Η παραίτηση όλων, ή, τουλάχιστον, 61 βουλευτών και των αντικαταστατών τους, είναι η μόνη τελική λύση, μετά την πρόταση δυσπιστίας. Έτσι η χώρα οδηγείται, άμεσα, σε βουλευτικές εκλογές


Εδώ που έχουν φθάσει τα πράγματα, όσον αφορά την Συμφωνία των Πρεσπών, η αλήθεια είναι ότι αυτή οδεύει προς την υπερψήφισή της. Ο συμμαχικός παράγοντας, δηλαδή η Ουάσινγκτων, έχει βρεί, στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, εκείνες τις ψήφους, που απαιτούνται, προκειμένου να ψηφισθεί. Παρά τα όσα λέει ο Πάνος Καμμένος, τώρα, που έφυγε, από την κυβέρνηση, είναι η αμερικανική πλευρά αυτή που, πρωτίστως, πίεσε και βιάζεται, για να τελειώσει αυτή η υπόθεση. Δεν είναι η Angela Merkel. Το ΝΑΤΟ και οι προτεραιότητές του, δεν ανήκουν, στην γερμανική αρμοδιότητα. Η Γερμανία, όπως και όλοι οι άλλοι που συμμετέχουν, στην Ατλαντική Συμμαχία, έχουν δευτερεύοντες ρόλους. Η Ουάσινγκτων είναι εκείνη, που έχει τον αποφασιστικό λόγο, για όλα όσα συμβαίνουν, στον χώρο αυτόν. Ο Πάνος Καμμένος, απλώς, θέλει να καλύψει την Ουάσινγκτων, η οποία τον πατρόναρε, μέχρι τώρα και τον κράτησε τέσσερα χρόνια, στην κυβέρνηση, αφού, προηγουμένως, στα χρόνια των σαμαροβενιζέλων, είχε, παρασκηνιακά, βάλει πλάτη και στην συγκρότηση της απαραίτητης συμμαχίας των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, απλώς, κρατάει πόρτα, για τον πολιτικό χειμώνα, που έρχεται, για τον ίδιο. Και φυσικά, η στήριξη της αμερικανικής πρεσβείας του είναι, πάντοτε, απαραίτητη.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, η πρεσβεία βρήκε τις απαραίτητες κοινοβουλευτικές ψήφους, στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για να κάνει την δουλειά όλων τους. Στην ζωή, όμως, τίποτε δεν είναι μοιραίο. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες και παρά το γεγονός ότι η στάση των παλαιών συστημικών κομμάτων της χώρας μας (της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, το οποίο προσπάθησε να διευρυνθεί, υπό την κάλυψη του ΚΙΝΑΛ, αλλά ατύχησε) είναι, απολύτως, ύποπτη, αφού η πρόσφατη παρουσία της Angela Merkel, σε ρόλο παιδονόμου του ασταθούς ελληνικού πολιτικού συστήματος, αποτελεί ένα σαφές δείγμα, για το ότι τα δύο παραδοσιακά κόμματα του αστικού πολιτικού κόσμου έχουν "πουλήσει" το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, υπάρχουν δυνατότητες, για να παρελκυσθεί και να παρεμποδισθεί η διαδικασία κύρωσης της Συμφωνίας αυτής. Και η χρησιμοποίηση, ή μη, αυτών των δυνατοτήτων θα κρίνει την στάση των κομμάτων της παραδοσιακής αντιπολίτευσης του αστικού πολιτικού κόσμου.

Ένα όπλο, το οποίο έχει, στα χέρια της, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι αυτό, που κουβεντιάζεται, εδώ και ημέρες. Είναι η κατάθεση πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης, ή, κατά υπουργού, με βάση το άρθρο 84 του Συντάγματος. Αυτή η πρόταση μομφής πρέπει να κατατεθεί, από, τουλάχιστον 50 βουλευτές, τους οποίους, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει. 

Για να έχουν οι αναγνώστες, μια σαφή αντίληψη των σχετικών διατάξεων, ας δούμε το άρθρο 84 του Συντάγματος :


 "1. H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Kυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Bουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. H Bουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της Kυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης. 

2. H Bουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Bουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας.
H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση.


3. Kατ'  εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.


4. H συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της. 


5. H ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση.


6. Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.


