Μια απόπειρα πρόωρης αποτίμησης, μέσα από μια σύγκριση, με το παρελθόν

Η αλήθεια είναι ότι του Πάνου Καμμένου του τα πήρε όλα ο Αλέξης Τσίπρας. Υπουργούς, βουλευτές και στελέχη. Τον ξεπουπούλιασε. Όμως, ο Πάνος, στο τέλος, την καρέκλα την άφησε. Αργά, πολύ αργά, για τον ίδιο και το κόμμα του. Ο αρχηγός των Ανεξαρτήτων Ελλήνων θα είχε κάποιες πιθανότητες πολιτικής επιβίωσης, εάν έριχνε την κυβέρνηση, τον Δεκέμβριο του 2017, ή τον Ιανουάριο του 2018, όταν ξεκίνησε η διαδικασία των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης, με την πΓΔΜ, για την σύγχρονη εκδοχή του μακεδονικού προβλήματος. Τότε, ο Πάνος Καμμένος θα είχε κάποιες (λιγότερο, ή περισσότερο σοβαρές) ελπίδες να καταφέρει να συγκρατήσει την εκλογική κατάρρευση του κόμματός του και να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους. Άφησε τα πράγματα να κυλήσουν και να φθάσουν εδώ, που έφθασαν, με αποτέλεσμα να διαπιστωθεί, πλέον ότι "ο βασιλιάς είναι γυμνός". Εντελώς, γυμνός. Στην ουσία, ο Πάνος Καμμένος, με την θέση, που τήρησε, στο μακεδονικό, ουσιαστικά, οδηγήθηκε, στην αυτοπαγίδευσή του. Το γιατί το έπραξε αυτό, θα το μάθουμε αργότερα, όταν τα πράγματα καταλαγιάσουν και κάτσει η σκόνη των γεγονότων.

Η ουσία είναι ότι, ακόμη και τον Ιούνιο του 2018, που υπογράφηκε η Συμφωνία, στις Πρέσπες, από τον Νίκο Κοτζιά και τον Νικόλα Ντιμιτρώφ (ο οποίος αποδείχτηκε ότι, το 2008, την εποχή της κυβέρνησης του Νικόλα Γκρουέφσκυ, εξυπηρέτησε, όπως αποδεικνύεται από ένα έγγραφο, που δημοσίευσαν τα Wikileaks του Julian Assange, με την βοήθεια των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, ως "βαθύ λαρύγγι" και ως πράκτορας της CIA, τα αμερικανικά συμφέροντα), ο Πάνος Καμμένος, ίσως να μπορούσε να σώσει την παρτίδα, εάν έφευγε, από την κυβέρνηση.

Δεν το έπραξε. Επέτρεψε, στον ΣΥΡΙΖΑ, να εξυπηρετήσει τα αμερικανικά και τα νατοϊκά συμφέροντα, με την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, στα σημερινά πολιτικά αδιέξοδα. Ως παλαιός πολιτικός, ο Πάνος Καμμένος δεν έχει το ευεργέτημα της άγνοιας. Προφανώς, γνώριζε και σε κάθε περίπτωση, όφειλε να γνωρίζει το τέλος αυτής της διαδικασίας, όσο και αν - υποτίθεται ότι - έλπιζε ότι η Συμφωνία αυτή θα σταματούσε, μέσα από τις εσωτερικές διαδικασίας της πΓΔΜ. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, με αποτέλεσμα ο παραιτηθείς υπουργός Εθνικής Άμυνας να εξυπηρετήσει τον αμερικανικό σχεδιασμό και στην περιοχή των Βαλκανίων. 

Αυτό, τελικά, τον οδήγησε, στην παραίτηση και στην έξοδο από την κυβέρνηση, αλλά, σε κάθε περίπτωση, είναι αργά, για να διασωθεί πολιτικά, αφού ακολουθεί - και θα έχει - την τύχη του ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη. Άλλωστε, πάντα οι μικροί κυβερνητικοί εταίροι, στις μνημονιακές κυβερνήσεις, έχουν κακό τέλος. Ξεκίνησε, το ΛΑΟΣ, ακολούθησε, η ΔΗΜΑΡ, αλλά και το ΠΑΣΟΚ δεν είχε πολύ καλύτερη τύχη (και θα έχει ακόμη, χειρότερη, εάν στηρίξει - με οποιονδήποτε τρόπο -, μελλοντικά, μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, ή οποιουδήποτε άλλου στελέχους του συντηρητικού αυτού κόμματος).

