Τα προβλήματα που προκύπτουν όταν η πρόθεση ψήφου μετατρέπεται σε εκτίμηση εκλογικής επιρροής.


Η δημοσκόπηση του Φεβρουαρίου 2019, που έκανε η "Public Issue" του Γιάννη Μαυρή, μέσα στα πλαίσια των μακροχρόνιων ερευνών του Πολιτικού Βαρόμετρου και η οποία απέχει, μόλις τρεις μήνες, από την προηγούμενη, δεν είναι και τόσο δυσάρεστη, για τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού του υπολογίζει ένα ποσοστό ψήφων, το οποίο είναι πολύ καλό, για το κυβερνητικό κόμμα, αφού, σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση του Νοεμβρίου 2019 και την διαχρονική εξέλιξη της εκλογικής του επιρροής, αμέσως, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όπως αυτά τα μεγέθη φαίνονται, στο παρακάτω διάγραμμα, η εκλογική επιρροή (δηλαδή η υπολογισμένη, ως ποσοστό, ψήφος υπέρ) του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μια καθόλου ασήμαντη αύξηση, της τάξεως των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων. Αυτό το μέγεθος δεν είναι λίγο και, κανονικά, θα έπρεπε να ευχαριστεί την κυβέρνηση και την ηγεσία του κόμματος. αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Η δημοσκόπηση της "Public Issue", για την πρόθεση ψήφου και την εκτίμηση εκλογικής επιρροής των κομμάτων σήκωσε θόρυβο. Ο θόρυβος αυτός προέρχεται από το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο, λογικότατα, αντιδρά και προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να αποφύγει την παγίωση της εικόνας της εκλογικής συντριβής του κυβερνητικού κόμματος και τις επιπτώσεις της, επί του εκλογικού σώματος, το οποίο, στην παρούσα φάση, σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του, παραμένει να βρίσκεται, σε κατάσταση ρευστότητας, την οποία ο Γιάννης Μαυρής την αναφέρει, αλλά αποφεύγει να την περιγράψει και να την ποσοτικοποιήσει. Αυτή, άλλωστε, είναι και η αδυναμία της συγκεκριμένης μέτρησης, όπως και γενικότερα των δημοσκοπικών ερευνών του πολιτικού βαρόμετρου της εταιρείας αυτής.

Η δυσαρέσκεια του εκλογικού επιτελείου της κυβέρνησης - γιατί περί αυτού πρόκειται, αφού αυτό αποτελείται από δύο μέλη της, τον Κώστα Πουλάκη και τον Χριστόφορο Βερναρδάκη, ο οποίος είναι ο μόνος, που υπολογίζει ο πρωθυπουργός και τον οποίο λαμβάνει υπόψη του, ως προς τους εκλογικούς του σχεδιασμούς - είναι δεδομένη, επειδή η παρουσιαζόμενη, από την εταιρεία, εκλογική επιρροή της Νέας Δημοκρατίας φθάνει, στο 39%, προσδιορίζοντας, έτσι, την απόστασή της από τον εμφανιζόμενο, ως δεύτερο, ΣΥΡΙΖΑ, στα επίπεδα των 14,5 μονάδων. 

Και φυσικά, η εικόνα, που μεταφέρεται, στην κοινή γνώμη, είναι, απολύτως, αρνητική, για το κυβερνητικό κόμμα, αφού, μέσω αυτής, καθίσταται σαφές ότι η εκλογική ήττα του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα πρόκειται να είναι πολύ μεγάλη, έως συντριπτική και ως εκ τούτου, μη αναστρέψιμη, αφού οι μήνες, που απομένουν, μέχρι την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών είναι πολύ λίγοι και στην καλύτερη περίπτωση, για την παρούσα κυβέρνηση, το μόνο, που μπορεί να γίνει, είναι το να προσπαθήσει να μειώσει την απόσταση που χωρίζει τα δύο κόμματα, χωρίς να μπορεί να επιτύχει οτιδήποτε περισσότερο, από αυτό.

 



Βέβαια, υπάρχει και μια προϊστορία, στις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, με την "Public Issue" και τον Γιάννη Μαυρή, ο οποίος υπήρξε, άλλωστε, παλαιός συνεργάτης του Χριστόφορου Βερναρδάκη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η "Public Issue", ήταν η συνεργαζόμενη, με τον ΣΥΡΙΖΑ, εταιρεία δημοσκοπήσεων, μέχρι τις προηγούμενες εκλογές και ότι έχει στην πλάτη της δύο μεγάλες αποτυχίες, στις έρευνες των προεκλογικών περιόδων των βουλευτικών εκλογών της 17/6/2012 και της 20/9/2015.

Μάλιστα, στις βουλευτικές εκλογές της 17/6/2012, η αποτυχία ήταν σαφής και περιλάμβανε, όχι, μόνο, την προεκλογική περίοδο, αλλά και τις προβλέψεις της εταιρείας, που παρουσίασε ο Γιάννης Μαυρής, στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, το βράδυ εκείνων των εκλογών, στις οποίες η Νέα Δημοκρατία πήρε την πρωτιά, με ένα ποσοστό της τάξεως του 29,66%, έναντι 26,89% του ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια ώρα, που οι τελικές μετρήσεις του Γιάννη Μαυρή και της εταιρείας του, έδιναν 28%, στον ΣΥΡΙΖΑ και 27,5%, στην Νέα Δημοκρατία. Αναλόγως, προβληματικές, για την "Public Issue", ήσαν και οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε ένα ποσοστό ίσο, με 35,46% και η Νέα Δημοκρατία 28,10%, ενώ η πρόβλεψη της εταιρείας έδινε 33%, στον ΣΥΡΙΖΑ και 30%, στην Νέα Δημοκρατία

Όπως φαίνεται, αυτή η προϊστορία οδήγησε το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει την εταιρεία, με την οποία συνεργάζεται. Εγκατέλειψε την "Public Issue" και συνεργάζεται, πλέον, με την "Kappa Research" του παλαιού κνίτη Κωνσταντίνου Ρουτζούνη. Δεν ξέρω αν αυτός ο χωρισμός έχει αφήσει "πληγές". Μπορεί να έχει αφήσει, αλλά είναι πολύ μεγάλο το διακύβευμα, που αφορά την όποια αξιοπιστία των δημοσκοπικών ευρημάτων της εταιρείας, για να αποδοθούν οι τρέχουσες μετρήσεις του Γιάννη Μαυρή, σε όποιες πικρίες. Λογικά, δεν πάνε έτσι τα πράγματα.

Ότι η "Public Issue" ανιχνεύει μια υφιστάμενη μεγάλη διαφορά, είναι, για μένα, δεδομένο. Το ερώτημα είναι, αν αυτή η διαφορά μπορεί μα μειωθεί. Και μέχρι πόσο μπορεί να μειωθεί.

Προφανώς, μπορεί να μειωθεί. Υπάρχει αρκετός χρόνος, για να συμβεί κάτι τέτοιο. (Όπως, άλλωστε, μπορεί και να αυξηθεί, αν και αυτό το ενδεχόμενο είναι το λιγότερο πιθανό).

Έχοντας, ως δεδομένο ότι, αυτόν τον καιρό, στον οποίο βρισκόμαστε, ο ΣΥΡΙΖΑ συσπειρώνει το 42% των ψηφοφόρων του, που τον ψήφισαν τον Σεπτέμβριο του 2015 και το οποίο αντιστοιχεί, στο 14,9% του συνόλου των ψηφοφόρων εκείνων των βουλευτικών εκλογών - άντε να συσπειρώνει το 55% των ψηφοφόρων του και να συγκεντρώνει το 19,5% -, μπορούμε να δεχθούμε ότι αυτό το ποσοστό θα μεγαλώσει, με δεδομένο το γεγονός ότι θα αυξηθεί και η συσπείρωση των ψηφοφόρων του των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015.

Ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να ελπίζουν ότι η μοίρα τους, αν και είναι δεδομένη, μπορεί να γίνει λιγότερο καταθλιπτική, στην πορεία, μέχρι την διεξαγωγή των προσεχών βουλευτικών εκλογών, οι οποίες είναι, στο χέρι του πρωθυπουργού, να διεξαχθούν, τον ερχόμενο Μάϊο, ή αργότερα, μέχρι και τον Οκτώβριο. Όμως, μέχρι εκεί. Και τίποτε περισσότερο.

Στην καλύτερη περίπτωση, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να φθάσει, στο 24%. Η "Public Issue" του δίνει 24,5%, δηλαδή περισσότερο, ήδη, από τώρα, κάτι που θα πρέπει να ικανοποιεί την ηγεσία του κόμματος, εάν αυτή, πίσω από τα παρασκήνια, σκέπτεται ρεαλιστικά. Αυτό το ποσοστό κρατάει το κόμμα της και την ίδια, μέσα στο πολιτικό παιχνίδι, ως τον δεύτερο πυλώνα του νέου ασθενούς δικομματισμού. Και αυτό, στην επόμενη φάση της ελληνικής πολιτικής σκηνής, τους είναι υπεραρκετό, αφού αφήνει, στην γραφειοκρατία του ψευδοριζοσπατικού κόμματος των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα, σε απόσταση ασφαλείας, από το τρίτο κόμμα, την θέση του οποίου κυνηγούν το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και η Χρυσή Αυγή.

Η ουσία, στην όλη υπόθεση, δεν έχει να κάνει, με την επιφαινόμενη δυσαρέσκεια της ηγεσίας των συριζαίων και την πραγματική δυσαρέσκεια του λοιπού στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και των (όποιων) οπαδών του. Η ουσία βρίσκεται, στο, κατά πόσον αυτή η καταγραφή, που έχει κάνει η "Public Issue", αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, που επικρατεί, στο εκλογικό σώμα.

Σε έναν βαθμό, την αντικατοπτρίζει. Η πρώτη θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και είναι μη ανατρέψιμη. Υφίσταται, από την εποχή, που ξεκινά, αμέσως, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, δηλαδή, από τον Οκτώβριο του 2015 (και προφανώς σχετίζεται, με την ανάρτηση, στο taxis, των ενημερωτικών σημειωμάτων, για την πληρωμή του ΕΝΦΙΑ, που στάλθηκαν, στους φορολογούμενους, στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 2015, ύστερα από την διεξαγωγή των εκλογών, οπότε άρχισε και η κατάρρευση της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ) και συνεχίζεται.

Επίσης, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πρόταση, η οποία να ακούγεται και επειδή δεν υπάρχει κάποιος άλλος πολιτικός φορέας, ο οποίος να είναι αξιόπιστος και να υποστηρίζει την όποια εναλλακτική πρόταση έχει, η οποία δεν ακούγεται και δεν διατυπώνεται αξιόπιστα, όταν, σποραδικά, ακούγεται, είναι σαφές ότι έχει διαμορφωθεί και υπάρχει μια ικανή απόσταση, ανάμεσα, στην Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η απόσταση μπορεί να μειωθεί και τα μόνα ερωτήματα είναι ποιά είναι αυτή η απόσταση και το πόσο αυτή μπορεί να μειωθεί.

Υπάρχει και ένα, ακόμη, ερώτημα. Και αυτό αφορά το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο είναι πραγματικά, άγνωστο. 

Το γιατί είναι άγνωστο θα γίνει σαφές, αμέσως παρακάτω, αφού μιλήσουμε, για τις αδυναμίες αυτής της δημοσκόπησης (που αφορούν και όλες τις άλλες δημοσκοπήσεις, που διεξάγονται).

Όπως έχουμε γράψει και στο παρελθόν, το μεγάλο πρόβλημα των δημοσκοπήσεων αφορά την καταγραφή της λεγόμενης "αδιευκρίνιστης ψήφου", η οποία περιέχει το "δεν ξέρω, δεν απαντώ", το "δεν έχω αποφασίσει", το "άκυρο/λευκό" και την "δήλωση αποχής". Αυτή η αδιευκρίνιστη ψήφος, τελικά, προσδιορίζεται, κυρίως, ως αποχή από την ψηφοφορία και δευτερευόντως, ως άκυρη και λευκή ψήφος. Αυτά τα μεγέθη έχουν την αξία τους, η οποία είναι πολύ μεγάλη και φυσικά, όταν δεν λέγονται και δεν αναφέρονται, στις έρευνες, αυτές είναι, απολύτως, ελλιπείς και καθίστανται παραπλανητικές.

Δυστυχώς, και αυτή η έρευνα της "Public Issue" δεν αναφέρει το μέγεθος της "αδιευκρίνιστης ψήφου" και έτσι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τα μεγέθη της άκυρης και της λευκής ψήφου, των αναποφάσιστων και της αποχής. Η εταιρεία προτιμά να προβαίνει στον υπολογισμό της εκλογικής επιρροής των κομμάτων (που, στην ουσία, αποτελεί εκτίμηση ψήφου), χωρίς να δίνει περισσότερα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να διευκρινίσουν την κατάσταση, που, τώρα, επικρατεί, στο εκλογικό σώμα.

Δεν είναι ότι ο Γιάννης Μαυρής δεν λέει τίποτε, γύρω, από τα ζητήματα αυτά, αλλά τα λέει με μισόλογα και χωρίς συγκεκριμένες αναλύσεις. Και αυτό δεν είναι ορθό. Αλλά, για να μην τον αδικούμε, όπως επίσης και για να γίνει κατανοητό αυτό, που λέω, είναι χρήσιμο να μεταφέρω, εδώ, όσα ο δημοσκόπος έχει δημοσιεύσει, σχετικά, με την μέτρηση αυτή. Ας τα δούμε :

"Στην απαρχή του τελευταίου έτους του τρέχοντος εκλογικού κύκλου (2015-2019), η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ  εκτιμάται σε ποσοστό 24,5%. Η άνοδος που σημειώθηκε το τελευταίο 3μηνο (σε σύγκριση με τον περασμένο Νοέμβριο) υπολογίζεται σε 2,5%. Συνολικά, η εκλογική ανάκαμψη του κυβερνώντος κόμματος, από τον Ιούλιο του 2017 (18%) έως σήμερα, προσεγγίζει τις 6,5 εκατοστιαίες μονάδες, με μέσο όρο αύξησης, κατά τρίμηνο, περίπου 1%.           

Η πόλωση της πολιτικής σκηνής, οι πρόσφατες κυβερνητικές παροχές, η σταθεροποίηση του γενικού πολιτικού κλίματος και η σχετική βελτίωση των δεικτών του οικονομικού κλίματος, κατά το τελευταίο 3μηνο, είναι παράγοντες που ευνόησαν την εκλογική επιρροή του κυβερνώντος κόμματος. Η Συμφωνία των Πρεσπών, αντιθέτως, λειτουργεί σε αντίρροπη κατεύθυνση. Το κόστος της πολιτικής απομόνωσης και της κοινωνικής περιχαράκωσης, που χρεώνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της Συμφωνίας, είναι μεγάλο και δεν αντισταθμίζεται από την προσέλκυση μιας μικρής μερίδας ψηφοφόρων του λεγόμενου «αντιεθνικιστικού ρεύματος», που τάσσεται υπέρ της Συμφωνίας και συσπειρώνεται σήμερα γύρω του. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται κυρίως από την Αριστερά, κοινοβουλευτική (ΚΚΕ) και εξωκοινοβουλευτική (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.α.) και, δευτερευόντως, από την εκλογική δεξαμενή του ΚΙΝΑΛ και των ΑΝΕΛ.

Η τρέχουσα μέτρηση επιβεβαιώνει την εκτίμηση, ότι η ΝΔ έχει σταθεροποιήσει την εκλογική της επιρροή, η οποία καταγράφεται σήμερα στο 39% (+0,5%), ενώ διατηρεί ταυτόχρονα και ανοικτό προβάδισμα 14,5 εκατοστιαίων μονάδων, έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίζει να απορροφά το σημαντικότερο τμήμα της εκλογικής βάσης των τριών νεοπαγών κομμάτων της μνημονιακής περιόδου που αποσυντίθενται (Ποτάμι, ΑΝΕΛ, Ένωση Κεντρώων). Αυτό σημαίνει, ότι η αποδυνάμωση των τριών κομμάτων της 8κομματικής Βουλής του 2015 λειτουργεί, διττά, υπέρ της ΝΔ και εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Αφενός, διότι η ΝΔ εισπράττει, στο επίπεδο της εκλογικής βάσης, μεγαλύτερο τμήμα της δυσαρέσκειας από την παρούσα διακυβέρνηση.Αφετέρου, διότι η συρρίκνωσή τους διευκολύνει την επίτευξη αυτοδυναμίας από το α’ κόμμα, εξαιτίας της λειτουργίας του εκλογικού νόμου. (Το όριο για την αυτοδυναμία του α’ κόμματος χαμηλώνει, όσο αυξάνει το ποσοστό των κομμάτων που δεν υπερβαίνουν το εκλογικό κατώφλι του 3%). Διεκδικεί, επομένως,  βάσιμα την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. 

Η ενίσχυση του νέου δικομματισμού (63,5%, +3%), που κινείται γύρω από τα επίπεδα των εκλογών του Ιανουαρίου (64%) και του Σεπτεμβρίου (65%) 2015, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το κομματικό σύστημα, που αναδεικνύεται σήμερα, είναι και σταθεροποιημένο. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα δικομματισμό επισφαλή και ευάλωτο. Ο χρονικός ορίζοντας, στον οποίο θα κριθεί το εάν τελικά θα παγιωθεί, ενδέχεται να υπερβαίνει και τη διάρκεια ζωής της επόμενης βουλής.

Παρά την εντατική προσπάθεια διεμβολισμού του, το Κίνημα Αλλαγής κατορθώνει να διατηρηθεί στην 3η θέση στις προτιμήσεις των εκλογέων. Η εκλογική του επιρροή εκτιμάται σήμερα σε 8,5% (από 9,5% το Νοέμβριο, -1%).

Η Χρυσή Αυγή, ελαφρώς ενισχυμένη, με 7,5% (+0,5%), και το ΚΚΕ με 6,5% (-1%), διεκδικούν στην παρούσα μέτρηση, την 4η και 5η θέση αντίστοιχα.

Η εκλογική ρευστότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η διαπίστωση αυτή δεν τεκμαίρεται μόνο από το φαινόμενο της αποσύνθεσης των τριών κοινοβουλευτικών κομμάτων της απερχόμενης βουλής, αλλά και από τη σημαντική ενίσχυση των λοιπών μικρών κομμάτων.

Για πρώτη φορά, σε μέτρηση του Πολιτικού Βαρόμετρου, καταγράφεται εκλογική επιρροή 3% για την Ελληνική Λύση, του Κυριάκου Βελόπουλου· ποσοστού, δηλαδή, που ενδέχεται να εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική του παρουσία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο επίπεδο της εκλογικής του βάσης (όχι των στελεχών του), ο νέος κομματικός σχηματισμός διαμαρτυρίας εμφανίζεται να συσπειρώνει «οριζόντια» ψηφοφόρους, από όλους τους χώρους και μάλιστα κυρίως εκτός της ΝΔ".


Δυστυχώς, ο Γιάννης Μαυρής, στην ανάλυση, που κάνει, όπως και στην μέτρηση, που παρουσιάζει, δεν δίνει περισσότερα στοιχεία, που να αφορούν τα μεγέθη της "αδιευκρίνιστης ψήφου". Δεν είναι ότι δεν τα έχει. Τα έχει, αλλά δεν κάνει λόγο, γι' αυτά και έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα μεγέθη των αναποφάσιστων, της λευκής και άκυρης ψήφου και της αποχής (η οποία αποχή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, από τις βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009 και μετά έχει διογκωθεί, για να φθάσει, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στα επίπεδα του 43,43%).

Το γεγονός αυτό καθιστά αδύνατες οποιεσδήποτε απαντήσεις, στα ερωτήματα, που θέσαμε, σχετικά με το ποιά είναι η απόσταση που χωρίζει τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας, με αυτά του ΣΥΡΙΖΑ και το πόσο αυτή μπορεί να μειωθεί.

Το μόνο, για το οποίο μιλάει ο Γιάννης Μαυρής, στην ανάλυσή του, είναι η ρευστότητα της ψήφου, την οποία αποδίδει στην κατάρρευση των μικρών κοινοβουλευτικών κομμάτων (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων), τα οποία σύμφωνα, με την μέτρησή του, δεν έχουν ελπίδες να μπουν στην βουλή και στα λοιπά μικρά κόμματα - τα οποία δεν αναφέρει και τα αθροίζει, στα επίπεδα του 7% -, που, επίσης, δεν έχουν, σύμφωνα με την μέτρηση αυτή, ελπίδες να μπουν, στην βουλή. Υπολογίζοντας και την Ελληνική λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, η οποία φθάνει το 3% και έχει ελπίδες να μπει, στην βουλή, το ποσοστό των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων φθάνει, στο 10,5%, αλλά και το 3,5% των κοινοβουλευτικών κομμάτων, που μετρήθηκαν και βρέθηκαν να είναι κάτω από το όριο του 3%, που απαιτείται, για το καθένα, το ποσοστό της ρευστής ψήφου τεκμαίρεται, σύμφωνα με τον δημοσκόπο, ότι φθάνει το 14% του συγκεκριμένου δείγματος των ψηφοφόρων.

Δεν είναι, ακριβώς, έτσι τα πράγματα. Ο Γιάννης Μαυρής έχει άδικο. Μη αναφέροντας το τμήμα του δείγματος των ψηφοφόρων, που προσανατολίζονται, στην αδιευκρίνιστη ψήφο (λευκό, άκυρο, αποχή, αναποφάσιστοι) παρουσιάζει, ως σταθερή ψήφο, ένα μεγάλο σύνολο, το οποίο, εκ των πραγμάτων, ανήκει, σε αυτό, που αποκαλούμε "ρευστή ψήφο". Όμως αυτή η αδιευκρίνιστη ψήφος είναι το σημαντικότερο κομμάτι της ρευστής ψήφου, αφού είναι μέρος της ρευστότητας της ψήφου και ως εκ τούτου αυτή η ρευστότητα είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη, για την οποία μιλάει ο δημοσκόπος. 

Αυτή είναι η αλήθεια. Ακόμη και αν η μέτρηση, που έχει κάνει η "Public Issue" είναι σωστή, αυτή η μέτρηση, ως ένα πραγματικό γεγονός δεν εμφανίζεται, ως προς καμμία από τις παραμέτρους της. Εμφανίζεται το αποτέλεσμα της υπολογισμένης ενσωμάτωσης της αδιευκρίνιστης ψήφου, στην (υποτιθέμενη ως διευκρινισμένη) ψήφο όσων ψηφοφόρων συμμετείχαν, στο δείγμα, με βάση το οποίο έγινε η μέτρηση και οι οποίοι δήλωσαν την προτίμησή τους σε ένα κόμμα, από αυτά, που τους παρουσίασε η εταιρεία.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοσκόπησης της εταιρείας αυτής, η οποία αρέσκεται να δουλεύει, με την αναγωγή της δηλωμένης πρόθεσης ψήφου, σε εκτίμηση ψήφου. Μόνο που αυτή η εκτίμηση ψήφου είναι εκτίμηση του δημοσκόπου και όχι πραγματικό γεγονός. Δεν αποτελεί αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, ούτε της μέτρησης, αλλά είναι μια υπολογισμένη προβολή των όσων εκτιμά ο δημοσκόπος.

Αυτό είναι το πρόβλημα. Και αυτό το πρόβλημα είναι παραμένει άλυτο...