Μπορεί να είναι, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο


Παρακολουθώντας το πολιτικό κλίμα, που, εδώ και πολύν καιρό, έχει διαμορφωθεί, στην ελληνική κοινωνία, διαπιστώνουμε ότι, λιγότερο, ή περισσότερο, έχει επικρατήσει η εντύπωση ότι, η ρευστή ελληνική πολιτική σκηνή, έχει οδηγηθεί, σε έναν νέο μικρό δικομματισμό, ο οποίος έχει αντικαταστήσει τον παλαιό μεγάλο (αν και ατελή) και κραταιό δικομματισμό, που αποτελούνταν, από το ΠΑΣΟΚ και την Νέα Δημοκρατία και ισορροπούσε, για κάθε κόμμα, σε υψηλά ποσοστά (από 36%, έως 48%) επί των ψηφιζόντων, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ενώ η αποχή από την εκλογική διαδικασία, μέχρι τις βουλευτικές εκλογές της 16/9/2007, δύσκολα, ξεπερνούσε το 25%.

Αυτός ο μικρός δικομματισμός, ο οποίος πιστεύεται ότι έχει διαμορφωθεί, στην ελληνική πολιτική ζωή και ο οποίος λέγεται ότι αποτελείται από την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, υποτίθεται ότι ισορροπεί, σε επίπεδο ποσοστών, επί του εκλογικού σώματος, κάπου ανάμεσα, στο 35%, έως 25%, έχει προκύψει από την τεράστια ρευστοποίηση του εκλογικού σώματος, η οποία ήλθε ως αποτέλεσμα της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010 και έχει εκτινάξει την αποχή, σε επίπεδα, από 35% και άνω.

Αυτή είναι η συλλογιστική των δημοσκόπων και των διάφορων πολιτικών αναλυτών όλων των ΜΜΕ, που ασχολούνται με την πολιτική ζωή της χώρας και αυτή την πεποίθηση επιχειρούν να διασπείρουν, στην κοινωνία και κυρίως, στο εκλογικό σώμα. Και φυσικά, αυτή η ενέργεια όλων αυτών, μέσω της οποίας επιχειρείται να εμφανισθεί, ως στερεοποιημένο, αυτό το νέο πολιτικό και κομματικό δίπολο, δεν είναι καθόλου αθώα, αφού γίνεται, μέσα στα πλαίσια της διαρκούς προσπάθειας καθοδήγησης της κοινής γνώμης και συνακόλουθα, του εκλογικού σώματος, από την εντόπια ελίτ και τα όργανά της, τα οποία, λίγο ή πολύ, είναι τα συστημικά ΜΜΕ, οι δημοσκόποι και οι πολιτικοί αναλυτές και οι επιστήμονες, που ασχολούνται, με τα πολιτικά πράγματα της χώρας μας.

Ως εκ τούτου, όποιος θέλει να είναι ψύχραιμος, σε όλα όσα λέει, είναι απαραίτητο να είναι επιφυλακτικός, απέναντι σε αυτόν το καταιγισμό της καθεστωτικής προπαγάνδας, που έχει σκοπό και στόχο να μαντρώσει το εκλογικό σώμα, μέσα σε αυτούς τους νεο-παλαιούς κομματικούς ορνιθώνες, προκειμένου η εντόπια ελίτ και οι ξένοι δανειστές να μπορούν να κάνουν, χωρίς καμμία ενόχληση, τις δουλειές τους.

Συνήθως, αυτά που λένε και γράφουν, όλοι οι εμπλεκόμενοι δεν είναι, απλώς, αυτά που συμβαίνουν. Δεν αποτελούν απλές καταγραφές της πραγματικότητας. Είναι αυτά που θα ήθελαν να συμβούν και τα οποία, σε ομαλές περιόδους, μέσα από τους κλασικούς και τους νέους μηχανισμούς προπαγάνδας της ελεγχόμενης πληροφόρησης, πολλές φορές καταφέρνουν να πραγματοποιηθούν.