Κάπως έτσι, τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν και σιγά-σιγά, παίρνουν τον δρόμο τους. Και η κατάληξη του δρόμου αυτού είναι οι εκλογές. Οι βουλευτικές εκλογές. Εκεί, είναι που θα κριθούν όλα και όλοι. Ο Αλέξης Τσίπρας, προφανώς, έχει κάνει τα κουμάντα του και θα πάρει την ψήφο εμπιστοσύνης, από την παρούσα βουλή (ή, έστω, στην χειρότερη περίπτωση, την ψήφο ανοχής), αλλά όλα αυτά, έχουν ένα τέλος, είτε τον ερχόμενο Μάϊο, μαζί με τις ευρωεκλογές και τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές, είτε τον Οκτώβριο, με το απώτατο όριο παραμονής της κυβέρνησης αυτής, στην εξουσία, μετά την λήξη της θητείας της τωρινής βουλής, στις 20 Σεπτεμβρίου.

Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει, τώρα. Αλλά δεν έχει σκοπό να φύγει. Σκοπεύει να παραμείνει, όσο μπορεί να παραμείνει. Και φυσικά, θέλει να μείνει, μέχρι το τέλος, το οποίο δεν είναι μακριά. Είναι, πλέον, κοντά.

Ως εκ τούτου, όλα όσα συμβούν, μέχρι την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών έχουν το στοιχείο της προσωρινότητας, χωρίς ευρύτερη προοπτική για το μέλλον, εκτός από αυτό, που αφορά την σύνθεση της επόμενης βουλής, που θα ξεκαθαρίσει (ή δεν θα ξεκαθαρίσει) την μέλλουσα πορεία των πολιτικών πραγμάτων της χώρας, αν και είναι σαφές ότι μια κάποια ισορροπία, με την βοήθεια του εκλογικού νόμου, θα επιτευχθεί.

Έτσι, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ, με μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που θα βρεθεί, μέσα από έναν ρεφενέ, ο οποίος στις αστικές δημοκρατίες, δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο, θα μπορέσει να παραμείνει, για κάποιους μήνες, στην εξουσία. Όμως, το ερώτημα είναι, αν αυτό είναι κάτι το χρήσιμο, ή όχι και για ποίον είναι χρήσιμο.

Σίγουρα, η παραμονή της παρούσας κυβέρνησης, στην εξουσία, είναι χρήσιμη (μέχρι ενός σημείου), για τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι, όμως, χρήσιμη, για τον τόπο. Και δεν είναι χρήσιμη, για τον τόπο, διότι δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να παρατείνει την αβεβαιότητα, η οποία, όσο υπάρχει, δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να επιτείνει την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική στασιμότητα. Και αυτό δεν είναι ό,τι το καλύτερο μπορεί να συμβεί, στην παρούσα φάση, στην ελληνική κοινωνία. Είναι κάτι το κακό. Το πολύ κακό.

Με δεδομένη την, κατά 65%, υπερφορολόγηση της ελληνικής οικονομίας και την αύξηση της παραοικονομίας, στο 45% του ελληνικού ΑΕΠ (και τα δύο μεγέθη - ιδίως, το πρώτο - οφείλονται, στην μνημονιακή πολιτική, που αποσκοπεί, στην απρόσκοπτη πληρωμή των δανειστών), η παραμονή της παρούσας κυβέρνησης, στην εξουσία, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να συντηρεί την στασιμότητα της ελληνικής οικονομίας, όπως και την αβεβαιότητα, αφού, η αλήθεια είναι, ότι, παρά την σχεδιαζόμενη, για προεκλογικούς λόγους, έξοδο του ελληνικού κράτους, στις αγορές, για ένα μικρό ομολογιακό δάνειο 5ετούς διάρκειας, με υψηλό επιτόκιο (κάπου, στο 3%, ή 3,5%), το ελληνικό δημόσιο οδηγείται, στην συνέχιση της αδυναμίας δανεισμού και στην ολοκλήρωση του 4ου Μνημονίου, με την σύναψη μιας νέας δανειακής σύμβασης, με τους ευρωθεσμούς