7. Kατά την ψηφοφορία για τις πιο πάνω προτάσεις ψηφίζουν οι Yπουργοί και Yφυπουργοί που είναι μέλη της Bουλής".


Η Νέα Δημοκρατία μπορεί, λοιπόν, να καταθέσει πρόταση μομφής (δυσπιστίας), κατά της κυβέρνησης, ή κατά υπουργού. Και θα το πράξει. Έχει κάθε λόγο, για να το πράξει. Εκτός εάν της έχει υποδειχθεί, από την Angela Merkel, ή από την πρεσβεία (ή και από τους δύο μαζύ) να μην το πράξει. Δεν νομίζω ότι της έχει υποδειχθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε, οι ενέργειες Κυριάκου και του επιτελείου του θα δείξουν το τί συμβαίνει.

Η πρόταση δυσπιστίας θα απαιτήσει 151 ψήφους βουλευτών, για να γίνει αποδεκτή, από την βουλή και είναι αλήθεια ότι θα καθυστερήσει την διαδικασία ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών, αφού η συζήτηση για αυτήν θα διακοπεί και θα προηγηθεί η συζήτηση της πρότασης μομφής. Όμως, στην πράξη, η συγκέντρωση των 151 ψήφων, για να περάσει η πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης (ή του υπουργού Εξωτερικών - και στην συγκεκριμένη περίπτωση του πρωθυπουργού, διότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι και υπουργός Εξωτερικών, αφού, πιθανότατα, η πρόταση δυσπιστίας θα αφορά τον ίδιο, για τα ζητήματα του υπουργείου Εξωτερικών, στα οποία υπάγεται και το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών), είναι κάτι το απίθανο. Όπως απίθανο είναι και το να συγκεντρώσει η πρόταση μομφής λιγότερες από 151 ψήφους, μεν, αλλά περισσότερες - ή ίσες -, από τις απορριπτικές ψήφους, οπότε η κυβέρνηση δεν θα έπεφτε, αλλά θα υφίστατο μια τεράστια πολιτική ήττα, που θα της στένευε τα περιθώρια διατήρησής της, επί μακρόν, στην εξουσία. (Στην πραγματικότητα θα έπεφτε).

(Κατά την γνώμη μου, αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εννοεί όσα λέει - ότι δηλαδή θα κάνουν, ως κόμμα, ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να μην ψηφισθεί η Συμφωνία των Πρεσπών -, τότε, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να εξαντλήσει τις ασάφειες του άρθρου 84 του Συντάγματος και να προβεί σε αλλεπάλληλες προτάσεις δυσπιστίας, κατά του καθενός, ξεχωριστά, των υπουργών της κυβέρνησης, ούτως, ώστε να επιμηκύνει, κατά πολύ, τον χρόνο διεξαγωγής των σχετικών συζητήσεων και να απομακρύνει, επίσης κατά πολύ, τον χρόνο συζήτησης του νομοσχεδίου της Συμφωνίας των Πρεσπών. Εδώ, βέβαια, υπάρχει μια δυσχέρεια. Η παράγραφος 2 του άρθρου 84 του Συντάγματος αναφέρει ότι πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί, μόνο μετά από πάροδο εξαμήνου, από την απόρριψη προηγούμενης πρότασης δυσπιστίας. Όμως, εάν η πρόταση δυσπιστίας αφορά έναν συγκεκριμένο υπουργό και αυτή η πρόταση απορριφθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υποβληθεί, αμέσως, άλλη πρόταση δυσπιστίας, ατομικά, κατά άλλου υπουργού. Βέβαια, όλα τα κυβερνητικά και καθεστωτικά κόμματα, δεν ερμηνεύουν, έτσι, την συγκεκριμένη διάταξη. Για να αποφύγουν τις δυσχέρειες, που δημιουργεί αυτή η αβίαστη ανάγνωση του Συντάγματος, προτιμούν να στενεύουν την ερμηνεία της και να ισχυρίζονται ότι, όταν απορριφθεί μια πρόταση δυσπιστίας, κατά ενός υπουργού, δεν μπορεί να υποβληθεί άλλη πρόταση δυσπιστίας, κατά άλλου υπουργού, πρίν περάσει ένα εξάμηνο, από την απόρριψη της πρώτης. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι, έτσι τα πράγματα. Η πρόταση δυσπιστίας ασκείται, ως δικαίωμα της βουλής και αφορά, ή το σύνολο της κυβέρνησης, ή κάθε έναν υπουργό, χωριστά. Κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτό που προκύπτει, αβίαστα, από την παράγραφο 2 του άρθρου 84 του Συντάγματος, είναι ότι δεν μπορεί να κατατεθεί πρόταση μομφής/δυσπιστίας, κατά του συγκεκριμένου υπουργού, ο οποίος είχε αντιμετωπίσει. στο παρελθόν, πρόταση δυσπιστίας, που είχε απορριφθεί, στο παρελθόν, με όριο το ένα εξάμηνο. Έτσι, ό,τι και να λένε οι κυβερνητικοί και τα καθεστωτικά κόμματα, πρόταση δυσπιστίας, κατά άλλου υπουργού, μπορεί να κατατεθεί οποτεδήποτε, αρκεί να μην έχει υπάρξει άλλη απόρριψη πρότασης μομφής που να αφορά τον συγκεκριμένο υπουργό, κατά το προηγούμενο εξάμηνο. Όλα τα άλλα είναι ανοησίες. Ως εκ τούτου, η Νέα Δημοκρατία, εάν, πραγματικά, το επιθυμεί, μπορεί να παλέψει την παρέλκυση και την επιμήκυνση των διαδικασιών, με διαδοχικές και αλλεπάλληλες προτάσεις δυσπιστίας κατά των υπουργών της κυβέρνησης, μεμονωμένα και ξεχωριστά. Το τί θα πράξει, μένει να το δούμε).