Όμως, οι καιροί που ζούμε δεν είναι ομαλοί. Εδώ και εννέα χρόνια είναι ταραχώδεις και παρά τα όσα λέγονται, παρά τα όποια φαινόμενα, οι καιροί μας, παραμένουν ταραχώδεις. Ως εκ τούτου, οι προσπάθειες των συστημικών ΜΜΕ και των διάφορων καθεστωτικών αναλυτών να παρουσιάσουν, ως πολιτική νηνεμία αυτή την κυματώδη κοινωνική  ταραχή, η οποία εμφανίζει εντάσεις και υφέσεις, είναι πολύ πιο συστηματικές και εντεινόμενες και εντάσσονται, στην αγωνιώδη προσπάθεια όλων τους να αποφύγουν τον πραγματικό κίνδυνο, που η εντόπια ελίτ αντιμετωπίζει και ο οποίος εντοπίζεται, στην κατάρρευση και αυτού του ασταθούς πολιτικού σκηνικού, που, κουτσά - στραβά, διαμορφώθηκε από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012 και την ανάδυση νέων πολιτικών σχημάτων, τα οποία θα αντικαταστήσουν, εν μέρει, τα παρόντα.

Η κωμωδία, που εκτυλίσσεται, στην παρούσα και θνήσκουσα βουλή, με την πλήρη ρευστοποίηση των νέων μικρών κομμάτων, που εμφανίστηκαν, ή απόκτησαν πραγματική πολιτική υπόσταση, μέσα στην κρίση (Ανεξάρτητοι Έλληνες, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων) είναι, απλώς, ένα προοίμιο της ρευστοποίησης των ψηφοφόρων, η οποία - εάν αφεθεί χωρίς φραγμό - πρόκειται να εμφανισθεί στις επερχόμενες εκλογές, για την ανάδειξη της νέας βουλής και είναι πολύ πιθανό να είναι χαώδης.

Αυτή την κακή, για την εντόπια ελίτ, εξέλιξη είναι που προσπαθούν να αποφύγουν όλοι οι, περί των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων ενασχολούμενοι, οι οποίοι πράττουν όσα πράττουν, από ένα κάποιο συμφέρον, το οποίο προκύπτει από τους δεσμούς τους, με την ολιγαρχία, ή με τις διάφορες εκφράσεις της ευρωγραφειοκρατίας.

Δεν αποκλείεται να το καταφέρουν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι, τώρα, που βρισκόμαστε, εν όψει των εξελίξεων και όχι, μετά από αυτές, δεν πρέπει να θέσουμε τα ερωτήματα, που προκύπτουν, από την επανεμφανιζόμενη δυνατότητα της ύπαρξης ενός νέου ρευστού πολιτικού σκηνικού, το οποίο μπορεί να είναι πολύ περισσότερο ρευστό, από αυτό, που, όπως προέκυψε, υπήρχε και εμφανίστηκε, με τις βουλευτικές εκλογές της 5/6/2012. Και αν, τότε, κατάφεραν, με τις νέες βουλευτικές εκλογές της 17/6/2012, να σταθεροποιήσουν, για ένα χρονικό διάστημα, το πολιτικό σκηνικό, τώρα, εάν τους ξεφύγει η κατάσταση, στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, δεν θα μπορέσουν να το σταθεροποιήσουν, εκ νέου, διότι αν ξαναγίνουν εκλογές, αυτές δεν θα διεξαχθούν, με το παρόν εκλογικό σύστημα, αλλά με το σύστημα της απλής αναλογικής, που επιτρέπει την διασπορά των ψήφων και των κομματικών δυνάμεων και όχι την συγκέντρωσή τους.

Με αυτά τα δεδομένα, η εντόπια ελίτ (και τα διάφορα δημοσιογραφικά και λοιπά όργανά της) αντιλαμβάνεται ότι η σταθεροποίηση των πολιτικών και των κομματικών δυνάμεων πρέπει να γίνει, τώρα και όχι μετά. Και φυσικά, για όλους αυτούς, είναι σαφές ότι εάν δεν συμμαζευτεί, τώρα, η κατάσταση, δεν θα μπορεί να μαζευτεί μετά.