Ομοίως, η παραμονή της κυβέρνησης, στην εξουσία παρατείνει και την κοινωνική στασιμότητα, αφού, μέσα από το πλέγμα των κοινωνικών ισορροπιών, που διαμορφώθηκε, μετά τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2015, η κοινωνία δεν μπορεί να εκφραστεί, όπως θα μπορούσε να εκφραστεί, εάν, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, είχαν προκύψει βουλευτικές εκλογές.

Όπως έχουμε, πολλές φορές, γράψει, η ανοησία του Παναγιώτη Λαφαζάνη και της ΛΑΕ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, επέτρεψε τον απρόσκοπτο σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η οποία μας άφησε χρόνους, την περασμένη Κυριακή. Αυτή η κυβέρνηση δεν θα υπήρχε, εάν οι σταλινοτραφείς δογματικοί, που κάνουν κουμάντο, στην ηγεσία του κόμματος αυτού, είχαν την πολιτική ωριμότητα να αντιληφθούν το μέγεθος της κοινωνικής απογοήτευσης, που επικράτησε, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και την υπογραφή του 3ου Μνημονίου. Δεν το αντιλήφθηκαν, με αποτέλεσμα, πιστεύοντας ότι θα περνούσαν, λιγότερο, ή περισσότερο άνετα, το εκλογικό όριο του 3% και θα εισέρχονταν, στην βουλή, με αποτέλεσμα να απορρίψουν μια εκλογική συμμαχία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη (τον οποίο, άλλωστε, δεν ήθελαν να αναδείξουν, ως κοινοβουλευτικό πολιτικό παράγοντα, διότι τον θεωρούσαν, ως ένα επίφοβο πολιτικό αντίπαλο - και σε αυτό δεν είχαν άδικο, διότι ο αρχηγός του ΕΠΑΜ έχει προσόντα).

Κάπως έτσι, η ΛΑΕ την πάτησε. Δεν μπόρεσε να εμπνεύσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους, οι οποίοι προτίμησαν την αποχή (749.022 ψηφοφόροι δεν πήγαν να ψηφίσουν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ενώ είχαν ψηφίσει, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015), με αποτέλεσμα να μην πιάσει το εκλογικό όριο του 3% και να μείνει, εκτός βουλής, ενώ, εάν είχε σχηματίσει την, αρχικώς, διαπαραγματευθείσα εκλογική συμμαχία, με το ΕΠΑΜ, θα είχε εισέλθει, στην βουλή.

Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέτρεπε, εξ ολοκλήρου, τις ισορροπίες, στην παρούσα βουλή, αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν θα μπορούσε να σχηματισθεί, αφού δεν θα της αρκούσαν οι ψήφοι. Προφανώς, μια άλλη κυβέρνηση, με κάποιο από τα άλλα μνημονιακά κόμματα, θα σχηματιζόταν, όμως και πάλι, οι ισορροπίες, στην βουλή και κυριότατα, στην κοινωνία, θα ήσαν πολύ διαφορετικές και θα κινούνταν, προς την αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν που κινήθηκαν, κατά τα, περισσότερο, από τρισήμισυ χρόνια, που πέρασαν, από τότε. Το κοινωνικό και το πολιτικό τοπίο θα ήταν, εντελώς, διαφορετικό, από μόνη την παρουσία της ΛΑΕ και του ΕΠΑΜ, ίσως και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εάν το κόμμα αυτό επεδείκνυε, μια στοιχειωδώς, σώφρονα πολιτική λογική και συμμετείχε, σε αυτή την εκλογική συμμαχία, που τελικώς, δεν έγινε, με ευθύνη όλων (και λιγότερο όλων του Δημήτρη Καζάκη).