Όμως, κάποια στιγμή, μετά την διαδικασία της πρότασης - ή των προτάσεων - μομφής, θα συνεχισθεί η διακοπείσα διαδικασία, για την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ακόμη και αν η αντιπολίτευση αποχωρήσει, από την βουλή. Άλλωστε, εάν η αντιπολίτευση αποχωρήσει, ουσιαστικά, αυτό, που θα έχει πράξει - και αυτό που θα μείνει στην Ιστορία - είναι ότι δεν θα έχει ψηφίσει, εναντίον της Συμφωνίας. Και φυσικά, κάτι τέτοιο ευρίσκεται μέσα στα πλαίσια του νατοϊκού σχεδιασμού.

Το μεγάλο όπλο, το οποίο έχει στα χέρια της η αντιπολίτευση είναι η παραίτηση μέρους (61 βουλευτών), ή του συνόλου των βουλευτών της. Αυτό θα μπλοκάρει τις διαδικασίες και θα οδηγήσει, άμεσα, μια σειρά, από επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα υποχρεώσουν την κυβέρνηση να οδηγήσει την χώρα, σε κανονικές βουλευτικές εκλογές. Ας δούμε τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 53 του Συντάγματος, για να αντιληφθούμε, περί τίνος πρόκειται :

"1. Oι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Mόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Yπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και η σύγκληση της νέας Bουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από αυτές. 

2. Bουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το ένα πέμπτο του όλου αριθμού των βουλευτών.

3. Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Aν η Bουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται έως ότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Bουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του".

Τα πράγματα, λοιπόν, είναι σαφέστατα. Οι βουλευτικές έδρες κενώνονται όταν παραιτηθούν, ή πεθάνουν οι βουλευτές και δεν υπάρχουν αντικαταστάτες τους, ή όταν οι υπάρχοντες αντικαταστάτες των βουλευτών παραιτηθούν από τις έδρες, που πρόκειται να καταλάβουν. Όμως, εξ αιτίας του γεγονότος ότι βρισκόμαστε, στο τελευταίο έτος της παρούσας βουλής, δεν είναι δυνατόν να διενεργηθούν επαναληπτικές εκλογές, εάν κενωθούν λιγότερες από 61 έδρες της βουλής (το 1/5 των εδρών). 
 
Έτσι, για να προκληθούν επαναληπτικές εκλογές, πρέπει να παραιτηθούν, τουλάχιστον 61 βουλευτές της αντιπολίτευσης. Αυτό, εάν η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ το θέλουν, μπορεί να γίνει. Και φυσικά, μπορεί να γίνει, έστω και αν η Νέα Δημοκρατία μείνει μόνη σε αυτή την ενέργεια. 
 
Με την παραίτηση των 61, τουλάχιστον, βουλευτών, οι επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές θα γίνουν αμέσως (μέσα, στον Μάρτιο, ή έστω τον Απρίλιο). Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα υποστεί συντριβή και φυσικά, δεν θα μπορέσει να σταθεί. Και αυτό θα συμβεί, πιθανότατα, πολύ πριν αυτές οι επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές πραγματοποιηθούν. Θα αναγκαστεί να προκηρύξει κανονικές βουλευτικές εκλογές. Τις οποίες θα χάσει, με μεγάλη διαφορά.
 
Θα τολμήσει η αντιπολίτευση;
 
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα...