Ψηφίστηκε η Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν τόλμησαν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η αστική "αντιπολίτευση" να μην ενδώσουν, στις επιθυμίες της πρεσβείας της οδού Βασιλίσσης Σοφίας


Κυριάκος Μητσοτάκης : Δεν θέλησε, δεν τόλμησε και ως εκ τούτου, είναι συνυπεύθυνος, για την ψήφιση της καταστροφικής, λόγω, ΝΑΤΟ, Συμφωνίας των Πρεσπών, με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ φέρνει, ακόμη, πιο κοντά, τον πόλεμο, στα Βαλκάνια. Δυστυχώς...

 
Η μνημονιακή αστική "αντιπολίτευση", με επί κεφαλής τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν τόλμησε να αντιταχθεί, στις επιθυμίες και τις σαφείς εντολές της πρεσβείας της οδού Βασιλίσσης Σοφίας και της Angela Merkel, της γνωστής, στον ρόλο της παιδονόμου του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου της χώρας μας.
 
Η Νέα Δημοκρατία, παρά τις διαβεβαιώσεις του αρχηγού της, ότι θα κάνει ό, τι μπορεί, για να μην ψηφισθεί, από την βουλή, η Συμφωνία των Πρεσπών, στην πράξη, δεν έκανε, κυριολεκτικά, τίποτε. Άφησε την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και την τυχάρπαστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 145 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των 8 προθύμων και πολιτικά, ανύπαρκτων βουλευτών, που δεν εκφράζουν κανένα, πλην των εαυτών τους, να ψηφίσουν ανενόχλητοι την Συμφωνία των Πρεσπών. Και δυστυχώς, ο πρόεδρος του κράτους Προκόπης Παυλόπουλος, έσπευσε  αυθημερόν, να υπογράψει τον σχετικό νόμο (Ν. 4588/25-1-2019 ΦΕΚ 9 τ. Α) .
 
Το τί μπορούσε να πράξει η Νέα Δημοκρατία και η μνημονιακή αστική "αντιπολίτευση", το έχουμε περιγράφει και τις τελευταίες ημέρες έχουμε επιμείνει επί αυτού.
 
Ας το ξαναπούμε :
 
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η αστική αντιπολίτευση μπορούσαν, πέραν από την κατάθεση της πρότασης δυσπιστίας, σε βάρος της κυβέρνησης, ή/και του πρωθυπουργού, ως υπουργού Εξωτερικών (την οποία, τελικά, αρνήθηκαν να καταθέσουν), να υποβάλουν την παραίτηση μέρους, ή του συνόλου των βουλευτών τους και των αντικαταστατών τους, προκειμένου να υποχρεώσουν την κυβέρνηση να συρθεί, σε αναπληρωματικές βουλευτικές εκλογές και στην συνέχεια  σε κανονικές βουλευτικές εκλογές.
 
Αρκούσε η παραίτηση 61, ή περισσότερων βουλευτών, για να έλθουν τα πάνω, κάτω, στην ελληνική πολιτική σκηνή και να παραλύσει η κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως και η ομαλή λειτουργία της κυβέρνησης. Και αν, μάλιστα, οι παραιτήσεις των βουλευτών και των αντικαταστατών τους έφθαναν τον αριθμό των 101, η παράλυση θα ήταν πλήρης, δεδομένων των ερμηνευτικων δυσχερειών, που θα προέκυπταν, σχετικά με το τι θα έπρεπε να γίνει, επί τη βάση του άρθρου 51 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
 
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η αστική "αντιπολίτευση" δεν θέλησαν να ακολουθήσουν αυτήν την διαδικασία και πήραν την απόφαση να διευκολύνουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ούτως ώστε να κυρωθεί, από την ευκαιριακή και τυχοδιωκτικη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153 βουλευτών, η Συμφωνία των Πρεσπών και ως εκ τούτου, φέρουν την ίδια και ισοβαρή ευθύνη, με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για την κύρωση της Συμφωνίας και τις δυσμενείς εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν και στην ίδια την υπόθεση του μακεδονικού, αλλά, το κυριότερο, στις εξελίξεις, στην Βαλκανική και στον πόλεμο, που έρχεται.


Για γέλια και για κλάματα...

Διότι - κακά τα ψέματα - ο ΣΥΡΙΖΑ, με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και των διαδικασιών, για την θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών και την συνακόλουθη ένταξη της Σλαβομακεδονίας, στο ΝΑΤΟ, φέρνει πιο κοντά, τον πόλεμο, στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας και στα Βαλκάνια.
 
Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, την οποία ουδείς θέλει να ομολογήσει και στην οποία κανείς δεν αναφέρεται.
 
Με δεδομένες τις συνθήκες, για την διεξαγωγή ενός νέου γύρου του γιουγκοσλαβικού πολέμου, που δημιουργούν τα αμερικανικά σχέδια, για την συγκρότηση μιας Μεγάλης Αλβανίας και τα ρωσικά σχέδια, για μια μεγάλη Σερβία, τα οποία τέμνονται, στο Κόσοβο, η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας, στο ΝΑΤΟ αυτό που κάνει είναι να εντάσσει, επισήμως, την χώρα αυτή, στον χορό του επερχόμενου πολέμου και αυτό, πλέον, δεν μπορεί να μας αφήνει, σχετικά, αδιάφορους, όπως έγινε, λίγο, ή πολύ, το 1999, με την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της αδύναμης Γιουγκοσλαβίας του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και την εύκολη νίκη των νατοϊκών.
 