Όμως, αυτό που δεν έγινε, τότε, μπορεί - και πρέπει - να γίνει σήμερα, αν και η πεποίθησή μου είναι ότι, από τα, σήμερα, φαινόμενα ως μικρά αντιμνημονιακά κόμματα, κάποια μπορούν να εισέλθουν, στην επόμενη βουλή και χωρίς εκλογικές συγκολλήσεις (φυσικά μπορεί να σφάλλω και να χρειάζονται εκλογικές συμμαχίες, για να μπουν αυτά τα κόμματα, στην επόμενη βουλή). Αυτή την πολύ σημαντική εξέλιξη είναι που φρενάρει η παραμονή της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στην εξουσία.

Και φυσικά, ένα από τους λόγους, που αυτή η κυβέρνηση και αυτή η βουλή κράτησαν και παρέμειναν, για τόσο πολύ χρόνο (μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε, με την μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση και την, επίσης, μακροβιότερη μνημονιακή βουλή), είναι και αυτός, αφού το 3ο Μνημόνιο έπρεπε να εφαρμοσθεί, αδιατάρακτα και χωρίς κινηματικούς ακτιβισμούς, που θα είχαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και θα μπορούσαν, έτσι, να κινητοποιήσουν επίφοβα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ αφέθηκε, από τους ξένους δανειστές και την εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ να κυβερνήσει, χωρίς προσκόμματα.

Αυτή η πολιτική κατάσταση ήλθε η ώρα να αλλάξει. Και για να αλλάξει, αυτό που χρειάζεται, είναι η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, οι οποίες, άλλωστε, επίκεινται. Η παρούσα βουλή και οι συσχετισμοί των πολιτικών δυνάμεων δεν ανταποκρίνονται, ούτε στοιχειωδώς πλέον, στην ελληνική κοινωνία και η παράταση της ζωής της, όπως και της ζωής της παρούσας κυβέρνησης, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να διαιωνίζει το κλίμα απογοήτευσης, που επικρατεί, σε πολύ μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος, το οποίο κλίμα τροφοδοτεί, στις τάξεις των ψηφοφόρων, την αποχή, από την εκλογική διαδικασία. Και αυτό δεν είναι καθόλου καλό.

Εδώ πρέπει να επισημανθεί, εκ μέρους μου, μια παράμετρος, η οποία, γενικότερα, δεν έχει επισημανθεί, με αποτέλεσμα να βγαίνουν εσφαλμένα συμπεράσματα. Πολλοί αναλυτές έχουν την πεποίθηση ότι η μεγέθυνση της συμμετοχής των ψηφοφόρων και η μείωση της αποχής του εκλογικού σώματος, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, πρόκειται να ευνοήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος παρουσιάζει χαμηλά ποσοστά συσπείρωσης των ψηφοφόρων εκείνων, που στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, είχαν ψηφίσει το κυβερνητικό κόμμα.

Μπορεί να πέφτω έξω, αλλά η δική μου πεποίθηση είναι διαφορετική. Η αύξηση της συμμετοχής του εκλογικού σώματος, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, δεν μπορεί να βοηθήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτός και εάν οι περισσότεροι ψηφοφόροι, που θα συμμετάσχουν ψηφίσουν, σε ένα μεγάλο ποσοστό τους, το κόμμα αυτό. Αλλά αυτοί οι ψηφοφόροι είναι απογοητευμένοι ψηφοφόροι, οι οποίοι - και αυτό είναι σημαντικό - δεν έχουν, στην πλειοψηφία τους, κομματικούς, ιδεολογικούς, ή προσωπικούς δεσμούς, με τον ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς, η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ έχει αφήσει ένα αποτύπωμα, στον χώρο των ψηφοφόρων (κυρίως αυτών, που ψήφιζαν παλαιότερα το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, τους δημοσίους υπαλλήλους και άλλους), αλλά το κόμμα αυτό έχει μεγάλα ελλείμματα, σε σχέση, π.χ. με την Νέα Δημοκρατία και την σχέση του κόμματος αυτού, με το εκλογικό σώμα.

Έτσι, η συμμετοχή των απογοητευμένων, από την κυβερνητική πολιτική ψηφοφόρων, εάν περάσει ένα ορισμένο επίπεδο (και αυτό το επίπεδο δεν είναι πολύ μεγάλο, ίσως, μάλιστα, να είναι μικρό), θα οδηγήσει, στην μεγέθυνση της αναμενόμενης κυβερνητικής ήττας, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Και αυτό θα συμβεί, εάν, στην μεγάλη και μη αναλογική πλειοψηφία τους, αυτοί που θα προσέλθουν, στις κάλπες για να ψηφίσουν και θα μειώσουν το ποσοστό της αποχής, σε σχέση με τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, πρόκειται να καταψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ και να υπερψηφίσουν άλλα κόμματα, ιδίως εξ αυτών, που δεν συμμετέχουν, στην παρούσα βουλή.

Με δεδομένη την απογοήτευση, που επικρατεί, στις τάξεις του ελληνικού εκλογικού σώματος, η αύξηση της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στην εκλογική διαδικασία, είναι επισφαλής, για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι απογοητευμένοι δεν υπερψηφίζουν τις κυβερνήσεις. Τις καταψηφίζουν. Προφανώς, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να αυξήσει το χαμηλό ποσοστό συσπείρωσης των ψηφοφόρων του κόμματός της, που λένε ότι κυμαίνεται, γύρω, στο 50% (αυτό είναι προς απόδειξη και δεν είναι δεδομένο), αλλά αυτό είναι άλλο από την μείωση της αποχής των ψηφοφόρων από τις βουλευτικές εκλογές, που στις εκλογές της 20/9/2015, έφθασε, στο απίθανο ποσοστό του 43,43%.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ προβληματική η επιλογή, που έχει μπροστά της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον βέβαια, πάρει ψήφο εμπιστοσύνης, από την παρούσα βουλή, αυτές τις ημέρες, για το εάν θα προκηρύξει βουλευτικές εκλογές τον ερχόμενο Μάϊο, μαζύ με τις ευρωεκλογές και τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές, ή εάν θα τις αφήσει, για τον Οκτώβριο.

Εάν προκηρύξει βουλευτικές εκλογές τον Μάϊο, μπορεί να βρεθεί ενώπιον, σαρωτικής ήττας, εξ αιτίας του γεγονότος ότι είναι πιθανό να αυξηθεί η συμμετοχή του εκλογικού σώματος, στις βουλευτικές εκλογές, εξ αιτία του γεγονότος ότι, μαζύ με αυτές, θα συμπέσουν οι περιφερειακές και οι δημοτικές εκλογές. Έτσι, μαζύ με την πιθανή αύξηση της συμμετοχής των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που, τώρα δηλώνουν απογοητευμένοι, είναι πιθανό να αυξηθούν και οι ψηφοφόροι εκείνοι, που τον Σεπτέμβριο του 2015, είχαν απόσχει, σε εκείνες τις βουλευτικές εκλογές και ενώ είχαν ψηφίσει, στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ο αριθμός αυτών των ψηφοφόρων δεν ήταν μικρός, έφθασε, όπως προαναφέραμε, στους 749.022. Οποιοδήποτε αξιόλογο μέγεθος αυτού του τμήματος του εκλογικού σώματος πάει, στις κάλπες, η τύχη του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κακή, ενώ θα είναι καλή η τύχη των εκλογικών αντιπάλων του, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε, έχασε 320.074 ψήφους, προς την αποχή και η Νέα Δημοκρατία 192.489 ψήφους.

[Όποιος επιθυμεί μπορεί να δει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, το παλαιό δημοσίευμα, με τίτλο : 25/1/2015 - 20/9/2015 : Έγκλημα και τιμωρία, χωρίς άμεσες συνέπειες, για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχασε 320.074 ψήφους. (Η άνετη εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα και ο επικείμενος πολιτικός αφανισμός του κόμματος, στο οποίο ηγείται). Τα στοιχεία που περιέχονται, σε αυτό, είναι πολλά και δίνουν όλες τις διαστάσει, όσων συνέβησαν, σε εκείνες τις εκλογές, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε πολύ τυχερός και από την συγκυρία - την οποία, βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ηγεσία του επέλεξε -, αλλά και από τα σφάλματα των αντιπάλων του, τα οποία παραπάνω περιγράψαμε].

