Τελικά την ψήφο την πήρε και παραμένει, αλλά το τέλος είναι κοντά.


16/1/2019 Ο Αλέξης Τσίπρας πήρε, με παραθεσμική μεθόδευση, την ψήφο εμπιστοσύνης των 151 βουλευτών (144 καθαρόαιμων συριζαίων + 7 προσκολλημένων). Παίρνει και το φιλί του πρώην βουλευτού του Ποταμιού Σπύρου Δανέλλη - που δεν είναι η χειρότερη περίπτωση όσων ψήφισαν την παρούσα κυβέρνηση. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μένουν, στην εξουσία, λόγω του συμμαχικού παράγοντα, όμως, αυτή η παραμονή έχει κοντά ποδάρια. Όσο και αν τις καθυστερήσει, οι βουλευτικές εκλογές επίκεινται. Έρχονται. Σε 4 μήνες σε 8, σε 9; Σε κάθε περίπτωση, ευρίσκονται καθ' οδόν. Και το κτύπημά τους θα είναι συντριπτικό, αφού τα μικρά πολιτικά κόμματα της παρούσας βουλής, που έπονται, από το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, θα εξαφανισθούν και άλλα θα πάρουν την θέση τους. Οπότε, ό,τι προλάβουν τώρα, οι συριζαίαοι. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα... 

Τελικά, ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του, πήραν την ψήφο εμπιστοσύνης, που ζήτησαν, από την βουλή. Μαζύ με τους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (που έγιναν 145, με την παλαιότερη πρόσθεση, στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, της βουλευτού Θεοδώρας Μεγαλοοικονόμου, που έφυγε από την κοινοβουλευτική ομάδα της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, με την οποία είχε εκλεγεί, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 - στις οποίες, όμως, οι βουλευτές εξελέγησαν, με την σειρά της λίστας, που σχημάτισαν οι αρχηγοί των κομμάτων, οπότε μιλάμε, ουσιαστικά, για διορισμό των βουλευτών, από τις κομματικές ηγεσίες - και προσχώρησε, στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος την δέχτηκε, στους κόλπους του, αφού, προηγουμένως, είχε χάσει τον Στάθη Παναγούλη, που είχε εκλεγεί, με τον ΣΥΡΙΖΑ και μετά αποχώρησε, χωρίς να παραιτηθεί από βουλευτής), ψήφισαν και άλλοι έξι βουλευτές, οι οποίοι προέρχονταν, από άλλα κόμματα, τα οποία, ουσιαστικά, εγκατέλειψαν, είτε παλαιότερα (Κατερίνα Παπακώστα, από την Ν.Δ.), είτε τώρα (Βασίλης Κόκκαλης και Έλενα Κουντουρά, από τους Ανεξάρτητους Έλληνες, Σπύρος Δανέλλης, από το Ποτάμι), είτε παραχωρήθηκαν, με ... leasing (Θανάσης Παπαχριστόπουλος και Κώστας Ζουράρις, από τους ΑΝΕΛ, αν και αυτοί θα ψήφιζαν την κυβέρνηση, ό,τι και αν έλεγε, ή έκανε ο Πάνος Καμμένος).

Δεν πρόκειται, εδώ, να κάνω ηθικολογία, ή δίκη προθέσεων. Οι βουλευτές αυτοί έκαναν τις διαπραγματεύσεις, που έκαναν (ή και δεν έκαναν), πήραν την απόφαση, που πήραν και θα κριθούν, για την απόφασή τους αυτή και για τις συνθήκες, υπό τις οποίες την πήραν. Η πολιτική πρακτική έχει, στο παρελθόν και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αναδείξει πολλά ανάλογα παραδείγματα και ως εκ τούτου, δεν έχει νόημα να μπούμε, σε μια διαδικασία ηθικολογικής κρίσης των πράξεων αυτών. Πάντα, σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει ένα δούναι και ένα λαβείν, υπάρχουν ανταλλάγματα, αρκεί αυτά να είναι πολιτικά - ο όρος χρησιμοποιείται, με την τρέχουσα χρήση του και περιλαμβάνει τα πολιτικά αξιώματα και τις ανάλογες θέσεις και αμοιβές -, αρκεί να μην έχουν πέσει, κάτω από το τραπέζι "βαλίτσες". Και όταν λέμε βαλίτσες, εννοούμε βαλίτσες με χρήματα.