Τώρα, σε μια νέα έκρηξη του γιουγκοσλαβικού πολέμου, η εμπλοκή της Σλαβομακεδονίας (όπως και της Αλβανίας), σε αυτόν, θα οδηγήσει, στην άμεση εμπλοκή της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, στον πόλεμο αυτόν, ακριβώς επειδή η πΓΔΜ, θα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και η χώρα μας θα κληθεί, εάν η Ουάσινγκτων επιλέξει να διεξαγάγει, δι' αντιπροσώπων και όχι με άμεση δική της εμπλοκή, τις μάχες, που θα δοθούν, να παράσχει την απαραίτητη στρατιωτική, αεροπορική και αμυντική ομπρέλλα, στην χώρα αυτή, όπως, ήδη, πράττει στον εναέριο χώρο της Αλβανίας και όπως, ήδη έχει πράξει, με την αεροπορική κάλυψη που παρείχε και εξακολουθεί να παρέχει, κατά την διάρκεια της ουκρανικής κρίσης, στην Βουλγαρία, με αποτέλεσμα οι Έλληνες πιλότοι να εμπλακούν, σε αερομαχίες, με την ρωσική πολεμική αεροπορία.
 
Αυτά μπορεί να μην συζητώνται, επειδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τα εξαρτώμενα, από την Ουάσινγκτων και την Δύση, ΜΜΕ της χώρας μας, αλλά δεν είναι ανύπαρκτα και φυσικά, δεν αποτελούν, καθόλου, σενάρια τρόμου. Η Ελλάδα θα εμπλακεί, σε έναν πόλεμο, με την Σερβία και την σύμμαχό της Ρωσία (η επίσκεψη, πριν λίγες ημέρες του Βλαντιμίρ Πούτιν, στο Βελιγράδι και η επέκταση των ρωσικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, στην Σερβία, δείχνουν ότι οι συμμαχίες έχουν, πλέον, αποκρυσταλλωθεί, στην περιοχή των Βαλκανίων), για να προστατεύσει δύο κράτη, τα οποία έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα, με το ελληνικό κράτος και θα οδηγήσουν την χώρα μας και τον πληθυσμό της, σε αιματηρές και καταστροφικές περιπέτειες, την στιγμή, που οι νατοϊκοί σύμμαχοι - σε μια πρώτη - και ίσως οριστική - φάση, θα παρακολουθούν την βαλκανική σύγκρουση, ως θεατές και θα έχουν έναν επιμελητειακό και απλώς, υποστηρικτικό ρόλο, αποφεύγοντας άμεση εμπλοκή, λόγω του φόβου της Μόσχας, η οποία και αυτή είναι πιθανό, στην αρχική φάση, να προτιμήσει την αποφυγή μιας άμεσης εμπλοκής, αφού εξοπλίζει την Σερβία, σαν αστακό.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να αποφύγει οποιαδήποτε, άμεση, ή έμμεση εμπλοκή, στον νέο γύρο του γιουγκοσλαβικού πολέμου, όταν - και εάν - αυτός, με οποιαδήποτε αφορμή, ξεσπάσει. 

Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα μας έχει, ήδη, εμπλακεί, μέσω της λειτουργίας των αμερικανικών και των νατοϊκών εγκαταστάσεων, στην ελληνική επικράτεια (Σούδα, Λάρισα κλπ). Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός εδαφικός χώρος δεν θα μείνει αλώβητος, όπως το 1999. Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις της χώρας μας και οι όμορες περιοχές θα στοχοποιηθούν (ήδη, έχουν στοχοποιηθεί), από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και θα υποστούν επιθέσεις, οι οποίες δεν πρόκειται να αφήσουν άθικτες και τις κατοικημένες περιοχές και φυσικά, τον άμαχο πληθυσμό και τις υποδομές της χώρας μας.
 
Αυτά τα επικείμενα δεινά, φέρνει η εξωτερική και η αμυντική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και του νέου υπουργού Άμυνας Ευάγγελου Αποστολάκη (με την συναυτουργία του μοιραίου, για την χώρα Πάνου Καμμένου, ο οποίος, αυτές τις ημέρες, καυχήθηκε, για τον αγώνα που έδωσε, προκειμένου να προσδέσει την ελληνική αμυντική και εξωτερική πολιτική, στο άρμα της Ουάσινγκτων, γεγονός το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει).
 
Και το πικρό αστείο είναι ότι αυτή η πολιτική της υποτέλειας, στην πολιτική των Η.Π.Α. δεν πρόκειται να φέρει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, ούτε στην αντιμετώπιση του μακεδονικού προβλήματος, αφού οι εισηγήσεις του αντιπροσώπου του γενικού γραμματέα, στον Ο.Η.Ε., σχετικά, με την Συμφωνία των Πρεσπών, πρόκειται να απορριφθούν, από την Ρωσία, η οποία, ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, πρόκειται να ασκήσει veto, με αποτέλεσμα, η γειτονική μας χώρα να συνεχίσει να μένει με την προσωρινή ονομασία "πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" (FYROM), την ίδια στιγμή, που οι δικαστικές και οι πολιτικές εμπλοκές, στην Βόρεια Μακεδονία (αλλά δευτερευόντως και στην Ελλάδα), θα οδηγήσουν - αργότερα, ή γρηγορότερα - στην αποδυνάμωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και στην απώλεια της χρήσης του ονόματος "Βόρεια Μακεδονία", erga omnes.
 
Όμως, αυτό είναι το λιγότερο και το περισσότερο ανώδυνο. Το κυριότερο είναι ο πόλεμος, που έρχεται, στα Βαλκάνια, με την άμεση συνευθύνη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία, όπως και τα στελέχη του κόμματος αυτού, περί άλλων τυρβάζει. 
 
Βέβαια, αυτός ο πόλεμος, όσο και αν πλησιάζει, μπορεί και πρέπει να αποτραπεί. Και μακάρι, να αποτραπεί. Αλλά...