Από την μια πλευρά η Νέα Δημοκρατία είναι δεδομένη και παρά τις μεγάλες απώλειες, που έχει, τελικά, κατάφερε να επιβιώσει. Κάτι που δεν είναι απρόσμενο, αφού, στις περιόδους των κοινωνικών και των οικονομικών κρίσεων, πάντοτε, τα συντηρητικά κόμματα έχουν πολύ μεγαλύτερες αντοχές, από τα άλλα. Ιδίως, μάλιστα, όταν αυτά τα άλλα προδίδουν την κοινωνική τους βάση, όπως έπραξε το ΠΑΣΟΚ, με τον Κώστα Σημίτη και κυρίως (κυριότατα), με τον ΓΑΠ.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί, σε πολλούς, ο ΣΥΡΙΖΑ να μην τους αρέσει, αλλά η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και η αδυναμία του να κερδίσει, πάλι την παλαιά κοινωνική του βάση, που έφυγε και βρήκε καταφύγιο, στον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια, για αναζήτηση άλλων κομματικών πυλώνων, που να μπορούν να υποστηρίξουν τον ερειπιώνα της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Αυτόν έχουν, με αυτόν είναι αναγκασμένοι να πορευτούν.

Όσον αφορά αυτούς τους σχεδιασμούς της εντόπιας ελίτ, το μόνο ερώτημα, που αφορά την Νέα Δημοκρατία, είναι το, αν θα καταφέρει να φθάσει, στα ποσοστά, που οι δημοσκόποι της δίνουν. Ότι θα είναι πρώτο κόμμα, στις επόμενες βουλευτικές εκλογές είναι κάτι που φαίνεται. Αυτό που δεν φαίνεται, παρά τα όσα λένε οι δημοσκόποι, είναι το ποσοστό, που της δίνουν. Βέβαια, δεν αποκλείεται να το φθάσει, αλλά αυτό, τώρα, δεν είναι δεδομένο. Απλώς, το προπαγανδιστικό σύστημα του αστικού καθεστώτος προσπαθεί να διαμορφώσει, για την Νέα Δημοκρατία, αυτό το υψηλό ποσοστό του άνω του 33-35%, με απώτερο στόχο την επίτευξη αυτοδυναμίας του κόμματος αυτού, προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση.

Όμως, το κύριο ερώτημα δεν αφορά την Νέα Δημοκρατία, η οποία δεν αποκλείεται να βρεθεί ενώπιον δυσάρεστων εκπλήξεων. Αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το ερώτημα αυτό είναι απλό.

Θα είναι δεύτερο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ;

Μπορεί να είναι, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Και μάλιστα, δεν είναι καθόλου σίγουρο, διότι την δεύτερη θέση μπορεί να την χάσει. Και αν δεν την χάσει, είναι πιθανό να μην την χάσει, για λίγο. Δηλαδή με μικρή διαφορά, από την Χρυσή Αυγή. Δυστυχώς.

Στην πραγματικότητα, η εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία, ούτως, ή άλλως, ήταν ρευστή, έχει καταρρεύσει. Η κατάρρευση αυτή προσομοιάζει, με την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, πριν τις εκλογές του Μαΐου του 2012. Έτσι, μπορεί όλοι να θέλουν να εμφανίσουν, τον ΣΥΡΙΖΑ ως αναμφισβήτητο δεύτερο κόμμα, αλλά αυτό γίνεται, για να ενισχύσουν το εκλογικό του ρεύμα, το οποίο, επί του παρόντος, είναι ισχνό. Το αν θα τα καταφέρουν, αυτό είναι κάτι, που μένει να αποδειχθεί, στην πράξη, όταν κλείσουν οι κάλπες. Δεν αποκλείεται να τα καταφέρουν, αλλά αυτό δεν αποτελεί βεβαιότητα. 

Θα δούμε...