Αυτό, που με ενδιαφέρει, είναι η κατανόηση, από τον μη ειδικευμένο, στα συνταγματικά θέματα και την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων, αναγνώστη, των παραθεσμικών ατοπημάτων, ως προς την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, από την βουλή, στα οποία οδηγήθηκαν και επέλεξαν να πραγματοποιήσουν ο πρωθυπουργός και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να ικανοποιήσουν τους νατοϊκούς και τους "εταίρους" της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Και αυτό αποπειρώμαι να πράξω, με απλά και ανεπιτήδευτα λόγια και χωρίς τον σύνθετο και για πολλούς, ακατανόητο τεχνικό λόγο των συνταγματολόγων, που περισσότερο συσκοτίζουν, παρά διαυγάζουν την κατάσταση και τα πράγματα.

Το ζήτημα, που προκύπτει, από την όλη διαδικασία της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, αφορά, τους νέους - και όχι ακίνδυνους - δρόμους, που άνοιξαν ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, στην πάγια κοινοβουλευτική και ευρύτερη πολιτική πρακτική, που ακολουθήθηκε, από το 1986, που αναθεωρήθηκε και έγινε πρωθυπουργοκεντρικό, από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, το, καραμανλικής εμπνεύσεως, προεδροκεντρικό Σύνταγμα του 1975, μέχρι τις ημέρες μας.

Έτσι, με το Σύνταγμα του 1986, θεσπίστηκε ο θεσμός των 3 διαδοχικών διερευνητικών εντολών, που δίδει ο πρόεδρος του κράτους, μετά τις βουλευτικές εκλογές, στους αρχηγούς των 3 πρώτων, σε κοινοβουλευτική δύναμη, κομμάτων, ύστερα από γνωστοποίηση της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων, από τον πρόεδρο της βουλής, προκειμένου να σχηματίσουν κυβέρνηση, με την δεδηλωμένη πλειοψηφία, τουλάχιστον, των 151 εκλεγέντων βουλευτών. Η διαπίστωση της ύπαρξης της δεδηλωμένης γίνεται, με δημόσια δήλωση των αρχηγών των κομμάτων, που πρόκειται να στηρίξουν την κυβέρνηση και το σύνολο της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων τους, πρέπει να είναι, όπως είπαμε, τουλάχιστον, 151.

Μέχρι τώρα, όλα αυτά τα χρόνια, που κύλησαν, από το 1986, αυτή ήταν η πρακτική που είχε επιβάλει το ΠΑΣΟΚ και ακολουθούσε το πολιτικό σύστημα. Θυμίζω ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 8/4/1990, στις οποίες η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε πάρει 150 βουλευτές, οπότε το ΠΑΣΟΚ απαίτησε, από τον τότε πρόεδρο του κράτους Χρήστο Σαρτζετάκη, για να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως, στον αρχηγό της Ν.Δ., να υπάρξει σαφής δημόσια στήριξη της κυβέρνησης, που επρόκειτο να σχηματισθεί, από άλλο κοινοβουλευτικό πολιτικό κόμμα. Αυτό, πράγματι, έγινε, αφού ο αρχηγός της Δημοκρατικής Ανανέωσης Κωστής Στεφανόπουλος έκανε δημόσια δήλωση στήριξης της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, εξασφαλίζοντάς της την 151η ψήφο και την δεδηλωμένη πλειοψηφία της βουλής.

Ας δούμε το τί λέει το άρθρο 37 του Συντάγματος, για να γνωρίζουμε τί λέμε :

"1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρωθυπουργό και, με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της Kυβέρνησης και τους Yφυπουργούς.

*2. Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Bουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Aν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Kυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Bουλής. 

*3. Aν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Kάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Aν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Kυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Kυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Bουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Kυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Bουλή. 

*4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εντολή σχηματισμού Kυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή ο εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ’ αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος. H πρόταση για την ανάθεση εντολής γίνεται μέσα σε τρεις ημέρες από την ημέρα που ο Πρόεδρος της Bουλής ή ο αναπληρωτής του ανακοινώνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Bουλή  η ανακοίνωση αυτή γίνεται πριν από κάθε ανάθεση εντολής.

* Eρμηνευτική δήλωση: Στις διερευνητικές εντολές, αν κόμματα είναι ισοδύναμα σε βουλευτικές έδρες, προηγείται εκείνο που έλαβε περισσότερες ψήφους στις εκλογές  νεοσχηματισμένο κόμμα με κοινοβουλευτική ομάδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Kανονισμό της Bουλής, έπεται του παλαιότερου με ίσο αριθμό εδρών. Στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν παρέχονται διερευνητικές εντολές σε περισσότερα από τέσσερα κόμματα".

Όπως γίνεται κατανοητό, από την παράγραφο 1 του άρθρου 37 του Συντάγματος, η απαίτηση του ΠΑΣΟΚ, το 1990, ήταν μια ορθή και νόμιμη απαίτηση. Στην περίπτωση εκείνη δεν είχαμε μονοκομματική κυβέρνηση απόλυτης πλειοψηφίας. Είχαμε ένα "κουτσό" κοινοβούλιο, στο οποίο η Ν.Δ. δεν είχε 151 βουλευτές. Είχε 150 και ως εκ τούτου, η δήλωση του Κωστή Στεφανόπουλου (ο οποίος, μάλιστα, δεν είχε εκλεγεί και η ΔΗΑΝΑ συμμετείχε, στην βουλή εκείνη, με τον Θεόδωρο Κατσίκη, ο οποίος, αργότερα, προσχώρησε, στην Νέα Δημοκρατία) ήταν απαραίτητη.

10/10/1993 Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποδέχεται την εκλογική ήττα από τον Ανδρέα Παπανδρέου.
10/10/1993 Ζάππειο : Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, απoδέχεται την ήττα του, στις βουλευτικές εκλογές εκείνης της ημέρας.

Επίσης, πρέπει να θυμίσω, εδώ, ότι, πριν τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές της 10/10/1993, στις οποίες εξελέγη το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, παραιτήθηκε η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία είχε μείνει με 151 βουλευτές και στις 9/9/1993, ο βουλευτής της Ν.Δ. Γιώργος Συμπιλίδης προσχώρησε, στην Πολιτική Άνοιξη, που είχε ιδρύσει ο Αντώνης Σαμαράς, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να χάσει χάσει την δεδηλωμένη. Σε εκείνη την περίπτωση, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσέφυγε σε εκλογές και δεν ακολούθησε την πρακτική, που ακολούθησε, τώρα, ο Αλέξης Τσίπρας

10/10/1993 Η επινίκεια δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου.
10/10/1993 Εκάλη : Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην επινίκειο δήλωσή του, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών εκείνης της ημέρας.

Δεν ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης από την βουλή, αν και θα μπορούσε να την πάρει, ή και να πάρει ψήφο ανοχής. Βέβαια θα μπορούσε να στραφεί, στον, τότε, πρόεδρο του κράτους Κωνσταντίνο Καραμανλή και να μπει, στην διαδικασία των διερευνητικών εντολών, όπως προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 37 του Συντάγματος, αλλά προτίμησε να προσφύγει, στην λαϊκή ετυμηγορία (όπου και καταψηφίστηκε, αφού το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου έλαβε 46,88% και την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών). Και καλώς έπραξε ο, τότε, αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, αφού δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Κάπως έτσι, κινήθηκε το πολιτικό σύστημα, μέχρι τις ημέρες μας. Μόνο, που, τώρα, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξαν αυτή την σύμφωνη, με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, πρακτική, που ακολούθησε, μέχρι τώρα, ο πολιτικός κόσμος. Έτσι, ενώ, μετά την δημόσια δήλωση του Πάνου Καμμένου, ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αποχωρούν, από την συμμαχική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και δεν την στηρίζουν, στην βουλή, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν είχε, πλέον, την δεδηλωμένη πλειοψηφία του κοινοβουλίου και θα έπρεπε να παραιτηθεί, για να ξεκινήσει ο πρόεδρος του κράτους Προκόπης Παυλόπουλος την διαδικασία των διερευνητικών εκλογών, οπότε και τότε θα μπορούσαν να γίνουν οι δημόσιες δηλώσεις στήριξης μιας νέας κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, από τους ενδιαφερόμενους βουλευτές, τώρα τα πράγματα έγιναν εντελώς διαφορετικά.

Λόγω της βιασύνης και των πιέσεων του νατοϊκού παράγοντα - μην ξεχνάμε την επίσκεψη της Angela Merkel -, για την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και λόγω της ρευστότητας της πολιτικής κατάστασης, στην χώρα, εν όψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πήρε την απόφαση να αλλάξει αυτήν την μακροχρόνια πολιτική πρακτική και να παρακάμψει τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, με τον ισχυρισμό, μάλιστα, του Αλέξη Τσίπρα, ότι παρά την αποχώρηση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, από την κυβέρνηση, αυτή και ο ίδιος μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν, χωρίς να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης, ή ανοχής, από την βουλή (προφανώς, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση είχε λάβει, στο παρελθόν την ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου). Όμως, η κυβέρνηση ήταν συμμαχική και αφού ο κυβερνητικός εταίρος αποχωρούσε, χωρίς να στηρίζει αυτό το κυβερνητικό σχήμα, το οποίο έπαυε να υπάρχει, ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του έπρεπε να παραιτηθούν και στην συνέχεια, ο πρόεδρος της βουλής Νίκος Βούτσης να ενημερώσει τον πρόεδρο του κράτους, για την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, για να αρχίσει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών.

Διαδικαστικολογία, θα μου πείτε. Σίγουρα όλα αυτά αφορούν την συνταγματική και την κοινοβουλευτική  διαδικασία, αλλά και η διαδικασία έχει την σημασία της, αφού, εδώ, έχουμε να κάνουμε, με μια παραθεσμική αλλαγή της συνταγματικής και της κοινοβουλευτικής πρακτικής, από τον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αλλαγή ανοίγει τον δρόμο, για τους επόμενους να προχωρήσουν, ακόμη περισσότερο, στα χνάρια των τωρινών κυβερνώντων. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι αυτές οι σφικτές διαδικασίες του άρθρου 37 του Συντάγματος θεσπίστηκαν, για την αποφυγή των περιβόητων αποστασιών, μέσω και ανοικτού χρηματισμού, των βουλευτών, που υπέστη η Ένωση Κέντρου του γηραιού Γεωργίου Παπανδρέου, μετά από το πολιτικό πραξικόπημα του βασιλιά Κωνσταντίνου Β', τον Ιούλιο του 1965. Τώρα, όλα αυτά ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ τα βάζουν, στην άκρη, με την σιωπηρή αποδοχή (δυστυχώς) του Προκόπη Παυλόπουλου, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά, αλλά και των άλλων κομμάτων.

12/6/1976 Κωνσταντίνος Καραμανλής : "Η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν" (Και εις την Ε.Ο.Κ.).
12/6/1976 Ο, τότε, πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αναλύει, στην βουλή, γιατί "ανήκομεν, εις την Δύσιν". Επίσης, εξηγεί, γιατί "ανήκομεν και εις την Ε.Ο.Κ.". (που μας κατέστρεψε).

(Μια εικόνα, για τα χάλια, που είχε, σε άλλες κοινοβουλευτικές περιπτώσεις, η διαδικασία του προσεταιρισμού βουλευτών, σε μια οριακή στιγμή του κοινοβουλευτικού βίου της χώρας, αποτελεί η διαδικασία εκλογής, ως προέδρου του κράτους, του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας και τότε, πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον Απρίλιο - Μάϊο του 1980. Εκείνη την εποχή, η Νέα Δημοκρατία, στον πρώτο γύρο της εκλογής, που διεξήχθη, στην βουλή, απέτυχε να συγκεντρώσει τις 200 ψήφους, που απαιτούντο. Συγκέντρωσε 179, ήτοι λιγότερους και από τις 180 ψήφους, που απαιτούντο, στον τρίτο γύρο της ψηφοφορίας. Στον δεύτερο γύρο, όπου απαιτούντο πάλι 200 ψήφοι συγκέντρωσε 181 ψήφους και στον τρίτο γύρο 183, οπότε και εξελέγη. Έτσι, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπόρεσε να αποφύγει την προσφυγή, στις κάλπες, για νέα βουλή και συνέχισε να κυβερνάει, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος νίκησε, στις εσωκομματικές εκλογές τον αντίπαλό του Ευάγγελο Αβέρωφ - Τοσίτσα. Όμως, για να συμβεί αυτό, που συνέβη, υπήρξε ένα έντονο παρασκήνιο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, στην διάλυση, το ακροδεξιό κόμμα της Εθνικής Παράταξης του πρώην πρωθυπουργού της εποχής της αποστασίας Στέφανου Στεφανόπουλου, το οποίο, επειδή ο αρχηγός του δεν είχε εκλεγεί, ως βουλευτής, στις βουλευτικές εκλογές της 20/11/1977, είχε ως επί κεφαλής τον Σπύρο Θεοτόκη, εξ αιτίας των αντιπαραθέσεων, για την ψήφο που έδωσαν, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, για να εκλεγεί πρόεδρος του κράτους. Η φιλοβασιλική και φιλοδικτατορική Εθνική Παράταξη είχε 5 βουλευτές, έχοντας λάβει, το 6,82% των ψήφων. Τότε, κατά την διαδικασία των τριών γύρων της προεδρικής εκλογής, ακούστηκαν πολλά, για χρηματισμούς βουλευτών, που δεν αποδείχτηκαν. Όμως, κάποια θεμιτή, ή μη, συναλλαγή υπήρξε, αφού ο Σπύρος Θεοτόκης, στην συνέχεια, εξελέγη βουλευτής με την Νέα Δημοκρατία, στις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, ενώ το κόμμα αυτό διαλύθηκε και τα περισσότερα στελέχη του προσχώρησαν, στην Ν.Δ.).

Βέβαια, το Σύνταγμα, ούτως, ή άλλως, έχει καταντήσει, εξ αιτίας των μνημονιακών πολιτικών κομμάτων να είναι μια κουρελού, η οποία καταστρατηγείται και χρησιμοποιείται, για να εξυπηρετείται το καθεστώς της κατοχικής χρεωδουλοπαροικίας, το οποίο έχουν επιβάλλει οι ξένοι δανειστές, από το 2010, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναδεικνύονται όλες οι παρανομίες και οι παρασυνταγματικές πρακτικές των κυβερνώντων και του πολιτικού κόσμου. Κάθε άλλο. Όλα αυτά είναι χρήσιμο να επισημαίνονται, διότι, στο μέλλον, οι βαλίτσες με τα χρήματα, θα δίνονται πάνω στο τραπέζι και όχι κάτω από αυτό και θα προκύπτουν διάφορες περίεργες και ευκαιριακές κυβερνήσεις μειοψηφίας (ή και πλειοψηφίας, σαν αυτή του Λουκά Παπαδήμου), οι οποίες ουδεμία σχέση θα έχουν, με την λαϊκή βούληση και τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος.  

(Θα θυμίσω, εδώ, την παράγραφο 4 του άρθρου 37 του Συντάγματος, όπου εκεί προβλέπεται ότι ο αρχηγός του κοινοβουλευτικού κόμματος, ο οποίος δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, δεν μπορεί να πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί ο πρωθυπουργός να είναι εξωκοινοβουλευτικός. Πρέπει να είναι βουλευτής. Όμως, το πολιτικό σύστημα, για λόγους ανόητους και βλακώδεις, δεν άλλαξε αυτή την διάταξη του Συντάγματος, ούτως, ώστε να μπορούν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, που έχουν τα κόμματα ψηφίσει και διατηρήσει, να κάνουν πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό. Οι απαρτίζοντες το ελληνικό πολιτικό προσωπικό προτίμησαν, ως μικροκακοποιοί, να παραβιάζουν, επανειλημμένως, το Σύνταγμα, διορίζοντας εξωκοινοβουλευτικούς πρωθυπουργούς, όπως έπραξαν, το 2011 - 2012, με τον προαναφερόμενο Λουκά Παπαδήμο. Και όπως είχαν πράξει, και το 1989 - 1990, με τον Ξενοφώντα Ζολώτα. Για τέτοια χαμηλή ποιότητα πολιτικού προσωπικού μιλάμε και για τέτοιες πολιτικές ηγεσίες).

Μετά την ψήφο εμπιστοσύνης, που πήρε (όπως την πήρε) η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, έρχεται η σειρά της ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτή είναι, τώρα, η προτεραιότητα του πρωθυπουργού.  Αλλά αυτή η ψήφιση, που πρόκειται να ακολουθήσει, εάν και εφόσον η κυβέρνηση βρει τους απαραίτητους πρόθυμους βουλευτές, την ψήφο εμπιστοσύνης, που μόλις έλαβε, μετά από μια σειρά πρωτοφανών, στα κοινοβουλευτικά χρονικά της μεταπολίτευσης, ενεργειών και πρακτικών, πρέπει και μπορεί να αποτραπεί. Δεν είναι εύκολο. Είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο.

Δεν είναι θέμα πείσματος. Είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο αφορά την ειρήνη, στην περιοχή μας, η οποία κινδυνεύει, άμεσα, από τους νατοϊκούς σχεδιασμούς, στην Βαλκανική. Αυτοί οι σχεδιασμοί περιλαμβάνουν και την Σλαβομακεδονία. Και είναι, άκρως, επώδυνοι, αφού ο κίνδυνος της έλευσης μιας νέας έκδοσης του γιουγκοσλαβικού πολέμου, είναι επικείμενος.

Και αυτός ο επικείμενος πόλεμος, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο οποίος, εάν και όταν γίνει, θα επεκταθεί, στα Βαλκάνια, μπορεί και πρέπει να αποτραπεί.