Γιατί δεν μπήκε και τί θα είχε συμβεί εάν η ΛΑΕ είχε περάσει το όριο του 3% και είχε μπει στην βουλή.



Εδώ βλέπουμε το τελευταίο κύμα των δημοσκοπήσεων της "Public Issue", που πραγματοποιήθηκε, πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015. Μια εβδομάδα, πριν, από το κύμα αυτό, το προηγούμενο κύμα δημοσκοπήσεων, που δημοσιεύτηκε, στην εφημερίδα "Αυγή", ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και η Νέα Δημοκρατία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη μοιράζονταν τα ίδια ποσοστά (31%) και η ΛΑΕ έμπαινε, άνετα, στην βουλή. Τελικά, κατάφερε να μείνει έξω, παρά το γεγονός ότι οι ΑΝΕΛ και η Ένωση Κεντρώων κατάφεραν να μπουν, στην βουλή, ενώ η "Public Issue", στην εκτίμηση των κομμάτων υπολόγιζε ότι δεν θα μπουν. Κόπιασε πολύ η ΛΑΕ, για να μην μπει, στην βουλή, αλλά το κατάφερε, αφού το τεράστιο κύμα της αποχής των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία (43,43%) φούντωσε, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και επιτάθηκε, στο τελευταίο τριήμερο, μέχρι την ημέρα της διεξαγωγής των εκλογών. Και το κατάφερε, εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία δεν πρέπει να φορτώνονται τα βάρη αυτής της εξέλιξης. Είναι η τελευταία που φταίει...

Καθώς οι βουλευτικές εκλογές πλησιάζουν - αφού, είτε σε τρεις μήνες, είτε, το αργότερο, σε οκτώ, αυτές θα διεξαχθούν -, η επιστροφή στο παρελθόν των εκλογών, που προηγήθηκαν, πριν τέσσερα χρόνια, είναι, απολύτως, απαραίτητη, αν θέλουμε να καταλάβουμε, όχι, μόνο, το διακύβευμα των εκλογών, που έρχονται, αλλά, πολύ περισσότερο, τα, αμέσως, χρειώδη, προκειμένου να αποφευχθούν τα ολέθρια σφάλματα, που διαπράχθηκαν εκείνη την καυτή και άκρως, απογοητευτική εποχή, η μετεκλογική εξέλιξη της οποίας, με τον επανασχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, που κυβέρνησε, απρόσκοπτα, επί μία τετραετία και συνεχίζει, μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ, ως, περίπου, μονοκομματική κυβέρνηση, δεν ήταν ούτε μοιραία, ούτε αναπόφευκτη.

Αντιθέτως, αυτή η εξέλιξη ήταν η λιγότερο πιθανή να συμβεί και προέκυψε, μέσα από όσα συνέβησαν, κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και όχι, όπως συμβαίνει, συνήθως, πριν από την έναρξη των εκάστοτε προεκλογικών εκστρατειών. Οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 ήσαν πραγματικά και ουσιαστικά, αμφίρροπες, όχι, ως προς την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ως προς τον αριθμό των εδρών των κομμάτων, ως προς την κομματική σύνθεση της βουλής και εν τέλει, ως προς τον σχηματισμό της κυβέρνησης και ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα των εκλογών αυτών, θα στοιχειώνουν, για πολλά χρόνια, την ελληνική κοινωνία. 

Όμως, τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015 θα στοιχειώνουν, πολύ περισσότερο, την ελληνική κομμουνιστική αριστερά, που βρίσκεται, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία - και αναφέρομαι, στην Λαϊκή Ενότητα και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ -, κυριολεκτικά, αυτοχειριάσθηκε, όπως προκύπτει από τον παραπάνω συνδυασμό γραφημάτων της "Public Issue".

Πολλοί φίλοι θα ρωτήσουν, γιατί αυτά τα γραφήματα της συγκεκριμένης δημοσκοπικής εταιρείας και όχι κάποιας άλλης, έχουν ιδιαίτερη αξία. Έχουν ιδιαίτερη αξία, επειδή η "Public Issue", σε εκείνη την προεκλογική περίοδο συνεργάστηκε, με το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως μια μη φιλική, προς το κυβερνόν κόμμα, δημοσκοπική εταιρεία. Κάθε άλλο. Ήταν φιλικότατη. Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά. Υπάρχει και άλλη.

Και αυτή η άλλη προσδιορίζεται, από το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα των προεκλογικών ερευνών ερευνών της "Public Issue"  του Γιάννη Μαυρή ήταν, ως εκτίμηση εκλογικής επιρροής (και όχι, ως απλή πρόθεση ψήφου), πιο κοντά, στο εκλογικό αποτέλεσμα, από όλες τις άλλες δημοσκοπικές εταιρείες.

Φυσικά και αυτή η δημοσκοπική έρευνα έπεσε έξω, σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα. Όμως, η εταιρεία δεν το έπραξε αυτό, σκοπίμως και για να ευνοήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και η δημοσίευσή της δεν ήταν καθόλου αθώα και έγινε, εντασσόμενη μέσα στην προεκλογική τακτική του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, για να εμπνεύσει μια λελογισμένη σιγουριά, στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία, όμως, άφηνε ανοικτή μιαν όχι ασήμαντη χαραμάδα αβεβαιότητας, ως προς το τελικό αποτέλεσμα, η οποία θα λειτουργούσε συσπειρωτικά.

Η πραγματικότητα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο πλησιάζαμε, στην ημέρα, που θα άνοιγαν οι κάλπες, αποκρυστάλλωνε ένα προβάδισμα, το οποίο, όσο ασταθές και αν ήταν, ήταν δεδομένο, πλην, όμως, δεν ήταν δεδομένα ο αριθμός των ψήφων και το ποσοστό, που θα ελάμβανε. Όπως, επίσης, δεν ήταν δεδομένη η δυνατότητά του να σχηματίσει, εκ νέου, κυβέρνηση, με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, οι οποίοι φαινόταν ότι το πιο πιθανό ήταν να μην εισέλθουν, στην βουλή. Το πρόβλημα του σχηματισμού της μετεκλογικής κυβέρνησης παρέμενε ανοικτό. Θα ήταν μια συμμαχική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που ο κυβερνητικός εταίρος αποτελούσε ένα ζήτημα, το οποίο παρέμενε εκκρεμές.

Μέσα, στα πλαίσια του προεκλογικού αγώνα αυτό που φαινόταν ως δεδομένο, ήταν το γεγονός ότι η ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη θα εξασφάλιζε την είσοδό της, στην βουλή, αφού οι περισσότερες δημοσκοπήσεις έδιναν, στο κόμμα αυτό, ποσοστά, πάνω από το 3%. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Η ΛΑΕ, παρά το γεγονός ότι ξεκίνησε, με μια κάποια δυναμική, που της έδινε ποσοστά, πάνω από το 3%, στο τέλος, ξεφούσκωσε, περνώντας κάτω από τον πήχη του 3%, αφού έλαβε 2,86% και 155.242 ψήφους, με αποτέλεσμα να μείνει, εκτός βουλής, προς μεγάλη έκπληξη των στελεχών της.

(Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξ αρχής, δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία. Με δεδομένες τις εσωκομματικές συγκρούσεις και την εκλογική συμμαχία, με το τροτσκιστικό ΕΕΚ, το κόμμα αυτό, εξ αιτίας των δικών του επιλογών, δεν είχε καμμία εκλογική τύχη, πέραν του γεγονότος να καταγράψει ένα ποσοστό, πολύ κάτω του 3%. Όπως άλλωστε και έγινε, λαμβάνοντας 0,85% και 46.096 ψήφους).

Ότι η ΛΑΕ είχε προοπτικές να πάει πολύ καλύτερα, είναι δεδομένο και το καταγράφουν, οι ψήφοι και το ποσοστό, που, εν τέλει, συγκέντρωσε. Δεν το κατάφερε, για πολύ ειδικούς λόγους, οι οποίοι σχετίζονται, με την δική της προεκλογική συμπεριφορά, αλλά και εξ αιτίας, όλων όσα, ως "Αριστερό Ρεύμα", έπραξε, εντός του ΣΥΡΙΖΑ, πριν αποχωρήσει, από το κυβερνητικό κόμμα, όταν ο Αλέξης Τσίπρας συμφώνησε, με τους ευρωθεσμούς, και αποφάσισε να ψηφίσει το 3ο Μνημόνιο. 

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή του Παναγιώτη Λαφαζάνη, στο πρώτο κυβερνητικό σχήμα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και η παραμονή του, μαζύ με τα λοιπά στελέχη της ΛΑΕ (και τους συνεργαζόμενους Γιάννη Βαρουφάκη και Ζωή Κωνσταντοπούλου), στον ΣΥΡΙΖΑ και η αδυναμία τους να κατανοήσουν τις προθέσεις της ηγεσίας του κόμματος αυτού και να αντισταθούν, σε αυτές, υπήρξε ένα σαφές πολιτικό μειονέκτημα, για όλους όσους σχημάτισαν την ΛΑΕ, αφού η δικαιολογία ότι δεν γνώριζαν, ή ότι δεν ανέμεναν πως ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα έκαναν, αυτή την ανοικτή μνημονιακή στροφή, ιδίως μετά μετά την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, στερείται νοήματος, ενώπιον της μάζας των ψηφοφόρων, όταν δεν εκλαμβάνεται, από την πλειοψηφία τους, ως μια επικίνδυνη ανοησία, η οποία δείχνει ότι όλοι αυτοί, που ξεγελάστηκαν, ή παραπλανήθηκαν, από τον Αλέξη Τσίπρα και την παρέα του, είναι ανώριμοι, ή ανίκανοι να κυβερνήσουν και να τους εμπιστευθούν οι ψηφοφόροι την ψήφο τους.

Αυτό το βαρύ πολιτικό μειονέκτημα των στελεχών της ΛΑΕ και των συνεργαζόμενων, με αυτήν, πολιτικών στελεχών, που έφυγαν, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μαζύ με την περιχαράκωσή τους, στην κομμουνιστική ιδεολογία (από αυτό εξαιρούνται η Ζωή Κωνσταντοπούλου, της οποίας η παρουσία, όμως, υποσκελίστηκε, από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, αλλά και ο Γιάννης Βαρουφάκης) μπορεί να απομάκρυνε ένα μεγάλο μέρος από το εκλογικό σώμα, όμως, αυτή η απομάκρυνση δεν στερούσε την πολύ υπαρκτή και αποτυπωμένη, στις μετρήσεις της προεκλογικής περιόδου, κοινοβουλευτική παρουσία της Λαϊκής Ενότητας. Κάθε άλλο. Υπήρχε μια ικανοποιητική καταγραφή ενός ρεύματος του εκλογικού σώματος, προς την ΛΑΕ, η οποία μπορεί να ήταν περιορισμένη, αλλά της έδινε την σαφέστατη δυνατότητα να περάσει, σχετικά, άνετα το όριο του 3% και να εισέλθει στην νέα βουλή.





Αυτή την καταγραφή της, περίπου, άνετης κοινοβουλευτικής παρουσίας της ΛΑΕ, στην νέα βουλή, τα στελέχη του κόμματος αυτού κατάφεραν να την εξαφανίσουν και να μείνουν εκτός. Αν δούμε τους αριθμούς, αυτό που συνέβη, δεν είναι ανεξήγητο. Ας τους δούμε, λοιπόν, συνδυάζοντας τα δύο παραπάνω γραφήματα.

Όπως προκύπτει, από το πρώτο γράφημα, το οποίο παρουσιάζει την τελευταία προεκλογική εκτίμηση επιρροής, που έκανε η "Public Issue", η εκτίμηση αυτή έγινε, με δεδομένο το γεγονός ότι καταγράφηκε, μια δεξαμενή αδιευκρίνιστης ψήφου, η οποία ήταν, εξαιρετικά, υψηλή, για προεκλογική περίοδο, που αφορά τρεις ημέρες πριν την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Συνήθως, σε αυτή την περίοδο, αυτή η δεξαμενή ψήφων είναι περιορισμένη, κάτι, που, στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή της προεκλογικής περιόδου των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, δεν συνέβη. Η δεξαμενή της αδιευκρίνιστης ψήφου - για προεκλογικές δημοσκοπήσεις - υπήρξε πολύ μεγάλη. Και τελικώς, αποδείχτηκε, ότι ήταν, πολύ μεγαλύτερη και απλώς, δεν καταγράφηκε, από όλες τις δημοσκοπικές εταιρείες.

Έτσι, ενώ σύμφωνα, με τις μετρήσεις της "Public Issue", η αδιευκρίνιστη ψήφος (που περιλαμβάνει, τις κατηγορίες "δεν ξέρω/δεν απαντώ", "απέχω", "ψηφίζω λευκό, ή άκυρο", "δεν έχω αποφασίσει"), έφθανε τρεις ημέρες, πριν από τις εκλογές, στο 24%, τελικά, όταν άνοιξαν οι κάλπες, αυτή η δεξαμενή ψηφοφόρων εμφάνισε μια πρωτοφανή αποχή της τάξεως του 43,43%, η οποία ανέτρεψε όλα τα δεδομένα, ισχυροποιώντας, ως προς τα ποσοστά, τα μεγάλα κόμματα, τα οποία, όμως, υπέστησαν μεγάλες απώλειες, σε ψήφους, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 320.074 ψήφους, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και η Νέα Δημοκρατία 192.489 ψήφους.

Τοιουτοτρόπως, ενώ το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, τον Σεπτέμβριο του 2015, έφθασε, με βάση το εκλογικό σώμα των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, στο 31,16%, η τεράστια διόγκωση της αποχής εκτόξευσε αυτό το ποσοστό, στο 35,46%, ενώ, ως προς την Νέα Δημοκρατία, αντίστοιχη ήταν η εκτόξευση του δικού της ποσοστού, το οποίο, έφθασε, από 24,70%, που, πραγματικά, ήταν, με βάση το εκλογικό σώμα του Ιανουαρίου του 2015, στο 28,10%.

Αυτή η εκτόξευση της αποχής, σε αυτά τα υπερμεγέθη ύψη του 43,43%, ήταν, που οδήγησε την ΛΑΕ, στο να μην φθάσει το όριο του 3%, με αποτέλεσμα να μείνει, εκτός βουλής. Και αυτό συνέβη, επειδή, απλούστατα, η διόγκωση της αποχής προήλθε από ψηφοφόρους, οι οποίοι προέρχονταν, από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και της κομμουνιστικής αριστεράς, οι οποίοι, αν και προσανατολίζονταν, στο να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, όπως καταγραφόταν, από τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, τελικά, προτίμησαν την αποχή από την ψηφοφορία.

Δεν χρειάζεται να καταβάλουμε πολύν κόπο, για να δούμε αυτή την εξέλιξη. Με δεδομένο το γεγονός ότι, μεταξύ Ιανουαρίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 320.074 ψήφους, εκ των οποίων, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πήγαν, στην ΛΑΕ, η οποία έλαβε, όπως είπαμε 155.042 ψήφους, βλέπουμε ότι η διαφορά των δύο αυτών μεγεθών ισούται με 164.832 ψήφους, οι οποίοι χάθηκαν, για το κόμμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι συμμετείχαν, στην ψηφοφορία, είναι προφανές ότι θα αυξάνονταν και όσοι ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και έτσι ο αριθμός των ψηφισάντων θα ανερχόταν, στους 5.596.682 ψηφοφόρους, αντί των 5.431.850 ψηφοφόρων, που τελικά ψήφισαν. Αυτή η συμμετοχή, εάν συνέβαινε, θα ανέτρεπε όλα τα δεδομένα του τελικού εκλογικού αποτελέσματος, όταν θα έκλειναν οι κάλπες, το βράδυ της ημέρας των εκλογών.

Έτσι, το εκλογικό ποσοστό της ΛΑΕ, εάν συμμετείχαν στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όλοι όσοι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν προσήλθαν στις κάλπες, θα μπορούσε να εκτοξευθεί, έως το 5,71%. Και πάντως, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη την προσέλευση των ψηφοφόρων αυτών, η Λαϊκή Ενότητα θα ξεπερνούσε, άνετα, το 3%,

Το τί συνέβη και οι 164.832 πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, προτίμησαν την αποχή και δεν ψήφισαν, τελικά, την ΛΑΕ, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Τα στελέχη της ΛΑΕ δεν υπήρξαν πειστικά. Δεν είχαν σαφές πρόγραμμα. Δεν είχαν σαφείς προτάσεις, ενώ το κυβερνητικό παρελθόν τους λειτουργούσε, εις βάρος τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να σπάσουν το κύμα της απογοήτευσης, που διογκωνόταν, όσο διαρκούσε η προεκλογική εκστρατεία. Δεν επιδείχτηκε η απαραίτητη μαχητικότητα, που απαιτούσαν οι συνθήκες, ενώ ο επί κεφαλής του συνδυασμού, δεν ήταν ο κατάλληλος, για να αντεπεξέλθει, στις δυσκολίες της προεκλογικής εκστρατείας. (Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ως επί κεφαλής, είναι προφανές ότι θα επιτύγχανε καλύτερα αποτελέσματα).

Αλλά, όπως έχουμε πει, ακόμη και χωρίς τις ψήφους των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που απείχαν, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, η ΛΑΕ μπορούσε να εισέλθει, στην βουλή, εάν είχε σχηματίσει τις απαραίτητες εκλογικές συμμαχίες, τις οποίες δεν σχημάτισε. Και όσον αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα στελέχη της ΛΑΕ δεν έχουν ευθύνη, διότι έκαναν την σχετική πρόταση, την οποία τα στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέρριψαν.

Όμως, οι ευθύνες των στελεχών της ΛΑΕ είναι βαρύτατες, διότι, αν και ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις, για εκλογική συνεργασία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, τελικά απέρριψαν αυτή την εκλογική σύμπραξη, επειδή - λέει - ο Καζάκης δεν ήταν αριστερός. Όπως έχουμε πει, η πραγματικότητα, πέραν από τον πολιτικοϊδεολογικό δογματισμό των παλαιών κνιτών, που στελεχώνουν την ΛΑΕ, είναι ότι ήσαν βέβαιοι ότι θα μπουν στην βουλή και γι' αυτό αρνήθηκαν την συνεργασία, με τον Καζάκη, ούτως ώστε να μην μπορέσει αυτός να εκλεγεί βουλευτής και να αποκτήσει ένα μεγαλύτερο εκλογικό ακροατήριο. Και φυσικά, στο τέλος την πάτησαν, διότι δεν είχαν επίγνωση των δικών τους αδυναμιών και της αστάθειας του τμήματος του εκλογικού σώματος, στο οποίο απευθύνονταν.

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το εκλογικό του επιτελείο (Χριστόφορος Βερναρδάκης και Κώστας Πουλάκης), στάθηκαν τυχεροί και εκμεταλλεύθηκαν, όχι τόσο την δική τους πολιτική δυναμική, η οποία ήταν φθίνουσα (το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ εάν συμμετείχαν, στην ψηφοφορία, όλοι οι πρώην ψηφοφόροι του και ψήφιζαν την ΛΑΕ και άλλα κόμματα, θα έπεφτε, στο 34,39% και όπως είπαμε, στο 31,16%, εάν στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ψήφιζαν όλοι οι ψηφοφόροι των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015), αλλά τις απίστευτες πολιτικές ανοησίες των αντιπάλων του.

(Σε πολλούς υπάρχει μια μεγάλη απορία, που αφορά το πώς κατόρθωσαν και μπήκαν, στην βουλή, η Ένωση Κεντρώων και οι ΑΝΕΛ. Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι δύσκολο να δούμε το πως στάθηκε δυνατό να ξεπεράσουν αυτά τα δύο κόμματα το όριο του 3%. Η εξήγηση βρίσκεται, στην αύξηση της αποχής, η οποία επέτρεψε, στα κόμματα αυτά, με αυτόν τον αριθμό ψήφων να συγκεντρώσουν τα ποσοστά, που συγκέντρωσαν και να μπουν, στην βουλή. Εάν η αποχή ήταν μικρότερη, είναι πιθανόν να μην έμπαιναν. Υπήρξαν πολύ τυχεροί και μπήκαν).

Έχοντας υπόψη όλα αυτά, που αφορούν τις περασμένες εκλογές, είναι σαφές ότι αυτά τα παθήματα μπορούν να γίνουν μαθήματα, αρκεί η προσέγγιση, στα γεγονότα να είναι νηφάλια και αδογμάτιστη. Το υπάρχον κοινοβουλευτικό σκηνικό είναι περισσότερο από σαφές ότι έχει καταρρεύσει. Δεν είναι, μόνο, τα μικρά κόμματα, σαν το Ποτάμι, τους ΑΝΕΛ, ακόμη και την Ένωση Κεντρώων, που βρίσκονται, ουσιαστικά, εκτός της νέας βουλής (με το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη να έχει κάποιες πιθανότητες να καταφέρει να μπει). Είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει πολύ μεγάλο πρόβλημα, ως προς τον στόχο του, ο οποίος είναι το να επιτύχει ένα αξιοπρεπές ποσοστό. Είναι δεδομένο ότι το ποσοστό του 35,46%, που πήρε τον Σεπτέμβριο του είναι πολύ μακριά, από αυτό, που θα λάβει. Αυτό το ποσοστό ένα όνειρο θερινής νυκτός. Αν φθάσει το 24%, θα πρέπει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να είναι πολύ ευχαριστημένη.

Λογικά, παρά τα όσα λέγονται και ακούγονται, δεν πρέπει να φθάσει, σε αυτό το ποσοστό. (Εάν το φθάσει, αυτό, όπως συνέβη και στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν θα οφείλεται, στις ενέργειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Θα οφείλεται και πάλι, στην βλακεία των αντιπάλων του, στον χώρο της αριστεράς).

Ως εκ τούτου, το πεδίο, για τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς, είναι ανοικτό. Το τί θα επιτύχουν είναι το ζητούμενο.

Και μπορούν να επιτύχουν πολλά, ανατρέποντας, πλήρως, το πολιτικό σκηνικό της χώρας, αρκεί να σχηματίσουν τις απαραίτητες εκλογικές συμμαχίες.

Αρκεί να περισσεύσει το μυαλό.