Εάν η κυβέρνηση προκηρύξει βουλευτικές εκλογές, μετά τον Μάϊο, δηλαδή, μετά το ερχόμενο καλοκαίρι, με καταληκτική ημερομηνία τον Οκτώβριο, θα έχει να αντιμετωπίσει και να διαχειρισθεί το μεγάλο πρόβλημα των επιπτώσεων της μεγάλης ήττας, που θα υποστεί, στις ευρωεκλογές και περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Και φυσικά, υπάρχει περίπτωση αυτό το πρόβλημα να μην είναι διαχειρίσιμο. Βέβαια, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ευελπιστεί, στο ότι θα κερδίσει την, 5ετούς θητείας, θέση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αφού λήγει η θητεία του Γιάννη Στουρνάρα και πιθανότατα και της θέση του Επιτρόπου, στην Commission, αφού και εκεί λήγει η 4ετής θητεία του Δημήτρη Αβραμόπουλου, αλλά τα κέρδη αυτά, έχουν τεράστιο ρίσκο.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι πρόωρο να εκτιμήσει κανείς το τί σκοπεύει να πράξει ο Αλέξης Τσίπρας. Τελικά, θα πράξει ό,τι εκτιμήσουν και ό,τι του πουν ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και ο Κώστας Πουλάκης, τα κυβερνητικά στελέχη και εκλογολόγοι του κόμματος, οι οποίοι παρακολουθούν την εμφανιζόμενη, στις κυλιόμενες δημοσκοπήσεις, συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και θα προτείνουν τα ανάλογα.

Στις προηγούμενες δύο βουλευτικές εκλογές του 2015 και ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και ο Κώστας Πουλάκης προέβησαν, στις σωστές προβλέψεις και έκαναν τις ορθές εκτιμήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε και στην συνέχεια, διατήρησε (μέσα σε μια οριακή χρονική στιγμή, που ευνόησε τον ίδιο και τον κυβερνητικό του εταίρο) την εξουσία. Αλλά αυτό, που έγινε τότε, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί και τώρα. Αλλά και αν συμβεί, σε κάθε περίπτωση, αυτό, που θα επιτύχουν οι δημοσκόποι, είναι το να διεκπεραιώσουν το λιγότερο δυσμενές, για τον ΣΥΡΙΖΑ, σενάριο. Βέβαια και αυτό θα είναι ικανοποιητικό, για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν θα είναι αρκετό να κρατήσει την εξουσία.

Αλλά πέρα από όλα αυτά, αυτό που έχει σημασία, είναι η απομάκρυνση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό, για να συμβεί, πρέπει να καταψηφισθεί, στην βουλή. Πρέπει να μην πάρει ψήφο εμπιστοσύνης (151 ψήφους), ή ψήφο ανοχής (λιγότερους από 151, με κατώτατο όριο τους 120). Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, έως απίθανο, όσο και αν είναι αναγκαίο.

Όπως, επίσης, είναι αναγκαίο το να καταψηφισθεί, στην συνέχεια, στο τέλος του μήνα, η Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία θα φέρει, προς ψήφιση, στην βουλή, ο Αλέξης Τσίπρας. Ακόμη και αν έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να μείνει, στην θέση της, εάν η Συμφωνία αυτή καταψηφισθεί. Και αυτό είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αλλά και αυτό είναι αναγκαίο.

Έτσι, αυτό που είναι πιθανότερο όλων, είναι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, με αυτήν την διαδικασία των βουλευτικών ψήφων, που μαζεύονται, με ρεφενέ, θα συνεχίσουν - όσο συνεχίσουν - να κυβερνούν. Προφανώς, έχουν κάνει και επικαιροποιούν τον πολιτικό τους σχεδιασμό και τα επόμενα βήματά τους.

Όμως, όπως είπαμε, όλα αυτά έχουν ένα τέλος. Ένα σύντομο, πια, τέλος, αφού οι βουλευτικές εκλογές είναι επί θύραις...