον συντηρητικό χώρο. Κατά πρώτο λόγο, την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και δευτερευόντως, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά. 

Βέβαια και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παρουσία, στον χώρο των συνταξιούχων, αλλά δεν προκύπτει ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης θα προσθέσει στο κόμμα αυτό, νέους ψηφοφόρους, από τον χώρο των συνταξιούχων. Προφανώς, θα συγκρατήσει τις διαρροές του. Αλλά μέχρι εκεί. Και αυτό, φυσικά, δεν είναι λίγο, μέσα σε αυτή την συγκυρία, στην οποία (παρά τα όσα λέγονται) ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να καταρρεύσει, εκλογικά.

Ένα δεύτερο στοιχείο, που συνηγορεί ότι τα κέρδη του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναβολή των περικοπών, στις συντάξεις, δεν θα είναι μεγάλα, προκύπτει, από την διαπίστωση, που διαχέεται (και από τους δημοσκόπους), ότι οι ψηφοφόροι - και κυρίως, οι ηλικιωμένοι, δηλαδή οι συνταξιούχοι - έχουν σχηματίσει την πεποίθηση ότι και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν ήταν, στην θέση του πρωθυπουργού, θα κατάφερνε να επιτύχει την μη περικοπή των συντάξεων.

Αυτή η διαπίστωση, για το περιεχόμενο της πεποίθησης, που διαμορφώνεται, στο ευρύτερο εκλογικό σώμα και ειδικότερα, στους συνταξιούχους, λειτουργεί αποσυμπιεστικά, στον χώρο αυτόν και αφοπλίζει, στην πράξη, σε σημαντικό βαθμό την επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία λειτουργεί κινδυνολογικά και προσπαθεί να σπείρει τον φόβο ότι η Νέα Δημοκρατία, εάν και όταν έλθει, στην κυβερνητική εξουσία, θα περικόψει τις συντάξεις. 

Αυτό το αφήγημα, με δεδομένη αυτή την διαφαινόμενη πεποίθηση, που επικρατεί, στο εκλογικό σώμα και ειδικά στους συνταξιούχους, χάνει ένα μεγάλο μέρος από την δυναμική και τον αντίκτυπό του, στην πρόθεση ψήφου του ειδικού αυτού τμήματος του εκλογικού σώματος, αλλά και σε ολόκληρο το σώμα των ψηφοφόρων (όσων, τελικά, φθάσουν μπροστά, στις κάλπες και ψηφίσουν - το πόσοι θα είναι αυτοί, αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο ερώτημα).

Το τί μέλλει γενέσθαι, μένει να το δούμε.